ΛΕΣ ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΧΘΕΣ: μικρά θεατρικά με θέμα τα παλιά επαγγέλματα.

ΛΑΤΕΡΝΑΤΖΗΣ: Ο κυρ-Γιάννης αρραβωνιάζει την κόρη του και καλεί τους φίλους του να γιορτάσουν. Όμως μαζί με τους καλεσμένους θα έρθουν και μερικοί …απρόσκλητοι επισκέπτες.

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ: Η κυρία Ιωάννα δίνει για ενέχυρο το ακριβό της δαχτυλίδι προκειμένου να καλύψει τα χρέη της στα χαρτιά.

ΠΑΛΙΑΤΖΗΣ: Δυο φτωχοί άνεργοι πουλάνε μια παλιά πολυθρόνα για να εξασφαλίσουν τη διαβίωσή τους, αλλά λίγο αργότερα διαπιστώνουν ότι στην καρέκλα κρυβόταν ένας θησαυρός!

ΡΑΦΤΗΣ:Ένας ράφτης μπλέκεται, χωρίς να το θέλει, σε μια πολύχρονη διαμάχη (βεντέτα) μεταξύ δύο οικογενειών.

ΛΟΥΣΤΡΟΣ:Ένας λουστράκος γυαλίζει τα παπούτσια των περαστικών και βρίσκεται αντιμέτωπος με καλούς και δύστροπους πελάτες.

ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ: Ο Αντώνης, ο ταχυδρόμος, φέρνει τα γράμματα στην κάτω Ραχούλα. Όλο το χωριό τον περιμένει στο καφενείο.

ΘΥΡΩΡΟΣ: Μια μέρα από την καθημερινότητα ενός θυρωρού. Kατά τη διάρκεια αυτής της μέρας ο θυρωρός καταφέρνει να παντρέψει και τις πέντε αδελφές του.

ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ – ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ:Ένας ναυτικός επισκέπτεται την προξενήτρα του χωριού γιατί θέλει να παντρευτεί την κόρη της Καπετάνισσας. Τα πράγματα όμως εξελίσσονται εντελώς απροσδόκητα.

Όλα τα θεατρικά μπορείτε να τα διαβάσετε εδώ.  

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Φως

Φως Ι (για μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου)

Φως ΙΙ

Φως ΙΙΙ

Φως IV

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Θεμιστοκλής ο Αθηναίος

ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ, Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ
ΕΝΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

ΘΕΑΤΡΙΚΟ

ΡΟΛΟΙ:
Θεμιστοκλής (παιδί)                         Θεμιστοκλής (νεαρός)
Θεμιστοκλής (ενήλικας)                  Θεμιστοκλής (μεσήλικας)
Θεμιστοκλής (γέρος)                        Δημάρατος
Σίκινος                                                Σίκινος (σε νεότερη ηλικία)
Αγόρι 1                                               Αγόρι 2
Αγόρι 3                                               Νεοκλής (πατέρας του Θεμιστοκλή)
Αθηναίος 1                                        Αθηναίος 2
Αθηναίος 3                                        Αθηναίος 4
Αριστείδης                                         Ευρυβιάδης
Aδείμαντος                                        Στρατηγός 1
Στρατηγός 2                                      Στρατηγός 3
Χορός: 5 γυναίκες Περσίδες

ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ: Ο Θεμιστοκλής, αρχικά εξοστρακισμένος και στη συνέχεια καταδικασμένος για προδοσία από την Αθήνα,  αναγκάζεται να καταφύγει στην αυλή του Πέρση βασιλιά Αρταξέρξη, γιου του Ξέρξη. Δίπλα του πάντα ο πιστός του δούλος, Σίκινος.
Ένα βράδυ ο -επίσης εξόριστος- Σπαρτιάτης Δημάρατος επισκέπτεται τον Θεμιστοκλή και του ανακοινώνει πως ο Αρταξέρξης χρειάζεται τη βοήθειά του προκειμένου να επιτεθεί με στρατό εναντίον των Αθηναίων. Ο Θεμιστοκλής έχει δύο επιλογές: να προδώσει την πατρίδα του ή να δώσει τέλος στη ζωή του.
Όλο το έργο εκτυλίσσεται τη βραδιά που ο Θεμιστοκλής σκέφτεται ποια απόφαση θα πάρει, ενώ παράλληλα, μέσα από συζητήσεις με τον Σίκινο, κάνει έναν απολογισμό της ζωής του.

Ολόκληρο το θεατρικό μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ… Ο ΑΙΣΩΠΟΣ τρία χιουμοριστικά θεατρικά εμπνευσμένα από μύθους του Αισώπου

Τα τρία θεατρικά αναφέρονται στους εξής μύθους του Αισώπου:

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΚΩΝ

ΟΙ ΤΖΙΤΖΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΡΜΗΓΚΕΣ

Ο ΛΑΓΟΣ ΚΑΙ Η ΧΕΛΩΝΑ

Και τα τρία θεατρικά, που είναι σύντομα και προορίζονται για παιδιά μικρών τάξεων του δημοτικού, μπορούν να αποτελέσουν μέρος ή κατάληξη ενός προγράμματος ευέλικτης ζώνης αφιερωμένο στους μύθους του Αισώπου.

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Μια ανάποδη μέρα

Διήγημα για την υγιεινή διατροφή:

ΜΙΑ ΑΝΑΠΟΔΗ ΜΕΡΑ

 

Τη Δευτέρα το πρωί ξύπνησα στην ώρα μου, αλλά δε σηκώθηκα αμέσως για να μη φωνάζει η μητέρα μου. Έκανα για δέκα λεπτά τον κοιμισμένο κι ύστερα πετάχτηκα απ’ το κρεβάτι και πήγα στην τουαλέτα. Φυσικά δεν πλύθηκα, έριξα από μια σταγόνα νερό σε κάθε μάτι κι ύστερα, άπλυτος κι αχτένιστος κάθισα στο τραπέζι να φάω το πρωινό μου, φρέσκα γαριδάκια κατευθείαν απ’ το σακουλάκι. Μόλις είδα τη μητέρα μου έκανα το λάθος να της πω καλημέρα. Μου ξέφυγε, δεν το ήθελα, κι αυτή άρχισε να φωνάζει πως δεν έχω τρόπους και επιτέλους θα έπρεπε κάποτε να γίνω σαν την αδελφή μου που το πρωί δε μιλάει σε κανέναν και σκουντάει όποιον βρει στο δρόμο της.

«Με συγχωρείς», είπα. «Δε θα το ξανακάνω. Έχει κάτι άλλο να φάω εκτός από γαριδάκια;»

«Έχει δυο κομμάτια πίτσα στο ψυγείο. Θέλεις να σου τα ζεστάνω;»

Στο άκουσμα της πίτσας ένιωσα το στομάχι μου να ανακατεύεται.

«Μήπως υπάρχει καθόλου γάλα;»

Το βλέμμα της αγρίεψε.

«Ξέρεις πολύ καλά πως δεν κάνει να πίνεις γάλα κάθε μέρα. Είναι υγιεινό κι όλα τα παιδιά πρέπει να αποφεύγουν τις υγιεινές τροφές. Να σου βάλω να φας μια πάστα;»

«Δε θέλω πάστα», είπα γκρινιάζοντας. «Θέλω γάλα».

«Ααα! Μη με νευριάζεις. Όλοι οι συμμαθητές σου έχουν χαλασμένα δόντια. Μόνο τα δικά σου είναι γερά. Ξέρεις γιατί; Γιατί δεν τρως καθόλου καραμέλες και ζαχαρωτά».

«Δε μ’ αρέσουν οι καραμέλες και τα ζαχαρωτά».

«Να μάθεις να σ’ αρέσουν!» είπε θυμωμένη κι ύστερα με κοίταξε καχύποπτα. «Δε μου λες, έπλυνες τα δόντια σου;»

Δεν απάντησα. Μόνο χαμήλωσα το βλέμμα μου κι έβαλα ένα γαριδάκι στο στόμα. Η μητέρα μου σηκώθηκε εκνευρισμένη.

«Δε σου ’χω πει να μην πλένεις τα δόντια σου; Τι θέλεις επιτέλους; Να με τρελάνεις; Πότε θα γίνεις σαν τα υπόλοιπα φυσιολογικά παιδιά;»

Είχε δίκιο, αλλά αυτή η καινούρια οδοντόκρεμα ήταν τόσο νόστιμη που δεν μπορούσα ν’ αντισταθώ στη γεύση της. Έκανα μια κίνηση να σηκωθώ.

«Περίμενε λίγο», είπε η μητέρα μου. «Μη πας πάλι στην ώρα σου στο σχολείο και φωνάζει η δασκάλα».

Σε λίγο μπήκε στην κουζίνα ο πατέρας μου.

«Μη φοβάσαι, θα τον πάρω μαζί μου», είπε. «Θα κάνουμε πρώτα μια στάση στη θεία Αγγέλα κι έτσι θ’ αργήσει σίγουρα στο σχολείο».

Σηκώθηκα γιατί δεν άντεχα να φάω άλλα γαριδάκια και πήγα στο δωμάτιο να ετοιμάσω την τσάντα μου. Δεν έβαλα μέσα όλα τα βιβλία, μη νομίσει η δασκάλα πως είμαι επιμελής κι έτρεξα στο αυτοκίνητο του πατέρα μου. Κάθισα στο μπροστινό κάθισμα, χωρίς ζώνη ασφαλείας και κόλλησα το πρόσωπό μου στο μπροστινό τζάμι για να βλέπω καλύτερα. Η διαδρομή ήταν υπέροχη. Ο πατέρας μου έκανε όσες παραβάσεις μπορούσε. Πέρασε τρία κόκκινα, έκανε δύο επικίνδυνες προσπεράσεις και κόντεψε να πατήσει ένα πεζό που περνούσε από διάβαση. Φτάσαμε στο σχολείο με μεγάλη καθυστέρηση. Πετάχτηκα έξω απ’ τη μεριά του δρόμου, χωρίς να ελέγξω αν έρχεται αυτοκίνητο, χαιρέτισα τον πατέρα μου -ευτυχώς αυτός δε φωνάζει όταν τον χαιρετάω- κι έτρεξα για το σχολείο.

«Κάτι ξέχασες», με μάλωσε. «Δε θα βγάλεις το πανωφόρι σου;»

«Μα κάνει κρύο».

«Αν θέλεις ν’ αρρωστήσεις πρέπει να πηγαίνεις στο σχολείο χωρίς πανωφόρι».

Έβγαλα δυσαρεστημένος το πανωφόρι και το άφησα στο πίσω κάθισμα. Ο πατέρας μου πάτησε γκάζι και ξεκίνησε βιαστικά χωρίς να δώσει σημασία σε ένα αυτοκίνητο που ερχόταν απ’ την αντίθετη κατεύθυνση. Ευτυχώς ο άλλος οδηγός φρέναρε απότομα κι έτσι δεν έγινε σύγκρουση.

Μπήκα γρήγορα στο σχολείο, τρέμοντας απ’ το κρύο. Η κυρία είχε πάλι τα νεύρα της γιατί κάποιοι μαθητές είχαν διαβάσει το μάθημα κι είχαν κάνει όλες τις ασκήσεις. Μας είπε πως αν θέλουμε κάποτε να πουλάμε χαρτομάντιλα στο δρόμο, θα πρέπει να σταματήσουμε να διαβάζουμε στο σπίτι και για να μας κάνει να την πιστέψουμε άρχισε να διηγείται μια θλιβερή ιστορία για ένα παλιό της μαθητή, ο οποίος ήταν μελετηρός κι έκανε πάντα τις ασκήσεις του βιβλίου κι όταν μεγάλωσε κατάντησε να γίνει δικηγόρος κι ένας άλλος ακόμα χειρότερος που έλυνε όλα τα προβλήματα και σήκωνε πάντα το χέρι του να πει μάθημα, πήρε το στραβό δρόμο κι έγινε γιατρός.

Στενάχωρες οι ιστορίες της, μας μαύρισαν την ψυχή, ευτυχώς την επόμενη ώρα είχαμε γυμναστική και ξεχαστήκαμε. Η γυμνάστρια ενθουσιάστηκε μαζί μας, γιατί προσπαθούσαμε μισή ώρα να κάνουμε γραμμές χωρίς αποτέλεσμα. Ύστερα μας έβαλε να τρέξουμε δυο φορές το γύρο του γηπέδου. Λίγοι μόνο τα κατάφεραν, οι περισσότεροι έμειναν στο δρόμο, έτσι υπέρβαροι και δυσκίνητοι που είναι πώς να τα καταφέρουν; Ανάμεσα στους λίγους που τερμάτισαν ήμουν κι εγώ, ντρέπομαι που το λέω, στεναχώρησα τη γυμνάστρια, αλλά της υποσχέθηκα πως δε θα το ξανακάνω. Η γυμνάστρια μάς έδειξε το Στέφανο που είχε πέσει στα γόνατα και προσπαθούσε απελπισμένος να ανασάνει και μας είπε πως πρέπει να του μοιάσουμε αν θέλουμε να έχουμε χαμηλούς βαθμούς στη Γυμναστική.

Την τρίτη ώρα είχαμε Μουσική. Τραγούδησαμε όλοι τόσο παράφωνα που η κυρία δάκρυσε από συγκίνηση. Την ώρα των Μαθηματικών σηκώθηκα στον πίνακα να λύσω ένα πρόβλημα κι ευτυχώς είπα ψέματα πως δεν μπορούσα να το λύσω, όμως στη Γεωγραφία τα έκανα κυριολεκτικά μούσκεμα. Προσπάθησα να εξηγήσω στην κυρία πως δεν είχα διαβάσει τις χώρες της ευρωπαϊκής ένωσης, απλώς τις ήξερα απ’ έξω. Δε με πίστεψε. Άρχισε μάλιστα να με κατηγορεί πως ήμουν ο πιο επιμελής μαθητής της τάξης και ο πιο συνεπής στις υποχρεώσεις του. Βαριά κουβέντα. Κοκκίνισα ολόκληρος. Οι συμμαθητές μου με κοίταξαν με συμπονετικό ύφος. Τι ανάποδη μέρα, Θεέ μου! Καλύτερα να μην είχε ξημερώσει ποτέ!

Το μεσημέρι η μητέρα μου μαγείρεψε μπιφτέκια με τηγανητές πατάτες.

«Πάλι τηγανητές πατάτες;» είπα με παράπονο. «Γιατί δεν κάνεις πια σπανακόρυζο;»

«Το σπανακόρυζο είναι υγιεινό φαγητό. Δεν πρέπει να το τρως κάθε μέρα. Συνεννοηθήκαμε;»

Δεν είχα κουράγιο ν’ αντιμιλήσω. Έφαγα βιαστικά και κλείστηκα στο δωμάτιο να παίξω υποτίθεται με το ηλεκτρονικό μου όμως προτίμησα ν’ ανοίξω κρυφά ένα λογοτεχνικό βιβλίο. Αλίμονό μου αν μ’ έπιανε η μητέρα μου. Τα λογοτεχνικά βιβλία απαγορεύονται στο σπίτι μας, όμως καμιά φορά αξίζει τον κόπο να διακινδυνεύεις κάνοντας πράγματα που σ’ αρέσουν. Το απόγευμα κάθισα να δω στην τηλεόραση «Κλωνοποιημένοι αστρομαχητές», ένα διασκεδαστικό πρόγραμμα με εξωγήινους που σκοτώνουν τους εχθρούς τους και τους κόβουν κομματάκια. Δεν άντεξα πολλή ώρα κι άλλαξα κανάλι να δω ένα ντοκιμαντέρ για τις φώκιες. Όμως η μέρα ήταν ανάποδη και σε μια ανάποδη μέρα συμβαίνουν όλα τα στραβά. Έτυχε να μπει στο δωμάτιο η μητέρα μου και μόλις με είδε άρχισε να φωνάζει πως πρέπει να απαγορευτούν κάτι τέτοιες εκπομπές που σκοπό έχουν να μορφώσουν και να ψυχαγωγήσουν τα παιδιά.

Κάπου διάβασα, δεν ξέρω αν είναι αλήθεια, πως υπήρχε μια εποχή που τα παιδιά έτρωγαν μόνο υγιεινές τροφές όπως γάλα, δημητριακά, γιαούρτι με μέλι, αυγοφέτες, φρούτα, ξηρούς καρπούς, κουλούρια, χωριάτικες τυρόπιτες και έπιναν φυσικούς χυμούς. Τα παιδιά τότε ήταν αδύνατα, γεροδεμένα, ευκίνητα, με όμορφα και γερά δόντια, με όρεξη για δουλειά και διαθέση για παιχνίδι. Έτρωγαν βέβαια και τότε βλαβερά φαγητά, όχι όμως κάθε μέρα όπως τρώμε εμείς. Δεν ξέρω για τους άλλους, εγώ πάντως βαρέθηκα να τρώω τροφές γεμάτες συντηρητικά, βλαβερά λίπη και άχρηστες θερμίδες. Βαρέθηκα τις πίτσες, τα χάμπουργκερ, τις προτηγανισμένες πατάτες, τα μπέικον, τις ζαμπονοκασερόπιτες και τα αναψυκτικά. Πεθύμησα, έτσι για αλλαγή, ένα σπανακόρυζο, μια φασολάδα, έστω ένα κρέας αλλά όχι πάλι με πατάτες. Θα το προτιμούσα με αρακά, φασολάκια ή ακόμα καλύτερα με πράσα. Το ξέρω, δεν είναι σωστό να τρώω τέτοια φαγητά γιατί κάνουν καλό στην υγεία μου όμως δεν αντέχω πια! Η ζωή μου έχει καταντήσει μαρτύριο. Πρέπει να με πιστέψετε…

Posted in Χωρίς κατηγορία | 1 σχόλιο

Γλώσσα Α΄ δημοτικού: κουκλοθέατρο (Ι)

Το κουκλοθέατρο το ξεκίνησα την πρώτη εβδομάδα διδασκαλίας στην Α΄ δημοτικού με ένα αυτοσχέδιο σενάριο. Βλέποντας όμως πως αρέσει στα παιδιά, το συνέχισα και σε επόμενα μαθήματα.
Ήρωες είναι η πάπια:

και το παπάκι:

ΜΑΘΗΜΑ (Ι): πα, πι, παπί

ΠΑΠΑΚΙ: Μαμά, μαμά, σήμερα στο σχολείο μάθαμε λέξεις από πα.
ΠΑΠΙΑ: Μπράβο, παπάκι μου. Πες μου μια λέξη από πα.
ΠΑΠΑΚΙ: Πέτρα.
ΠΑΠΙΑ: Τι λες παπάκι μου; Η πέτρα δεν αρχίζει από πα.
ΠΑΠΑΚΙ: Κι από τι αρχίζει;
ΠΑΠΙΑ: Αρχίζει από πε. Όπως το περίφημος ή η πένσα ή το πετάω.
ΠΑΠΑΚΙ: Κατάλαβα.
ΠΑΠΙΑ: Αφού κατάλαβες, πες μου μια λέξη από πα.
ΠΑΠΑΚΙ: Ποδήλατο!
ΠΑΠΙΑ: Τι λες, βρε; Το ποδήλατο δεν αρχίζει από πα, αρχίζει από πο. Όπως το πόδι ή το ποτέ ή το πονάω.
ΠΑΠΑΚΙ: Εμένα μ’ αρέσει να κάνω ποδήλατο!
ΠΑΠΙΑ: Και μένα μ’ αρέσει αλλά δεν αρχίζει από πα!
ΠΑΠΑΚΙ: Μάλιστα.
ΠΑΠΙΑ: Τι μάλιστα; Θα μου πεις μια λέξη επιτέλους που να αρχίζει από πα;
ΠΑΠΑΚΙ: Θα σου πω.
ΠΑΠΙΑ: Άντε, ακούω.
ΠΑΠΑΚΙ: Πορτοκαλάδα!
ΠΑΠΙΑ: Βρε, θα με τρελάνεις; Η πορτοκαλάδα δεν αρχίζει από πα. Πόσες φορές θα στο πω;
ΠΑΠΑΚΙ: Κάνεις λάθος. Η πορτοκαλάδα αρχίζει από πα.
ΠΑΠΙΑ: Μα δεν αρχίζει.
ΠΑΠΑΚΙ: Αρχίζει. Γιατί είναι παγωμένη πορτοκαλάδα!
ΠΑΠΙΑ: Αααα, τώρα μάλιστα. Μπράβο, παπάκι μου. Τώρα είμαι σίγουρη πως κατάλαβες το μάθημά σου. Συγχαρητήρια.

ΤΕΛΟΣ

ΜΑΘΗΜΑ (2): πα, πι, πίτα

ΠΑΠΑΚΙ: Μαμά, ήρθε η Μαρίνα και μας τάισε.
ΠΑΠΙΑ: Τι σας τάισε;
ΠΑΠΑΚΙ: Πίτα!
ΠΑΠΙΑ: Πίτα;
ΠΑΠΑΚΙ: Ναι, πίτα.
ΠΑΠΙΑ: Μα οι πάπιες δεν τρώνε πίτα.
ΠΑΠΑΚΙ: Εγώ δεν είμαι πάπια.
ΠΑΠΙΑ: Και τι είσαι;
ΠΑΠΑΚΙ: Παπάκι!
ΠΑΠΙΑ: Πα, πα, πα! Μα πάπια είσαι. Όταν μεγαλώσεις, πάπια θα γίνεις!
ΠΑΠΑΚΙ: Δε θα γίνω. Και δε θα λέω πα πα πα.
ΠΑΠΙΑ: Τι θα λες;
ΠΑΠΑΚΙ: Τα, τα, τα.
ΠΑΠΙΑ: Γιατί;
ΠΑΠΑΚΙ: Γιατί έτσι μ’ αρέσει! Τα, τα, τα! Κι ούτε θέλω να με φωνάζεις παπάκι!
ΠΑΠΙΑ: Και πώς να σε φωνάζω;
ΠΑΠΑΚΙ: Πατάκι!
ΠΑΠΙΑ: Πατάκι;
ΠΑΠΑΚΙ: Ναι, πατάκι!
ΠΑΠΙΑ: Καλά, πατάκι μου. Πες μου, τώρα, τι πίτα σας έφερε η Μαρίνα;
ΠΑΠΑΚΙ: Χορτόπιτα. Υπάρχει και άλλη πίτα;
ΠΑΠΙΑ: Βεβαίως. Υπάρχει η τυρόπιτα, η κρεατόπιτα, η κολοκυθόπιτα, η κοτόπιτα…
ΠΑΠΑΚΙ: (φοβισμένο) Κοτόπιτα;;;; Δηλαδή από …κότα;
ΠΑΠΙΑ: Ναι, γιατί τρόμαξες;
ΠΑΠΑΚΙ: Μαμά μου! Αφού υπάρχει κοτόπιτα, μήπως υπάρχει και …παπιόπιτα;
ΠΑΠΙΑ: Όχι, παπάκι μου, μη φοβάσαι. Παπιόπιτα δεν υπάρχει.
ΠΑΠΑΚΙ: Λες αλήθεια;
ΠΑΠΙΑ: Ναι, παπάκι μου. Πόσες φορές θα στο πω; Παπιόπιτα δεν υπάρχει.
ΠΑΠΑΚΙ: Ουφ, ευτυχώς. Σ’ ευχαριστώ, μαμά. Με ησύχασες.

ΤΕΛΟΣ

ΜΑΘΗΜΑ (3): πα, πι, τα, πατάτα

ΠΑΠΑΚΙ: Μαμά, μαμά, μάθαμε σήμερα στο σχολείο μια καινούρια λέξη.
ΠΑΠΙΑ: Ποια λέξη;
ΠΑΠΑΚΙ: Ταπάτα.
ΠΑΠΙΑ: Τι είπες;
ΠΑΠΑΚΙ: Ταπάτα.
ΠΑΠΙΑ: Μα δεν υπάρχει τέτοια λέξη.
ΠΑΠΑΚΙ: Πώς δεν υπάρχει.
ΠΑΠΙΑ: Σου λέω, δεν υπάρχει!
ΠΑΠΑΚΙ: Και γω σου λέω πως υπάρχει! Και την τρώμε.
ΠΑΠΙΑ: Την ταπάτα;
ΠΑΠΑΚΙ: Ναι, την ταπάτα.
ΠΑΠΙΑ: Πώς την τρώμε;
ΠΑΠΑΚΙ: Τηγανητή, βραστή…
ΠΑΠΙΑ: (Κοιτάζει τα παιδιά) Παιδιά, καταλάβατε ποια λέξη εννοεί το παπάκι;
Παιδιά: Πατάτααα!
ΠΑΠΙΑ: Πώς;
Παιδιά: Πατάταααα!
ΠΑΠΙΑ: Ααα, πατάτα, τώρα κατάλαβα. Παπάκι μου, την πατάτα λες τόση ώρα;

ΠΑΠΑΚΙ: Ναι, την ταπάτα.
ΠΑΠΙΑ: Πατάτα, βρε, θα με τρελάνεις!
ΠΑΠΑΚΙ: Ταπάτα, πατάτα, το ίδιο δεν είναι;
ΠΑΠΙΑ: Καθόλου το ίδιο. Η πατάτα αρχίζει από πα – τα. Δε μου λες, ξέρεις άλλη λέξη που αρχίζει από πα – τα;
ΠΑΠΑΚΙ: Πατάκι!
ΠΑΠΙΑ: Μπράβο! Άλλη λέξη;
ΠΑΠΑΚΙ: Πατάρι!
ΠΑΠΙΑ: Μπράβο, κι αυτή ωραία λέξη.
ΠΑΠΑΚΙ: Πατάω.
ΠΑΠΙΑ: Πολύ ωραία (η πάπια πλησιάζει το παπάκι και το πατάει στο πόδι).
ΠΑΠΑΚΙ: Ωχ, με πατάς.
ΠΑΠΙΑ: Μπράβο. Πατάς. Ωραία λέξη.
ΠΑΠΑΚΙ: Με παταααάς!!
ΠΑΠΙΑ: Άλλη λέξη;
ΠΑΠΑΚΙ: Μαμά, με πατααααάς!!!
ΠΑΠΙΑ: Αχ, παιδάκι μου, σε πατάω; Συγνώμη. Κι εγώ νόμιζα πως μου έλεγες λέξη.

ΤΕΛΟΣ

Posted in Χωρίς κατηγορία | 1 σχόλιο

Ευέλικτη ζώνη: Ψηλά τα χέρια Χίτλερ

Το φύλλο εργασίας σε μορφή word εδώ:
ΨΗΛΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΧΙΤΛΕΡ

 

ΨΗΛΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΧΙΤΛΕΡ (1962)

Σκηνοθεσία: Ροβήρος Μανθούλης, Σενάριο: Διονύσης Μήλας
Πρωταγωνιστούν: Θανάσης Βέγγος, Βασίλης Διαμαντόπουλος

 

Η ταινία εκτυλίσσεται στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Ελλάδα σ’ εκείνο τον πόλεμο τάχθηκε με το μέρος των Συμμάχων και εναντίον των δυνάμεων του Άξονα. Βάλτε (Σ) στις χώρες που ήταν Σύμμαχοί μας και (Ε) στις χώρες που ήταν εχθροί μας:
…ΓΕΡΜΑΝΙΑ                                        …Η.Π.Α.                                   …ΙΑΠΩΝΙΑ

…ΙΤΑΛΙΑ (ως το 1943)                         …ΑΓΓΛΙΑ                                  …ΡΩΣΙΑ

Παρά τη νίκη μας εναντίον των Ιταλών, τελικά η Ελλάδα κατακτήθηκε από τους Γερμανούς. Στα χρόνια της γερμανικής κατοχής (1941-1944) αναφέρεται η ταινία. Τι από τα παρακάτω μπορούσαν να τρώνε οι Έλληνες εκείνη την περίοδο;

λαχανίδες                    ρεβίθια                        παστίτσιο                    ελιές
στραγάλια                   μαγιονέζα                    μπούτι                         χαρούπια
αρνιά                           σταφίδες                     τυρί                             χόρτα

Μπορείτε να περιγράψετε μερικές από τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι Έλληνες κατά τη διάρκεια της κατοχής;

Γιατί οι δύο πρωταγωνιστές ήθελαν να φύγουν από την Ελλάδα;

Τι εννοεί ο Βέγγος με τη φράση «Ανέστη, μαζί με τη δική σου τη γιορτή να αναστηθεί και η Ελλάδα»; 

Τι εννοεί ο Γρηγόρης όταν λέει πως στη διαδήλωση οι Γερμανοί «θα χτυπήσουν στο ψαχνό»;

Πώς αντιδρούν στα λόγια του οι δύο φίλοι;

Συμφωνείτε με την άποψη ότι οι δύο πρωταγωνιστές υποδύονται δύο αντιήρωες; Πώς καταλαβαίνετε τη λέξη «αντιήρωες»;

Υπάρχει κάποια σκηνή που και οι δυο τους αντιδρούν με γενναιότητα;

Με τι είναι οπλισμένος ο Βέγγος όταν λέει τη φράση «Ψηλά τα χέρια, Χίτλερ!»;   

Γιατί ο Βέγγος παραγγέλνει στο καφενείο ούζο;

Αν έχετε στην οικογένειά σας παππούδες ή γιαγιάδες που έζησαν τα χρόνια 1941-1944 μπορείτε να τους ρωτήσετε να σας πουν τι θυμούνται από εκείνη την εποχή;

Περιγράψτε δύο σκηνές από την ταινία. Μία αστεία και μία δραματική σκηνή.

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε