ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΕΡΧΟΜΑΙ ΚΑΙ …ΜΑΓΕΙΡΕΥΩ ΜΕ ΚΑΝΕΛΑ: δύο μικρά θεατρικά: α) Λωξάντρα και Β) Πολίτικη Κουζίνα

ΘΕΑΤΡΙΚΟ 1 – ΛΩΞΑΝΤΡΑ

1

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Ταρνανά! Πού σε βρε, Ταρνανά! Κακό – χρόνο να ‘χεις! Πού σε βρε, τώρα που σε ψάχνω; Αδικιωρισμένε;

ΤΑΡΝΑΝΑΣ: Εδώ είμαι κυρά – Λωξάντρα! Πού να πάω ο άμοιρος;

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Έλα εδώ, βρε! Τόσες δουλειές έχουμε. Περιμένω τον Επαμεινώντα σήμερα. Κι εσύ κάθεσαι… Εμένα διες. Πρέπει να ψήσουμε το χαλβά. Ξεφλούδισες τ’ αμύγδαλα;

ΤΑΡΝΑΝΑΣ: Τα ξεφλούδισα.

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Το σιμιγδάλι το καβούρντισες; Αχ, βρε Ταρνανά, ξέχασες να καβουρντίσεις το σιμιγδάλι. Και στο είπα τόσες φορές, αδικιωρισμένε…

ΤΑΡΝΑΝΑΣ: Το καβούρντισα! Ησύχασε κυρα – Λωξάντρα.

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Α… Ετοίμασες σουμάδα; Αχ, βρε τη σουμάδα την ξέχασες.

ΤΑΡΝΑΝΑΣ: Κι η σουμάδα έτοιμη  είναι, κι η βυσσινάδα.

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Ε, τότε, αφερίμ! Έλα εδώ να δοκιμάσεις το ρύζι για τους γιαλαντζί – ντολμάδες.

ΤΑΡΝΑΝΑΣ: (δοκιμάζει)

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Λοιπόν, λέγε με, τι περιμένεις;

ΤΑΡΝΑΝΑΣ: Νόστιμο.

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Το  αλάτι;

ΤΑΡΝΑΝΑΣ: Α… για αλάτι δε δοκίμασα… Για να ξαναδοκιμάσω…

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Καλό;

ΤΑΡΝΑΝΑΣ: Μια χαρά. Γεια στα χέρια σου, κυρα – Λωξάντρα.

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: (Σκέφτεται) Για να δοκιμάσω και το κοτόπουλο… (δοκιμάζει μία φορά, μετά ξαναδοκιμάζει) Μμμμ… καλό φαίνεται. (δοκιμάζει και τρίτη φορά)

ΚΛΕΙΩ: (εμφανίζεται) Καλέ, μητέρα, αύριο θα μεταλάβεις, κοτόπουλο τρως;

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Ποιος έφαε, μωρή, κοτόπουλο; Το φαΐ δοκίμασα στ’ αλάτι του! Που θα με πεις, εσύ, πως έφαγα κοτόπουλο…

ΚΛΕΙΩ: Καλά, πάμε Ταρνανά να ανοίξουμε το τραπέζι.

ΤΑΡΝΑΝΑΣ: Πρέπει να ανάψουμε και τη σόμπα στην τραπεζαρία και να αερίσουμε ύστερα την κάμαρα.

ΚΛΕΙΩ: Άντε, Ταρνανά, πάμε.


2 (Εμφανίζονται η Κλειώ, ο Επαμεινώντας και ο Γιώργος)

ΚΛΕΙΩ: Ελάτε από εδώ, περάστε. Επαμεινώντα, αδελφέ μου, καλώς μας ήρθες! Να ειδοποιήσω τη μητέρα.

ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Όχι, μην της λες, τίποτε. Θέλω να της κάνω έκπληξη. Θα ‘ρθει σε λίγο και θα μας βρει εδώ.

ΚΛΕΙΩ: Όπως αγαπάς.

ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Που λες Γιώργο, πρέπει να γνωρίσεις τη Νενέκα μου.

ΓΙΩΡΓΟΣ: Ε, τόσες μέρες αυτό περιμένω. Από την Οντέσα μέχρι την Πόλη, στο καράβι για άλλο δε μου μιλούσες παρά για την κυρα – Λωξάντρα… Μα δε μου λες. Είναι στ’ αλήθεια τόσο καλή μαγείρισσα;

ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Καλή δε θα πει τίποτε. Να φας μύδια τσακιστά απ’ της Λωξάντρας το χέρι και να πεθάνεις.

ΓΙΩΡΓΟΣ: Μύδια τσακιστά; Πολύ μ’ αρέσουνε.

ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Να φας χουνκιάρ – μπεγιεντί και γιαουρτλού κεμπάμπ, και κρεατερά ντολμαδάκια τυλιγμένα όχι σε κληματόφυλλα, που το χειμώνα δεν υπάρχουνε, αλλά σε φύλλα πουράντζας, που λιώνει στο στόμα.

ΓΙΩΡΓΟΣ: Τι λες βρε Επαμεινώντα!

ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Να φας χτένια ψημένα μέσα στο καύκαλό τους πάνω σε χόβολη και να πεθάνεις!  Να πεθάνεις και να ξαναζωντανέψεις για να ξαναφάς.

ΓΙΩΡΓΟΣ: Άντε και μ’ άνοιξες την όρεξη.

(Εμφανίζεται η Λωξάντρα)

 ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Βρε, Επαμεινώντα!!! Εδώ είσαι;;

ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ: (Ανοίγει τα χέρια του) Νενέκα μου!! (την αγκαλιάζει)

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Ήρθες να μείνεις;

ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Ήρθαμε να σε δούμε για λίγο. Το καράβι μας φεύγει το βράδυ για Πειραιά. Να σου συστήσω  το Γιωργάκη. Είναι ο πρώτος μηχανικός του βαποριού και φίλος μου.

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: (Χαιρετάει το Γιώργο) Καλώς τονα, καλώς ήρτες, γιόκα μου. Πάντως προλαβαίνετε να φάτε σήμερα. Έχω ετοιμάσει του Αβραάμ και του Ισαάκ τα καλά.

ΓΙΩΡΓΟΣ: Κυρία Λωξάντρα, έμαθα πως μαγειρεύετε υπέροχα τα μύδια.

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Φυσικά και τα μαγειρεύω υπέροχα. Όμως για σήμερα δεν αποφάσισα πώς θα τα κάνω, επειδή θέλω να σας περιποιηθώ. Πήρα μεγάλα μύδια να τα μαγειρέψω τσακιστά, αλλά πήρα και μικρότερα να τα κάνω αχνιστά. Τι προτιμάτε;

ΓΙΩΡΓΟΣ: Να πω την αλήθεια θα προτιμούσα να φάω…

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: (τον διακόπτει) Ή να τα κάνω καλύτερα τηγανητά με σκορδαλιά; Άντε πείτε με, τι προτιμάτε;

ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ: Ξέρεις τι θέλω;

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Ή καλύτερα να τα κάνω με ρύζι; Τώρα που είπα ρύζι, θυμήθηκα πως έχω και ρύζι με κοτόπουλο και γιαλαντζί – ντολμάδες και παστουρμά να γλείφεις τα δάκτυλά σου…

ΓΙΩΡΓΟΣ: Η αλήθεια είναι πως τον παστουρμά…

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Αλλά ξέρεις τι μου έκανε ο Ταρνανάς, κακό χρόνο να ‘χει; Μου έκοψε τον παστουρμά χοντρές φέτες ο αδικιωρισμένος…

ΤΑΡΝΑΝΑΣ: Δε φταίω εγώ. Το μαχαίρι της κουζίνας θέλει ακόνισμα. Και μια που θα το  δώσεις για ακόνισμα δώσε και το μπαλτά του κρέατος ν’ ακονιστεί. Για όλα εγώ πρέπει να φροντίζω;

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Λοιπόν ακόμα δεν αποφασίσατε τι θέλετε να φάτε;

ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΤΑΣ: Νενέκα μου,  έχω μια ιδέα. Βάλε μας ό,τι θέλεις εσύ. Ετοίμασε ό,τι τραβάει η όρεξή σου κι εμείς θα το φάμε.

ΓΙΩΡΓΟΣ: Συμφωνώ με τον Επαμεινώντα. Ό,τι μας ετοιμάσετε θα το φάμε, κυρία Λωξάντρα.

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Άντε καλά, να σας ψήσω πρώτα δύο καφεδάκια να μου πείτε τα νέα σας κι ύστερα θα ετοιμάσουμε το φαγητό.

3 (ΚΛΕΙΩ, ΕΛΕΓΚΑΚΗ, ΛΩΞΑΝΤΡΑ, ΘΕΟΔΩΡΟΣ, ΤΑΡΝΑΝΑΣ)

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Ελεγκάκη, εμένα διες. Νοτιάς φυσάει σήμερα. Σαρδέλα πολλή θα πέσει. Να πάρεις να την κάνεις στη σχάρα.

ΚΛΕΙΩ: Αχ, βρε μάνα, εξήγησε τη θεία πώς να την κάνει.

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Να την τυλίξεις σε κληματόφυλλα.

ΚΛΕΙΩ: Να σου πω εγώ τη συνταγή. Λαδώνεις καλά – καλά το κληματόφυλλο, τυλίγεις μέσα τη σαρδέλλα και τη βάζεις στη σχάρα. Να φας και να γλείφεις τα δάχτυλά σου…

ΕΛΕΓΚΑΚΗ: Νόστιμο ακούγεται. Εγώ πεθύμησα να φάω σαλιαγκούς.

ΚΛΕΙΩ: Μόλις βρέξει και περιμένεις να τελειώσει η βροχή, έλα στον κήπο μας την ώρα που βγαίνουν εκείνοι οι μεγάλοι σαλιαγκοί, άσπροι άσπροι, ξέρεις πώς θα τους κάνεις;

ΕΛΕΓΚΑΚΗ: Ξέρω , πώς δεν ξέρω… Τόσα χρόνια κοντά στη Λωξάντρα ήταν δυνατόν να μη μάθω;  Οι σαλιαγκοί γίνονται γιαχνί με μπόλικια ρίγανη μέσα.

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Αχ, τους πεθύμησα κι εγώ, βρε τι νόστιμοι που είναι…

(Μπαίνει ο Ταρνανάς)

ΤΑΡΝΑΝΑΣ: Κυρά Λωξάντρα, να φέρω τις μελιτζάνες;

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Αχ οι μελιτζάνες! Αχ, βρε Ταρνανά, ξέχασες τις μελιτζάνες στο φούρνο, αδικιωρισμένε;

ΤΑΡΝΑΝΑΣ: Ησύχασε, κυρά Λωξάντρα, τις έβγαλα απ’ το φούρνο, μη φοβάσαι.

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Ε, τότε, τι περιμένεις και δεν τις φέρνεις; Πεινάσαμε τόση ώρα χωρίς μια μπουκιά στο στόμα μας.

ΕΛΕΓΚΑΚΗ: Τι μελιτζάνες έκανες, Λωξάντρα;

ΛΩΞΑΝΤΡΑ:  Λαδερές μελιτζάνες παραγεμιστές. Και μέσα μπόλικα κουκουνάρια και σταφίδες.

ΕΛΕΓΚΑΚΗ: Πω πω! Φαντάζομαι τι νόστιμες θα είναι!

ΚΛΕΙΩ: Κοίτα μη χορτάσεις γιατί φτιάξαμε και ορτύκια.

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Κι αν δε σου αρέσουν έχω από χθες παπάκι με μπάμιες!

Μπαίνει η Χαρίκλεια τρέχοντας.

ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ: Κλείστε τις πόρτες, κατεβάστε τα στόρια!

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Τι έγινε, Χαρίκλεια. Γιατί είσαι αναστατωμένη;

ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ: (κοιτάζει τον Ταρνανά): Ταρνανά, πήγαινε πάνω στην κρεβατοκάμαρα και κρύψου. Να μη σε δει το φως του ήλιου για τρεις ημέρες. Μ’ ακούς;

ΚΛΕΙΩ: Τι συμβαίνει γιατί δε μας λες;

ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ: Οι Τούρκοι…  οι Τούρκοι, μ’ ακούτε;

ΕΛΕΓΚΑΚΗ: Τι κάνουν οι Τούρκοι; Θα μας σκάσεις!

ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ: Τους κυνηγούν! Σ’ όλη την Τουρκιά…

ΕΛΕΓΚΑΚΗ: Χριστός κι Απόστολος! Ποιους κυνηγούν μωρέ;

ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ: Τους Αρμένηδες. Γιαυτό πρέπει να κρυφτεί ο Ταρνανάς. Αρμένης δεν είναι; Κινδυνεύει.

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Ταρνανά, εμένα διες, κάνε ό,τι σου λέει η Χαρίκλεια. Πήγαινε κρύψου, κι έννοια σου, μη φοβάσαι. Κανείς δεν πρόκειται να σε πειράξει.

ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ: Να, έρχεται κι ο Θόδωρος. Αυτός θα ξέρει περισσότερα.

ΕΛΕΓΚΑΚΗ: Θόδωρε, τι γίνεται; Κινδυνεύουμε κι εμείς;

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Οι Τούρκοι μέχρι τώρα Ρωμιό δεν άγγιξαν, εκτός αν έκρυψε στο σπίτι του Αρμένη, γι’ αυτό, για όνομα του Θεού μην πάρει κανείς χαμπάρι πως έχουμε κρυμμένο εδώ μέσα τον Ταρνανά.

ΚΛΕΙΩ: Ως πότε θα κρατήσει αυτό το κακό;

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Από ό,τι ακούω σε πολλά μέρη τα πράματα ησύχασαν, όμως στα προάστια το κακό συνεχίζεται.

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Αχ, Παναΐα μου… Αχ, που να τους κουλαθεί το χέρι τους, Παναΐά μου… Αχ, κορμάκια πάλε θα πέσουν… Μάνες πάλε θα κλάψουν, που να τους κάψει η φωτιά!

(Φεύγουν η Λωξάντρα και ο Ταρνανάς, μένουν η Κλειώ, η Ελεγκάκη, η Χαρίκλεια και ο Θεόδωρος και αφηγούνται προς το κοινό)

ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ: Κλειδαμπαρώσαμε τις πόρτες. Η Λωξάντρα δεν άνοιγε σε κανέναν.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Τον Ταρνανά τον έκρυψε. Οι πουλητές όμως περνούσαν κανονικά.

ΕΛΕΓΚΑΚΗ: Βγήκε ο σαλεπτσής, βγήκε ο τζιερτζής, οι γάτες σαν τον ένιωσαν άρχισαν να φωνάζουν.

ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ: Η Λωξάντρα κλειδαμπάρωσε τις γάτες στο καρβουναριό. «Σκασμός, μπρε, μη βγείτε έξω, θα σας σφάξουν».

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Χτυπά ο γαλατάς την πόρτα το πρωί, μιλιά η Λωξάντρα από μέσα.

ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ: Να λείψει το γάλα, ξύγκι νάναι. Ας πιούμε τσάι.

ΕΛΕΓΚΑΚΗ: Όμως την έβδομη μέρα, σαν ήρθε ο νερουλάς, έπρεπε να του ανοίξει.

ΚΛΕΙΩ: Τι να κάναμε, δεν είχαμε άλλο νερό. Μπαίνει ο Χουσεΐν μέσα κουτσαίνοντας, κατεβαίνει στην κουζίνα και αδειάζει δυο κουρμπάδες νερό μέσα στο μεγάλο κιούπι.

ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ: Κι η Λωξάντρα τον είδε κουρασμένο και του έδωσε να φάει λίγο χαλβά.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Σε λίγο περνάει ο αυγουλάς. Χτυπάει το τζάμι της. Κοκόνα, δεν θα πάρεις αυγά;

ΕΛΕΓΚΑΚΗ: Ανοίγει η Λωξάντρα το παράθυρο και λέει: «Ο Μουσταφάς είναι καλός Τούρκος, ψήσ’ τονα, μπρε Ταρνανά, έναν καφέ».

ΚΛΕΙΩ: Την άλλη μέρα το πρωί περνάει ο μπεχτσής και τη καλημερίζει.

ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ: Και η Λωξάντρα λέει: «Έλα μπρε να πιεις  έναν καφέ, φάε κι ένα γλυκό μελιτζανάκι να ψυχοπιαστείς».

ΕΛΕΓΚΑΚΗ: Ε, δεν άντεξα. «Βρε, Λωξάντρα, της λέω. Αυτοί έσφαξαν τους Αρμένηδες κι εσύ τους κερνάς καφέ και τους βάζεις στο σπίτι σου;»

Εμφανίζεται η Λωξάντρα

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Πάλι γι’ αυτό μιλάτε, μπρε, κακό χρόνο να ‘χετε; Το Μουσταφά και τον Αχμέτ τους ξέρω τόσα χρόνια. Είναι καλοί Τούρκοι.  Άνθρωποι είναι κι αυτοί.

ΚΛΕΙΩ: Κι ο ντοντουρματζής;

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Μα όλη τη μέρα ξελαρυγκιάζεται ο καημένος «ντον – ντουρμά καϊμάκ!», «ντον – ντουρμά καϊμάκ!» τι σας πείραξε που τον φίλεψα ένα πιάτο τας κεμπάμπ;

ΕΛΕΓΚΑΚΗ: Και γιαλαντζί – ντολμάδες του έδωσες.

ΛΩΞΑΝΤΡΑ: Ε, για να τους δοκιμάσει στ’ αλάτι, αφού εγώ νήστευα, τι να έκανα; Ακούς τι σε λέω, Ελεγκάκη; Τι Τούρκος τι Ρωμιός, άνθρωπος να είναι. Κατάλαβες;

ΕΛΕΓΚΑΚΗ: Κατάλαβα.

: Έτσι ήταν η Λωξάντρα. Κακία δεν κράτησε ποτέ για κανέναν… Κι έζησε μέσα στα μπερεκέτια τα πολίτικα, κυρά και αφέντρα στον τόπο της. Και ο τόπος της Λωξάντρας ήταν η Πόλη.

: Τυχερή ήταν στη ζωή της η Λωξάντρα, τυχερή και στο θάνατό της. Πέθανε στα βαθιά της γεράματα, πριν έρθουν μαύρες μέρες για τους Έλληνες της Πόλης.

 

ΘΕΑΤΡΙΚΟ 2 – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ

ΕΓΓΟΝΟΣ: Παππού, γιατί προτιμάς να βάζεις κανέλα και όχι κύμινο στα σουτζουκάκια;

ΠΑΠΠΟΥΣ: Το κύμινο είναι κομματάκι δυνατό. Κάνει τους ανθρώπους να κλείνονται στον εαυτό τους.

ΕΓΓΟΝΟΣ: Και η κανέλα;

ΠΑΠΠΟΥΣ: Η κανέλα τους φέρνει μαζί. Τους κάνει να κοιτάζονται στα μάτια.

ΕΓΓΟΝΟΣ: Άρα καλά έκανα που έβαλα κρυφά κανέλα στα σουτζουκάκια της μαμάς.

ΠΑΠΠΟΥΣ: Έκανες τέτοιο πράγμα;

ΕΓΓΟΝΟΣ: Ναι.

(Εμφανίζεται η γιαγιά)

ΠΑΠΠΟΥΣ: Έμαθες τι έκανε ο εγγονός σου;

ΓΙΑΓΙΑ: Τι έκανε;

ΠΑΠΠΟΥΣ: Έβαλε κανέλα στα σουτζουκάκια της μαμάς του!

ΓΙΑΓΙΑ: Χωρίς να την ρωτήσεις;

ΕΓΓΟΝΟΣ: Έπρεπε να την ρωτήσω; Αφού ο παππούς είπε ότι με την κανέλα γίνονται πιο νόστιμα.

ΓΙΑΓΙΑ: Ναι, αλλά ο μπαμπάς σου τα τρώει μόνο με κύμινο.

ΕΓΓΟΝΟΣ: Ας μάθει να τα τρώει και με κανέλα. Για πες μου, παππού, τι σχέση έχουν τα άστρα με το φαγητό;

ΠΑΠΠΟΥΣ: Η λέξη γαστρονομία κρύβει μέσα της τη λέξη αστρονομία. Τώρα εγώ θα σε λέω κι εσύ εμ θα σκέφτεσαι, εμ θα με λες. Ταμάμ; Πιπέρι. Είναι καυτό και καίει.

ΕΓΓΟΝΟΣ: Ήλιος.

ΠΑΠΠΟΥΣ: Ήλιος. Σωστά. Στη μέση είναι ο ήλιος. Και τι βλέπει ο ήλιος;

ΕΓΓΟΝΟΣ: Τα βλέπει όλα.

ΠΑΠΠΟΥΣ: Γι’ αυτό και το πιπέρι μπαίνει παντού. Σ’ όλα τα φαγιά. Ύστερα η Αφροδίτη.

ΕΓΓΟΝΟΣ: Κανέλα.

ΠΑΠΠΟΥΣ: Η Αφροδίτη ήταν η πιο όμορφη γυναίκα. Γι’ αυτό και η κανέλα είναι και πικρή και γλυκιά. Όπως όλες οι γυναίκες. Μετά είναι η γη. Εδώ που είμαστε. Και τι υπάρχει στη γη;

ΕΓΓΟΝΟΣ: Στη γη υπάρχει η ζωή.

ΠΑΠΠΟΥΣ: Τι χρειάζεται η ζωή;
ΕΓΓΟΝΟΣ: Να τρώμε.
ΠΑΠΠΟΥΣ: Και τι θέλει το φαΐ για να νοστιμέψει;
ΕΓΓΟΝΟΣ: Αλάτι.
ΠΑΠΠΟΥΣ: Και η ζωή μας για να νοστιμέψει θέλει αλάτι.
ΕΓΓΟΝΟΣ: Όμως το αλάτι δε φαίνεται.
ΠΑΠΠΟΥΣ: Σε μέλλει εσένα αν φαίνεται, όταν το φαΐ σου είναι νόστιμο; Δε σε μέλλει. Εκεί είναι η ουσία. Στο αλάτι. Το φαΐ και η ζωή θέλουν αλάτι.
ΕΓΓΟΝΟΣ: Και τα σουτζουκάκια θέλουν κανέλα.
ΠΑΠΠΟΥΣ: Άκουσε με. Για τα μπαχαρικά έγιναν οι μεγαλύτεροι πόλεμοι στην ιστορία. Και φοβάμαι πως θα δημιουργήσεις άλλον πόλεμο μέσα στην οικογένειά σου.
ΜΠΑΜΠΑΣ: Πάλι κανέλα έβαλες στα σουτζουκάκια;
ΜΑΜΑ: Όχι, βέβαια.
ΜΠΑΜΠΑΣ: Τώρα ή εσένα θα πιστέψω ή τη μύτη μου. Εγώ κανέλα μυρίζω.
ΜΑΜΑ: (μυρίζει) Ήμαρτον, κύριε. Χρυσέ μου άνθρωπε, αφού σε είπα, δεν έβαλα κανέλα.
ΜΠΑΜΠΑΣ: Σουλτάνα, εμένα διες. Σε το είπα τόσες φορές. Στα σουτζουκάκια κανέλα δεν μπαίνει. Ό,τι σε είπε η μαμά σου μόνο αυτό κάνεις.
ΜΑΜΑ: Η μαμά μου ήταν η καλύτερη μαγείρισσα στο Τζιχαγκίρ. Σ’ όλα τα συσσίτια την περίμεναν πώς και πώς να πάει να μαγειρέψει.

ΜΠΑΜΠΑΣ: Στο κρέας βάζουν κανέλα μόνο άμα μυρίζει. Επειδή στο σπίτι σου παίρνατε κρέας μια φορά το χρόνο και δεν είχατε μπουζιέρα, βάζατε κανέλα.

ΜΑΜΑ: Η πρώτη μπουζιέρα με ηλεκτρικό που ήρθε στην Πόλη εμείς την πήραμε.
ΜΠΑΜΠΑΣ: Καλά…

ΜΑΜΑ: Άλλωστε και ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κανέλα έβαζε στο κρέας του.

ΜΠΑΜΠΑΣ: Ο Παλαιολόγος; Τον Κωνσταντίνο τον Παλαιολόγο να μην τον πιάνεις στο στόμα σου. Ταμάμ; Εγώ τελειώσα την Μεγάλη του Γένους Σχολή. Ποτέ δεν μας είπανε ότι ο Παλαιολόγος έτρωγε το κρέας του με κανέλα!

ΓΙΑΓΙΑ: Μη μαλώνετε. Άλλος είναι ο ένοχος. Άλλος έβαλε κανέλα στο φαγητό.

ΜΠΑΜΠΑΣ: Ποιος;

ΓΙΑΓΙΑ: Ο γιος σου.

ΜΑΜΑ: Ήμαρτον, κύριε. Και τι δουλειά έχεις, εσύ, στην κουζίνα;

ΓΙΑΓΙΑ: Αφού του αρέσει να μαγειρεύει.

ΜΠΑΜΠΑΣ: Ο δικός μου ο γιος στην κουζίνα; Συμφορά μου…

ΓΙΑΓΙΑ: Γιατί κάνεις έτσι; Κακό είναι;

ΜΑΜΑ: Έτσι εξηγείται. Δε μου λες, εσύ έβαλες προχθές μοσχοκάρυδο στο ιμάμ;

ΕΓΓΟΝΟΣ: Εγώ.

 

ΜΑΜΑ: Γιατί εγώ ποτέ δε βάζω μοσχοκάρυδο…

ΜΠΑΜΠΑΣ: Αλίμονό σου αν ξαναμπείς στην κουζίνα.

ΓΙΑΓΙΑ: Εσύ δεν έλεγες πως είναι το καλύτερο ιμάμ που έφαγες στη ζωή σου;

ΜΠΑΜΠΑΣ: Ναι, αλλά δεν ήξερα ότι το έφτιαξε ο γιος μου.

ΓΙΑΓΙΑ: Αφού το παιδί έχει ταλέντο στη μαγειρική.

ΜΠΑΜΠΑΣ: Ο δικός μου ο γιος δε θα περνάει τον καιρό του στην κουζίνα. Πάει και τελείωσε. Θα παίζει πόλεμο με τα άλλα αγόρια της ηλικίας του. Ταμάμ;

Εμφανίζεται ο κύριος Ηλίας

ΗΛΙΑΣ: Ήρθα να σας αποχαιρετίσω. Με διώχνουν οι Τούρκοι. Πρέπει να φύγω για την Ελλάδα…

ΜΠΑΜΠΑΣ: Σε διώχνουν; Γιατί; Τι έκανες;

ΗΛΙΑΣ: Φτάνει που είμαι Ρωμιός…

ΠΑΠΠΟΥΣ: Μα χωρίς κανένα λόγο μπορούν να σε διώξουν;

ΗΛΙΑΣ: Τα πράγματα είναι πλέον πολύ δύσκολα. Δε θέλω να σας φοβίσω μα αργά ή γρήγορα θα έρθει και η σειρά σας…

ΓΙΑΓΙΑ: Να προσέχεις στο τελωνείο.

ΗΛΙΑΣ: Γιατί;

ΓΙΑΓΙΑ: Τον Λάκη της Βασούλας τον είχαν οι Τούρκοι τρεις ώρες στο τελωνείο για να τον ανακρίνουνε.

ΗΛΙΑΣ: Είχε κάνει τίποτε;

ΓΙΑΓΙΑ: Είχε κρύψει στις βαλίτσες του 12 κιλά παστουρμά! Πού να βρει ο άνθρωπος στην Ελλάδα παστουρμά σαν τον πολίτικο!

ΜΑΜΑ: Μαμά, σταμάτα! Δεν είναι ώρα για αστεία. Εδώ μας διώχνουν απ’ το σπίτι μας! Το καταλαβαίνεις;

ΓΙΑΓΙΑ: Μα αφού δεν ξέρουν από καλό παστουρμά στην Ελλάδα. Κακό είναι;

ΗΛΙΑΣ: Πούλησα το μαγαζί μου όσο όσο και φεύγω… Η Πόλη δε μας σηκώνει πια. Κινδυνεύουμε…

ΠΑΠΠΟΥΣ: Εσείς να φύγετε. Εγώ δεν πρόκειται να πάω πουθενά. Εδώ θα κλείσω τα μάτια μου. Την Πόλη δεν την αποχωρίζομαι.

ΓΙΑΓΙΑ: Και θα αφήσεις τα παιδιά σου και τα εγγόνια σου να φύγουν μόνοι τους;

ΠΑΠΠΟΥΣ: Εμένα μ’ αρέσουν οι σάλτσες στα φαγητά, όχι στα λόγια. Δεν πρόκειται να ξαναμιλήσω. Είπα θα μείνω εδώ και θα μείνω ό,τι κι αν γίνει.

ΗΛΙΑΣ: Το σκέφτηκες καλά; Είσαι σίγουρος.

ΜΠΑΜΠΑΣ: Νομίζω πως είναι επικίνδυνο να μείνεις, αλλά αφού αυτό αποφάσισες…

ΓΙΑΓΙΑ: Αγύριστο κεφάλι ήταν πάντα.

ΠΑΠΠΟΥΣ: Κι εκεί που θα πάτε να μην ξεχνάτε την πολίτικη κουζίνα. Είναι ο μόνος τρόπος να θυμάστε την Πόλη. Και να εξηγείτε πάντα σ’ όλους πως η πολίτικη κουζίνα είναι φτιαγμένη από ανθρώπους που άφησαν το φαΐ τους στη μέση. Άφησαν το σπίτι τους, τις δουλειές τους, τους δικούς τους ανθρώπους και πήγαν κάπου αλλού…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s