«Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΟΧΗ» διασκευή της ταινίας του Φρανκ Κάπρα «Μια υπέροχη ζωή»

Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΟΧΗ

Θεατρικό έργο

Τα πρόσωπα του έργου:

Μεγάλοι: Πατέρας, Μητέρα, Θείος Νικήτας, Δάσκαλος (κ. Μανωλόπουλος)

Μικροί: Στέφανος, Κατερίνα, Ανέστης

Άγγελοι: Άγγελος 1, Άγγελος 2

 

Η υπόθεση του έργου:

Ο Στέφανος, επειδή είναι απογοητευμένος από τη ζωή του, εύχεται να μην είχε γεννηθεί ποτέ. Δύο μαθητευόμενοι άγγελοι εμφανίζονται για να υλοποιήσουν την ευχή του, με αποτέλεσμα να καταλάβει τελικά πόσο υπέροχη είναι η ζωή…

 

1η σκηνή

(Στο σπίτι του κυρίου Γρηγόρη Αναγνώστου)

ΠΑΤΕΡΑΣ: (Θυμωμένος) Είδες τι βαθμούς μας έφερε πάλι ο γιος σου;

ΜΗΤΕΡΑ: Τους είδα. Τι να κάνουμε, δεν πειράζει…

ΠΑΤΕΡΑΣ: Πώς δεν πειράζει! Γιατί δεν στρώνεται επιτέλους στο διάβασμα;

ΜΗΤΕΡΑ: Μα, Γρηγόρη μου, προσπαθεί το παιδί…

ΠΑΤΕΡΑΣ: Τι προσπαθεί ο τεμπέλης! Με δουλεύεις τώρα;

ΜΗΤΕΡΑ: Σε παρακαλώ, Γρηγόρη. Μη μιλάς έτσι για το παιδί…

ΠΑΤΕΡΑΣ: (Με ήρεμη φωνή) Γιατί δε λέω κουβέντα για την Κατερίνα. Αυτή είναι άριστη μαθήτρια.

ΜΗΤΕΡΑ: Άλλο η Κατερίνα…

ΠΑΤΕΡΑΣ: Πώς άλλο. Απ’ τους ίδιους γονείς δεν γεννήθηκε αυτή;

ΜΗΤΕΡΑ: Τι να κάνουμε. Η Κατερίνα είναι πιο μελετηρή. Διαβάζει περισσότερο.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Να διαβάσει και ο Στέφανος. Τι θα κάνει όταν μεγαλώσει; Φαντάζεσαι να καταντήσει καστανάς σαν κι εμένα; Να ψήνει κάστανα απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ για να βγάλει ένα μεροκάματο;

ΜΗΤΕΡΑ: Έχει ο Θεός, βρε Γρηγόρη μου…

ΠΑΤΕΡΑΣ: Ο Θεός έχει, αλλά πρέπει κι αυτός να προσπαθήσει. Κι εγώ στο κάτω κάτω έχω και μια δικαιολογία. Ορφανός μεγάλωσα, χωρίς βοήθεια από κανέναν. Ούτε πήγα ποτέ μου σχολείο. Κι ως εδώ που έφτασα, εγώ ξέρω πώς τα κατάφερα…

(Χτυπάει το κουδούνι)

ΠΑΤΕΡΑΣ: Ποιος να είναι τέτοια ώρα;

ΜΗΤΕΡΑ: Θα πάω ν’ ανοίξω.

(Η μητέρα ανοίγει την πόρτα, εμφανίζεται ένας κύριος, ο δάσκαλος του Στέφανου)

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Καλησπέρα, κυρία Ευτυχία.

ΜΗΤΕΡΑ: Γεια σου, κυρ δάσκαλε. Κόπιασε στο σπιτικό μας.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Καλησπέρα σας, κύριε Αναγνώστου.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Καλώς τον κυρ δάσκαλο. Σε τι οφείλουμε αυτή την τιμή;

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Να, ήθελα να σας μιλήσω για τον Στέφανο…

ΠΑΤΕΡΑΣ: Άσε, κυρ δάσκαλε. Το γνωρίζουμε ότι δεν είναι καλός μαθητής. Να, τώρα γι’ αυτό μιλούσαμε…

ΜΗΤΕΡΑ: Τι μπορούμε όμως να κάνουμε εμείς; Να τον σπάσουμε στο ξύλο; Σε τι θα ωφελήσει;

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Όχι, δεν είπα τέτοιο πράγμα.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Να σου πω, αυτό θα ήταν μια λύση…

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Όχι, κύριε Αναγνώστου, για όνομα του Θεού. Το ξύλο δε λύνει κανένα πρόβλημα. Ξέρετε, ήρθα εδώ απόψε γιατί ενδιαφέρομαι για τον Στέφανο. Είναι πολύ καλό παιδί. Μες στην καρδιά μου τον έχω!

ΜΗΤΕΡΑ: Α, κι ο Στέφανος σας αγαπάει, κύριε Μανωλόπουλε. Όλο για σας μου μιλάει. Πόσο καλός δάσκαλος είστε και πόσο ενδιαφέρεστε για τους μαθητές σας! 

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Η αλήθεια είναι ότι στενοχωριέμαι πολύ για τον Στέφανο. Είναι τόσο έξυπνο και ικανό παιδί. Με λίγο διάβασμα θα γινόταν αριστούχος. Στα Μαθηματικά για παράδειγμα δεν πιάνεται. Μόλις όμως το μάθημα χρειάζεται διάβασμα…

ΠΑΤΕΡΑΣ: Κυρ δάσκαλε, τι να σου πω. Εγώ είμαι αγράμματος άνθρωπος. Βλέπεις ήμασταν πολύ φτωχοί κι έπρεπε να δουλέψω από μικρός. Όμως καταλαβαίνω ότι έχεις δίκιο και σου υπόσχομαι ότι θα προσπαθήσω να του βάλω λίγο μυαλό…

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: (Κοιτάζει το ρολόι του) Πρέπει να πηγαίνω τώρα, συγγνώμη για την ενόχληση.

ΜΗΤΕΡΑ: Μα πού πάτε κύριε Ηρακλή μας, δεν πρόλαβα να σας κεράσω τίποτα. Ένα καφέ, ένα γλυκό του κουταλιού, κατιτίς τελοσπάντων…

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Σας ευχαριστώ πολύ, έχω αργήσει. Με περιμένει η γυναίκα μου. Μιαν άλλη φορά ίσως…

ΠΑΤΕΡΑΣ: Όπως αγαπάς, κυρ δάσκαλε. Πάντως το σπίτι μας είναι ανοιχτό για σένα. Όποια ώρα και στιγμή θέλεις, θα είσαι καλοδεχούμενος.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Λοιπόν, καληνύχτα σας.

ΠΑΤΕΡΑΣ – ΜΗΤΕΡΑ: Καληνύχτα.

 

2η σκηνή

(Πάλι στο ίδιο σκηνικό, στο σπίτι του κυρίου Γρηγόρη Αναγνώστου, συνομιλούν τα δύο αδέλφια, ο Στέφανος και η Κατερίνα)

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Μα είναι ζωή αυτή; Έτσι μου ’ρχεται να…

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Τι λες Στέφανε; Τι συμβαίνει;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Τώρα, πού να στα λέω…

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Αδελφή σου είμαι. Αν δεν τα πεις σε μένα, σε ποιον θα τα πεις;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Να, με μάλωσε πάλι ο πατέρας. Γιατί, λέει, δεν πήρα καλούς βαθμούς στο τρίμηνο.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Καλά, δεν πειράζει. Πατέρας είναι. Ας πει και μια κουβέντα παραπάνω…

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Ξέρεις τι μου είπε, Κατερίνα;

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Τι;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Ότι δε θα μου δώσει λεφτά για την εκδρομή του σχολείου. Το καταλαβαίνεις;

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Δεν έχεις δικά σου λεφτά; Όλο το καλοκαίρι δούλευες.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Δε φτάνουν ούτε για τη μισή εκδρομή.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Έλα, θα του περάσει. Μη στενοχωριέσαι.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Αποκλείεται να του περάσει. Έχει θυμώσει πάρα πολύ. Είναι κι αυτός ο δάσκαλος, ο κύριος Ηρακλής.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Τι έγινε μ’ αυτόν;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Να, δεν ξέρω τι τον έπιασε και κουβαλήθηκε χτες το βράδυ στο σπίτι. Έκανε παράπονα για μένα. Ότι δεν διαβάζω και τέτοιες βλακείες. Γιατί ανακατεύεται, δεν μπορώ να καταλάβω…

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Από ενδιαφέρον το έκανε, νομίζω…

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Να το βράσω τέτοιο ενδιαφέρον. Τόσα χρόνια περίμενα αυτή την εκδρομή και τώρα θα τη χάσω…Δεν την αντέχω τέτοια ζωή! Είναι άδικη, το καταλαβαίνεις;

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Έλα, σώπα. Μη λες τέτοιες κουβέντες.

(Χτυπάει το κουδούνι και μπαίνει μέσα ο Ανέστης)

ΑΝΕΣΤΗΣ: Γεια σας παιδιά!

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Γεια σου.

ΑΝΕΣΤΗΣ: Τι συμβαίνει Στέφανε; Γιατί είσαι έτσι μουτρωμένος;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Δεν την αντέχω τέτοια ζωή! Δεν την θέλω! Καλύτερα να μην είχα γεννηθεί ποτέ! Να μην υπήρχα!

ΑΝΕΣΤΗΣ: Μα τι λέει αυτός;

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Άσ’ τον. Είναι στις μαύρες του.

ΑΝΕΣΤΗΣ: Γιατί;

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Γιατί δεν πήρε καλούς βαθμούς στο τρίμηνο κι ο μπαμπάς μας τού είπε πως δε θα τον αφήσει να πάει εκδρομή.

ΑΝΕΣΤΗΣ: Καλά, και είναι αυτός λόγος να εύχεσαι να μην είχες γεννηθεί ποτέ;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Και βέβαια είναι λόγος. Και που υπάρχω τι γίνεται; Μήπως είμαι χρήσιμος σε κανέναν;

ΑΝΕΣΤΗΣ: Μα τι λες τώρα Στέφανε; Μιλάς σοβαρά; Εσύ δεν είσαι χρήσιμος; Ποιος με βοηθάει κάθε φορά στα Μαθηματικά; Μήπως το Άγιο Πνεύμα;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Σιγά…

ΑΝΕΣΤΗΣ: Τι σιγά. Αν δεν ήσουν εσύ, τι βαθμούς θα έπαιρνα; Καλά που βλέπω από σένα και πιάνω τουλάχιστον τη βάση.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Υπερβολές…

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Γιατί εμένα, Στέφανε, δε μ’ έχεις βοηθήσει;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Εγώ να βοηθήσω εσένα; Είναι δυνατόν; Εσύ δεν έχεις ανάγκη κανέναν. Είσαι η καλύτερη μαθήτρια του σχολείου!

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Μα αν δεν υπήρχες εσύ, εγώ δε θα είχα γεννηθεί! Ξέχασες τι συνέβη τότε που ήταν έγκυος η μαμά σε μένα;

ΑΝΕΣΤΗΣ: Τι συνέβη;

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (Προς τον Ανέστη) Ξέσπασε μια φοβερή καταιγίδα. Κόπηκε το ηλεκτρικό και το τηλέφωνο. Η μαμά δεν έβλεπε μπροστά της, στραβοπάτησε κι έπεσε απ’ τις σκάλες. Άμα δεν έτρεχε ο Στέφανος να φωνάξει το γιατρό, η καημένη θα είχε αποβάλει κι εγώ δε θα γεννιόμουν ποτέ!

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Ναι, θυμάμαι! Τι βραδιά κι εκείνη. Έγινα μούσκεμα μέχρι να φτάσω στο σπίτι του γιατρού.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Βλέπεις λοιπόν που έχω δίκιο;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Υπερβολές. Άμα δεν υπήρχα εγώ, κάποιος άλλος θα βοηθούσε τη μητέρα μας.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Όχι, Στέφανε. Δεν έχεις δίκιο.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Δίκιο έχω. Δυστυχώς έτσι είναι, Κατερίνα. Είμαι ένας ασήμαντος. Και να μην υπήρχα, κανείς δε θα το έπαιρνε χαμπάρι…

(Χτυπάει πάλι το κουδούνι – η Κατερίνα πάει να ανοίξει – εμφανίζεται ο θείος Νικήτας)

ΝΙΚΗΤΑΣ: Γεια σας παιδιά. Τι κάνετε;

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Καλά είμαστε, θείε.

ΝΙΚΗΤΑΣ: Πού είναι ο πατέρας σας;

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Δουλεύει. Πουλάει κάστανα.

ΝΙΚΗΤΑΣ: (Προς το Στέφανο) Μα τι έχεις εσύ; Κάτι σε απασχολεί.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Τίποτα δεν έχω.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Μίλα στο θείο Νικήτα, Στέφανε. Μπορεί να σε βοηθήσει.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Όχι, δε χρειάζεται.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Μα γιατί;

ΝΙΚΗΤΑΣ: Τι είναι ρε παιδιά; Μιλήστε μου. Τι συμβαίνει; Πείτε μου να καταλάβω.

ΑΝΕΣΤΗΣ: Να, κύριε Νικήτα. Ο Στέφανος δεν πήρε καλούς βαθμούς στο τρίμηνο κι ο πατέρας του για να τον τιμωρήσει του είπε ότι δε θα του δώσει λεφτά για την εκδρομή του σχολείου. Μήπως μπορείτε να τον βοηθήσετε; Απ’ ό,τι γνωρίζω είστε πολύ πλούσιος.

ΝΙΚΗΤΑΣ: Πλούσιος δεν είμαι, ένα μαγαζί έχω που ευτυχώς πηγαίνει καλά. Αχ, καλό μου παιδί. Μακάρι να μπορούσα. Όμως έχω δώσει όρκο στον πατέρα του Στέφανου να μην του δώσω καθόλου χρήματα. Και ξέρετε βέβαια πόσο περήφανος είναι ο ξάδελφός μου ο Γρηγόρης.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Το ξέρω, θείε. Μη στενοχωριέσαι.

ΝΙΚΗΤΑΣ: Στέφανε, ό,τι είμαι σήμερα, το οφείλω στον πατέρα σου. Μαζί ξεκίνησαμε πουλώντας κάστανα. Κάποτε αποφάσισα να κάνω τη δική μου επιχείρηση. Κι όταν χρειάστηκα χρήματα, ήταν ο μόνος που με βοήθησε. Άμα δεν υπήρχε αυτός, η τράπεζα θα μου το έπαιρνε το μαγαζί. Γι’ αυτό του έχω τόσο μεγάλη υποχρέωση. Δε θα ξεχάσω ποτέ ό,τι μου έκανε… (Κοιτάζει το ρολόι του) Άργησα, πρέπει να φύγω. Πείτε στον πατέρα σας ότι τον ζήτησα. Εντάξει;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Εντάξει, θείε.

ΝΙΚΗΤΑΣ: Καληνύχτα.

(Ο θείος Νικήτας φεύγει)

ΑΝΕΣΤΗΣ: Κι εγώ πρέπει να φύγω, Στέφανε. Καληνύχτα. Θα τα πούμε αύριο.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Περίμενε, Ανέστη. Θα ’ρθω κι εγώ μαζί σου. Με περιμένει η Γεωργία στο σπίτι της.

ΑΝΕΣΤΗΣ: Και όπως είπαμε, μη στενοχωριέσαι. Δεν αξίζει…

(Ο Στέφανος μένει μόνος του)

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Πραγματικά δεν αξίζει αυτή η ζωή. Χίλιες φορές να μην υπήρχα. Να μην είχα γεννηθεί ποτέ!

(Αναβοσβήνουν τα φώτα – ακούγεται κεραυνός – τα φώτα σβήνουν εντελώς)

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Τι συμβαίνει; Τι γίνεται;

(Τα φώτα ανάβουν – εμφανίζονται μπροστά του δύο άγγελοι – ο Στέφανος τρομάζει)

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Ποιοι είστε εσείς; Πώς μπήκατε στο σπίτι μου;

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Μη φοβάσαι.

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Δεν ήρθαμε για κακό

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Τι θέλετε; Δεν έχω λεφτά. Είμαστε φτωχοί.

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Εμείς δε θέλουμε τίποτε.

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Εσύ κάτι θέλεις.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Μα τι εννοείτε;

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Ήρθαμε για να ικανοποιήσουμε την επιθυμία σου.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Άμα δεν μου πείτε ποιοι είστε θα φωνάξω την αστυνομία.

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Καλά, ντε. Μη θυμώνεις. Θα σου συστηθούμε.

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Είμαστε άγγελοι.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Τι είστε;

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Αυτό που άκουσες

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Και πού είναι τα φτερά σας;

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Μμμ…Μπορώ να πω ότι έκανες μια πολύ καλή ερώτηση.

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Βλέπεις, δεν έχουμε φτερά.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Γιατί;

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Γιατί είμαστε μαθητευόμενοι.

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Ακριβώς!

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Και οι μαθητευόμενοι άγγελοι δεν έχουν φτερά.

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Δεν το ξέρεις αυτό;

(Ο Στέφανος δεν φαίνεται να τους πιστεύει)

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Έχεις ακούσει ποτέ τη φράση «δόξα τω θεώ»;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Ναι, γιατί;

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Κάθε φορά που ένας καλός άνθρωπος στη γη λέει «δόξα τω θεώ» σημαίνει ότι ένας άγγελος στον ουρανό κερδίζει τα φτερά του.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Τόσοι πολλοί είναι οι άγγελοι;

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Γιατί; Νομίζεις ότι είναι πολλοί οι καλοί άνθρωποι στη γη;

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Αν ήξερες πόσο σπάνια ακούγεται εκεί πάνω το «δόξα τω θεώ»…

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Εμείς για να κερδίσουμε τα φτερά μας θα πρέπει να πετύχουμε σε τρεις αποστολές.

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Κι εσύ είσαι η τρίτη μας.

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Και φαρμακερή! Ήρθαμε να σου βάλουμε μυαλό.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: (Υποψιασμένος) Μήπως σας έστειλε ο φίλος μου ο Τάσος να με δουλέψετε;

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Δε μας πιστεύεις;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Τι να πιστέψω; Ότι είστε άγγελοι; Αφήστε με ήσυχο, σας παρακαλώ! Δεν έχω καθόλου καλή διάθεση. Είμαι πολύ στενοχωρημένος.

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Μα γιατί; Η ζωή είναι υπέροχη!

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Για μένα δεν είναι καθόλου υπέροχη. Είναι μαύρη κι ανάποδη. Κι αυτό που εύχομαι εδώ και καιρό είναι να μην είχα γεννηθεί ποτέ. Δε θέλω να υπάρχω. Μόνο προβλήματα μου έχει δώσει η ζωή μέχρι τώρα…

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Πολύ καλά. Η επιθυμία σου εκπληρώθηκε.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Τι εννοείτε;

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Απ’ αυτή τη στιγμή δεν υπάρχεις. Δεν γεννήθηκες ποτέ.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Είστε τρελοί;

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Καθόλου. Το μόνο που θέλουμε είναι να σου δείξουμε πόσο σημαντικός είσαι στη ζωή των υπόλοιπων ανθρώπων.

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Κι αν τα καταφέρουμε ίσως κερδίσουμε κι εμείς τα φτερά μας.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: (Θυμωμένος) Πότε θα τελειώσει αυτό το ανόητο παιχνίδι;

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Τελείωσε. Φεύγουμε.

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Και όπως είπαμε. Δεν υπάρχεις. Δε γεννήθηκες ποτέ. Ο Στέφανος Αναγνώστου είναι ανύπαρκτος.

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Αυτό που πρόκειται να δεις από δω και πέρα είναι πόσο διαφορετική έγινε η ζωή όλων χωρίς εσένα.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: (Χωρίς να τους πιστεύει) Καλά. Άντε γεια σας. Στο καλό.

(Οι άγγελοι φεύγουν – μένει μόνος του)

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Συμπαθητικοί ήταν οι δυο τους. Όμως κρίμα που σάλεψαν τα μυαλά τους…

(Εμφανίζεται η μητέρα του)

ΜΗΤΕΡΑ: Ποιος είσαι εσύ; Τι θέλεις εδώ πέρα;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Μαμά, με δουλεύεις; Εγώ είμαι, ο Στέφανος!

ΜΗΤΕΡΑ: Ποιος Στέφανος. Δε γνωρίζω κανέναν μ’ αυτό το όνομα.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Μα ο γιος σου είμαι! Με ξέχασες;

ΜΗΤΕΡΑ: Δεν έχω γιο. Λέγε, παλιόπαιδο, ποιος σ’ έβαλε να έρθεις νυχτιάτικα; Λεφτά θέλεις;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Σοβαρά μιλάς τώρα; Δε μ’ αναγνωρίζεις;

ΜΗΤΕΡΑ: Όχι. Δε σε ξέρω. Πρώτη φορά σε βλέπω στη ζωή μου.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Ω, Θεέ μου! Κάτι έπαθε η μητέρα μου. Αμνησία πρέπει να είναι. Εγώ φταίω, τόσο που την στενοχώρησα. (Προς τη μητέρα του) Δε μου λες, τον άντρα σου τον θυμάσαι; Τον Γρηγόρη;

ΜΗΤΕΡΑ: Πού τον ξέρεις εσύ τον άντρα μου;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Ε, όχι και πού τον ξέρω…θα με τρελάνεις, ρε μάνα;

ΜΗΤΕΡΑ: Μη με ξαναπείς μάνα. Δεν είμαι μάνα σου.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Εντάξει. Μη θυμώνεις. Να φωνάξω τον μπαμπά…ε, τον άντρα σου, τον Γρηγόρη ήθελα να πω. Να δεις που αυτός θα με θυμάται.

ΜΗΤΕΡΑ: Και πώς θα τον φωνάξεις εκεί που βρίσκεται;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Δεν είναι μακριά. Στην αγορά είναι και πουλάει κάστανα.

ΜΗΤΕΡΑ: Ο άντρας μου δεν πουλάει κάστανα πλέον. Από τότε που έχασα το παιδί μου, μπλέχτηκε με κακές παρέες και τώρα είναι στη φυλακή.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Έχασες το παιδί σου; Μα αφού ήμουν εγώ κι έτρεξα να ειδοποιήσω το γιατρό. Το ξέχασες; Και γεννήθηκε η Κατερίνα, που είναι σήμερα 10 χρονών!

ΜΗΤΕΡΑ: Κανείς δεν ήταν να με βοηθήσει. Ο άντρας μου έψηνε κάστανα εκείνη την ώρα… (Σκέφτεται λίγο)

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Μαμά, προσπάθησε να θυμηθείς. Εγώ, είμαι!

ΜΗΤΕΡΑ: Σου είπα να μη με ξαναπείς μαμά. Πότε θα το καταλάβεις;. Άντε φύγε αμέσως γιατί θα φωνάξω την αστυνομία.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Μα τι λες τώρα;

ΜΗΤΕΡΑ: Έξω γρήγορα!

(Ο Στέφανος φεύγει)

 

3η σκηνή

(Στο δρόμο συζητούν οι δύο άγγελοι)

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Πώς την βλέπεις την περίπτωση του Στέφανου;

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Δύσκολη…πολύ δύσκολη…

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Μια ζωή απαισιόδοξος είσαι.

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Μα δε βλέπεις τι πεισματάρης είναι;

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Έχουμε καταφέρει και δυσκολότερες περιπτώσεις.

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Δυσκολότερες απ’ του Στέφανου; Δε νομίζω…

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Ξέχασες, μου φαίνεται, το νεαρό που ήθελε να πηδήξει απ’ τη γέφυρα;

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Τον Ματθαίο;

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Ναι, αυτή ήταν δύσκολη περίπτωση. Έτοιμος να πηδήξει στο ποτάμι!

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Δίκιο έχεις. Καλά που σκεφτήκαμε να του στείλουμε εκείνο το μικρό αγόρι. Μου κάνει εντύπωση πώς ένα παιδικό χαμόγελο, μπορεί ν’ αλλάξει τη ζωή των ανθρώπων…

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Κι εκείνο το σπαγγοραμένο που δεν έδινε λεφτά στα παιδιά του;

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Άλλη περίπτωση αυτή. Ωραία η ιδέα σου να του δείξουμε το μέλλον. Θυμάσαι πώς έκανε όταν είδε πως θα πεθάνει μόνος κι αβοήθητος;

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Ό,τι και να πεις ήταν μεγάλη η επιτυχία μας. Μεταμορφώθηκε στον καλύτερο άνθρωπο του κόσμου.

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Ναι, δε λέω…Όμως…

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Τι είναι πάλι;

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Να, αυτόν το Στέφανο, τον φοβάμαι…είναι πολύ απογοητευμένος.

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Μη φοβάσαι τίποτε. Θα τα καταφέρουμε κι αυτή τη φορά.

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Το ελπίζω…

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Και θα τα κερδίσουμε τα φτερά με την αξία μας!

(Εμφανίζεται  ο Στέφανος, θυμωμένος)

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Εδώ είστε, εσείς; Πέστε μου γρήγορα, τι κάνατε στη μητέρα μου;

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Ηρέμησε…

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Μη φωνάζεις…Ενοχλείς τον κόσμο.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Θα φωνάζω όσο θέλω! Πέστε μου, τι δώσατε στη μητέρα μου και έπαθε αμνησία; Μήπως ναρκωτικά;

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Εμείς ναρκωτικά;

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Δεν είμαστε καλά…

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Σας ξέρω εσάς. Κάνετε τους φίλους στην αρχή και μετά…

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Στέφανε, σοβαρέψου. Δεν είμαστε έμποροι ναρκωτικών.

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Αφού σου είπαμε. Είμαστε άγγελοι.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Είμαι σίγουρος ότι κάτι δώσατε στη μητέρα μου. Δεν είναι μόνο ότι με ξέχασε. Άρχισε να λέει και περίεργα πράγματα… πως ο πατέρας μου είναι τάχα στη φυλακή και η αδελφή μου δεν γεννήθηκε ποτέ!

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: (Προς τον Άγγελο 1) Όπως σου είπα. Είναι πολύ δύσκολη περίπτωση!

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Μη στενοχωριέσαι…Κάτι μου λέει πως θα τα καταφέρουμε κι αυτή τη φορά!

(Εμφανίζεται ο Ανέστης – κρατάει μια κούτα με χαρτομάντηλα)

ΑΝΕΣΤΗΣ: Κύριοι, μήπως θέλετε ένα πακέτο χαρτομάντηλα;

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Όχι, ευχαριστούμε.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: (Τον κοιτάζει με έκπληξη) Αυτός μοιάζει με τον Ανέστη…

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Δώσε μου ένα. Πόσο κάνει;

ΑΝΕΣΤΗΣ: Μισώ ευρώ.

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Ορίστε.

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: (Παραξενεμένος) Τι θα τα κάνεις τα χαρτομάντηλα;

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Ε, ας το βοηθήσουμε το παιδί. Τι άγγελοι είμαστε;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Μα είναι ο Ανέστης. Είμαι σίγουρος. Ανέστη, τι κάνεις εδώ; Γιατί πουλάς χαρτομάντηλα;

ΑΝΕΣΤΗΣ: Τι συμβαίνει, φίλε; Με ξέρεις;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Ανέστη, εγώ είμαι! Ο Στέφανος! Ο συμμαθητής σου! Στο ίδιο θρανίο δε καθόμαστε;

ΑΝΕΣΤΗΣ: Με δουλεύεις ρε; Εγώ σταμάτησα το σχολείο εδώ και χρόνια.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Μα γιατί;

ΑΝΕΣΤΗΣ: Γιατί ήμουνα ο χειρότερος μαθητής… Ειδικά στα Μαθηματικά…

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Μα τι λες τώρα Ανέστη; Δε σε βοηθούσα πάντα εγώ;

ΑΝΕΣΤΗΣ: (Κοιτάζει προς τους αγγέλους) Είναι μεθυσμένος;

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Όχι, όχι.

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Μόνο λίγο ζαλισμένος

ΑΝΕΣΤΗΣ: Μα να λέει ότι καθόταν μαζί μου στο θρανίο; Είναι δυνατόν; Αφού εγώ καθόμουν με τον Παπαδόπουλο. Ας ήταν μια φορά να μου έδειχνε κάτι αυτό το παιδί…

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: (Τρομαγμένος) Με τον Παπαδόπουλο καθόσουν;

ΑΝΕΣΤΗΣ: Τι έγινε; Τον ξέρεις κι αυτόν;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Μα είναι ο πιο αντιπαθητικός της τάξης

ΑΝΕΣΤΗΣ:  Σ’ αυτό έχεις δίκιο. Ίσως αν καθόμουν με κάποιον άλλο να ήταν καλύτερα…

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Μα με μένα καθόσουν! Το ξέχασες;

ΑΝΕΣΤΗΣ: Α, εσύ δεν είσαι μόνο μεθυσμένος. Μου φαίνεται ότι σου έχει στρίψει και λίγο η βίδα…

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Κι ο κύριος Ηρακλής; Δε σε βοήθησε τόσες φορές;

ΑΝΕΣΤΗΣ: Τι λες, ρε; Αυτός είναι που μ’ έδιωξε!

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Ο κ. Ηρακλής; Μα είναι ο καλύτερος δάσκαλος!

ΑΝΕΣΤΗΣ: Ο πιο στριμμένος θες να πεις. Δεν υπάρχει χειρότερος. Ειδικά από τότε που συνέβη το περιστατικό…

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Ποιο περιστατικό;

ΑΝΕΣΤΗΣ: Α! Εσύ έχεις πολλή όρεξη για κουβέντα. Όμως εγώ βιάζομαι. Πρέπει να πουλήσω δυο κούτες χαρτομάντηλα μέχρι τις 12 το βράδυ. Λοιπόν, φεύγω. Γεια σου.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Περίμενε! Στάσου!

ΑΝΕΣΤΗΣ: Α! Άσε με, σε παρακαλώ! Έχω δουλειά!

(Ο Ανέστης φεύγει)

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Ο Ανέστης να πουλάει χαρτομάντηλα στο δρόμο…Τι περίεργο κι αυτό. Ακούς εκεί να μου πει ότι τον έδιωξαν απ’ το σχολείο. Και το άλλο που μου είπε για τον κ. Ηρακλή; Ότι τάχα είναι στριμμένος; Πολύ περίεργο…

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Ξέρεις, Στέφανε, πρέπει να σου εξηγήσουμε κάτι για τον κ. Ηρακλή.

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Ναι, δυστυχώς ο Ανέστης έχει δίκιο. Ξέχασε τον κ. Ηρακλή που ήξερες. Έγινε τώρα ο πιο ανάποδος δάσκαλος του σχολείου.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Γιατί;

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Κάποιοι μαθητές τον έβαλαν να καθίσει σε σπασμένη καρέκλα…

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Ο Αλέξης;

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Ναι, με το φίλο του τον Τάσο.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Λέτε ψέματα! Δεν έγινε ποτέ αυτό. Δεν τους άφησα. Θυμάμαι πολύ καλά! Τους μάλωσα και τους δύο γι’ αυτό που ήθελαν να κάνουν.

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Δυστυχώς έγινε. Ο καημένος ο κ. Ηρακλής πήγε στο νοσοκομείο με ράγισμα στη λεκάνη…

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Κι ενώ αυτός πονούσε, όλη η τάξη είχε πέσει κάτω απ’ τα γέλια.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Μα δεν μπορεί!

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Αχ, Στέφανε. Πόσες φορές θα στο πούμε;

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Δεν υπάρχεις! Το ξέχασες;

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Κανείς δεν είπε στον Αλέξη και τον Τάσο να μην κάνουν αυτή την άσχημη πράξη…

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Κι από τότε ο κ. Ηρακλής μεταμορφώθηκε στον πιο ανάποδο δάσκαλο του σχολείου!

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Βασανίζει τα παιδιά με το χειρότερο τρόπο!

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Κι όλα αυτά γιατί δεν υπήρχες εσύ!

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Θα με τρελάνετε εσείς! Φύγετε γρήγορα. Αφήστε με ήσυχο. Όλο περίεργα πράγματα μου λέτε!

(Εμφανίζεται ο θείος Νικήτας)

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Α, ο θείος Νικήτας!

ΝΙΚΗΤΑΣ: Φρέσκα κάσταναααα! Εδώ τα φρέσκα και νόστιμα κάσταναααα! Μήπως θέλετε, κύριοι;

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Όχι, ευχαριστούμε.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Θείε Νικήτα, πόσο χαίρομαι που σε βλέπω! Έλα γιατί αυτοί οι δύο θα με τρελάνουν.

ΝΙΚΗΤΑΣ: Τι θέλεις, αγόρι μου; Κάστανα ψητά ή βραστά;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Με δουλεύεις, θείε Νικήτα;

ΝΙΚΗΤΑΣ: Γιατί με λες, θείο;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Αααα! Δεν αντέχω άλλο! Σε ’βαλαν κι εσένα στο κόλπο τους αυτοί οι απατεώνες;

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Μην τον ακούτε, κύριε.

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Είναι λίγο ταραγμένος.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Θείε Νικήτα, κοίταξέ με καλά. Δε μ’ αναγνωρίζεις;

ΝΙΚΗΤΑΣ: Θα έπρεπε;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Μα είμαι ο Στέφανος! Ο γιος του ξαδέλφου σου του Γρηγόρη!

ΝΙΚΗΤΑΣ: Και πού τον γνωρίζεις εσύ τον Γρηγόρη; Μήπως απ’ τη φυλακή;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Άντε πάλι! Γιατί όλοι λέτε ότι είναι στη φυλακή ο πατέρας μου; Τι σας έπιασε;

ΝΙΚΗΤΑΣ: Αγόρι μου, φαίνεσαι ταραγμένος. Μήπως θέλεις να σε πάω σπίτι σου;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Αλήθεια λέω. Είμαι ο γιος του Γρηγόρη!

ΝΙΚΗΤΑΣ: Ο Γρηγόρης δεν έχει παιδιά. Ξάδελφός του είμαι. Δε θα το ήξερα αν είχε;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Λες ψέματα!

ΝΙΚΗΤΑΣ: Να σε πάω σπίτι σου να ξεκουραστείς;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Δεν θέλω να πάω σπίτι μου! (Προς τους αγγέλους) Την παλιά μου ζωή θέλω! Την Κατερίνα, τους γονείς μου, τον Ανέστη και το θείο Νικήτα που είναι πλούσιος. (Προς το θείο του) Εσύ, δεν έχεις λεφτά;

ΝΙΚΗΤΑΣ: Τι λεφτά να έχω; Είδες ποτέ σου καστανά πλούσιο;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Μα αφού άλλαξες δουλειά! Άνοιξες μαγαζί. Το ξέχασες; Σου δάνεισε ο ξάδελφός σου.

ΝΙΚΗΤΑΣ: Ο Γρηγόρης; Ας γελάσω…Αυτός ο μπεκρής; Πού να βρει τα χρήματα; Μήπως στη φυλακή;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: (Προς τους αγγέλους) Γιατί μου το κάνατε αυτό; Τι σας έκανα;

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Εσύ μας το ζήτησες.

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Αυτό δεν ευχόσουνα; Να μην υπάρχεις;

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Ικανοποιήσαμε λοιπόν την επιθυμία σου.

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Όλα αυτά συνέβησαν γιατί δεν υπήρχες.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Μα εγώ δεν ζήτησα να χαλάσετε όλων τη ζωή…

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Η ζωή τους άλλαξε γιατί δεν γεννήθηκες εσύ!

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Βλέπεις πόσο σημαντικός είσαι;

(Εμφανίζεται ο δάσκαλος του Στέφανου)

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: (Προς το θείο Νικήτα) Έλα εδώ, βρε απατεώνα!

ΝΙΚΗΤΑΣ: Τι συμβαίνει, κύριος;

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Μου πούλησες χαλασμένα κάστανα!

ΝΙΚΗΤΑΣ: Αποκλείεται! Τα δικά μου κάστανα είναι τα καλύτερα.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ:  Έτσι λες εσύ. Και όμως είχε μέσα ένα μπαγιάτικο.

ΝΙΚΗΤΑΣ: Μόνο ένα; Εσύ προηγουμένως είπες ότι όλα ήταν χαλασμένα.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ:  Δεν φτάνει ένα;

ΝΙΚΗΤΑΣ: Καμιά φορά μπορεί κατά λάθος να βρεθεί και κανένα σκάρτο. Συμβαίνουν αυτά.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Δεν ακούω τίποτε. Δως μου πίσω τα λεφτά μου γιατί θα σε καταγγείλω στην αστυνομία!

ΝΙΚΗΤΑΣ: Για ένα κάστανο χαλασμένο;

ΔΑΣΚΑΛΟΣ:  Όχι μόνο γι’ αυτό. Για πες μου, έχεις νόμιμη άδεια;

ΝΙΚΗΤΑΣ: Ε…ξέρεις η γραφειοκρατία…Αργούν αυτές οι άδειες.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Θέλω τα λεφτά μου.

ΝΙΚΗΤΑΣ: Πω, πω! Τι άνθρωπος είσαι εσύ; (Του επιστρέφει τα λεφτά) Πολύ κακία έχεις μέσα σου.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Άμα χρειαστώ ψυχολόγο θα σε φωνάξω.

ΝΙΚΗΤΑΣ: Μα για ένα κάστανο…

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Σιωπή! Μη μιλάς άλλο γιατί έχω τα νεύρα μου. Μ’ αυτά τα παλιόπαιδα που έμπλεξα. Όμως σήμερα το ευχαριστήθηκα. Δύο έδιωξα απ’ το σχολείο.

ΝΙΚΗΤΑΣ: Μα τι σου έκαναν τα παιδιά;

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Ξέρεις τι έχω τραβήξει εγώ απ’ αυτούς τους σατανάδες; Μέχρι και σπασμένη καρέκλα μου έβαλαν να καθίσω. Μια βδομάδα στο νοσοκομείο ήμουνα. Από τότε όμως άλλαξα και βρήκα την ησυχία μου. Έτσι είναι…Καλύτερα να σε φοβούνται παρά να σ’ αγαπούν. Όλοι στο σχολείο νομίζουν ότι είμαι στριμμένος…

ΝΙΚΗΤΑΣ: Ε, δεν το νομίζουν κι άδικα…

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Κύριε Ηρακλή, με θυμάστε; Ο Στέφανος είμαι.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ:  Δεν σε ξέρω. Ποιος είσαι;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Ο Στέφανος. Ο αγαπημένος σας μαθητής!

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Δεν έχω αγαπημένο μαθητή εγώ.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Μα, κ. Ηρακλή, χτες δεν ήρθατε σπίτι μου;

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Εγώ να έρθω στο σπίτι σου. Τι λες ρε; Είσαι στα καλά σου;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Συγγνώμη. Μάλλον λάθος έκανα.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Άντε μη ξεσπάσω πάνω σου. (Προς το θείο Νικήτα) Και όπως είπαμε, μην τολμήσεις και μου πουλήσεις ξανά μπαγιάτικα κάστανα!

(Φεύγει ο δάσκαλος)

ΝΙΚΗΤΑΣ: Παλιάνθρωπε…άσπλαχνε…Τι ψυχή θα παραδώσεις; μου λες;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Θείε Νικήτα, μη στενοχωριέσαι…

ΝΙΚΗΤΑΣ: Άσε με κι εσύ, θεότρελε! Μη με ξαναπείς έτσι. Δε μ’ αρέσει.

(Φεύγει και ο θείος Νικήτας)

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: (Προς τους αγγέλους) Θέλω την παλιά μου ζωή! Δώστε τη μου πίσω!

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Μα εσύ ευχόσουν να γίνει αυτό…

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Να μην είχες γεννηθεί ποτέ…

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Δεν το εύχομαι πλέον.

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Και δε νομίζεις πια ότι είναι μαύρη η ζωή;

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: Κι ανάποδη;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Όχι, η ζωή είναι υπέροχη. Με τα προβλήματα και τις δυσκολίες της βέβαια, αλλά πάντως είναι υπέροχη! Σας παρακαλώ, μη μου τη στερείτε!

ΑΓΓΕΛΟΣ 1: Καλά, θα το σκεφτούμε…

ΑΓΓΕΛΟΣ 2: (Εμπιστευτικά) Άντε τα καταφέραμε! Τα κερδίσαμε τα φτερά μας!

(Οι άγγελοι αποχωρούν – εμφανίζεται ο Ανέστης)

ΑΝΕΣΤΗΣ: Στέφανε, επιτέλους σε βρίσκω!

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Ανέστη, τι κάνεις; Τα πούλησες τα χαρτομάντηλα;

ΑΝΕΣΤΗΣ: Ποια χαρτομάντηλα; Δεν καταλαβαίνω.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Δεν πουλάς χαρτομάντηλα; Έγινες ξανά μαθητής;

 ΑΝΕΣΤΗΣ: Τι ήπιες, Στέφανε; Ουίσκι, βότκα; Μήπως τίποτε χειρότερο;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: (Τον αγκαλιάζει) Ανέστη, είμαι πολύ χαρούμενος.

ΑΝΕΣΤΗΣ: Μπορείς να μου πεις πού εξαφανίστηκες; Όλος ο κόσμος σε ψάχνει. Κινητοποιήθηκε ακόμα και η αστυνομία!

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Γιατί;

ΑΝΕΣΤΗΣ: Τι γιατί; Από χτες το βράδυ σε χάσαμε. Λες και άνοιξε η γη και σε κατάπιε! Πού ήσουνα;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Άσ’ το Ανέστη. Είναι μεγάλη ιστορία. Σημασία έχει ότι επέστρεψα.

(Εμφανίζεται η Κατερίνα)

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Στέφανε, τι συνέβη; Πού χάθηκες;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Κατερίνα! (Την αγκαλιάζει) Πόσο χαίρομαι που σε ξαναβλέπω! Υπάρχεις λοιπόν!

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: (Προς τον Ανέστη) Τι λέει αυτός καλέ;

ΑΝΕΣΤΗΣ: Φαίνεται είναι από το σοκ. Να τον πάμε στο σπίτι του.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: (Προς την Κατερίνα) Είναι κι ο μπαμπάς στο σπίτι;

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Φυσικά και είναι. Έχει τρελαθεί απ’ την αγωνία.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Και δεν είναι στη φυλακή;

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Φυλακή; Θεός φυλάξει… Τι λες, Στέφανε; Είσαι με τα καλά σου;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Μια χαρά είμαι! Ποτέ δεν ήμουν καλύτερα!

ΑΝΕΣΤΗΣ: Είσαι σίγουρος;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Κατερίνα, θα σου κάνω μία ερώτηση. Όμως, πρόσεξε, θέλω ειλικρινή απάντηση.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Ακούω.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Τι δουλειά κάνει ο μπαμπάς; Πες μου ότι πουλάει κάστανα!

ΑΝΕΣΤΗΣ: Μην τον πλησιάζεις, Κατερίνα! Μπορεί να είναι κολλητικό!

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Σταμάτα, Ανέστη. Την Κατερίνα ρώτησα.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Μα φυσικά και πουλάει κάστανα. Τι άλλο;

ΑΝΕΣΤΗΣ: Ε, όχι και κάστανα…Μετοχές πουλάει ο πατέρας σου…

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Σοβαρά;

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Όχι, Στέφανε. Μην τον ακούς. Σε δουλεύει. Αλήθεια σου λέω. Κάστανα πουλάει ο πατέρας μας.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Κι ο θείος Νικήτας; Μήπως είναι ακόμα καστανάς;

ΑΝΕΣΤΗΣ: (Κουνάει το χέρι του) Εσύ έχεις χάσει πολλά επεισόδια…

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Ακόμα κάστανα; Άνοιξε μαγαζί. Ας είναι καλά ο πατέρας, που τον βοήθησε τότε…

ΑΝΕΣΤΗΣ: Μα πού ήσουνα, Στέφανε; Δε μας είπες.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Τι να σου πω, Ανέστη…Αν σας πω τι μου συνέβη, θα με περάσετε για τρελό…

(Εμφανίζεται ο δάσκαλος)

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Εδώ είστε; Ευτυχώς σας βρήκα! Γεια σου, Στέφανε. Πού ήσουνα;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: (Φοβισμένος) Γεια σας, κύριε Ηρακλή.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Μα τι έχεις; Γιατί είσαι φοβισμένος;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: (Προς τον Ανέστη) Είναι ο κύριος Ηρακλής που ξέραμε;

ΑΝΕΣΤΗΣ: Όχι, είναι ο κλώνος του…Μα τι λες;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Άσ’ τα αστεία. Απάντησέ μου. Είναι ο καλός ο κ. Ηρακλής ή ο στριμμένος;

ΑΝΕΣΤΗΣ: (Γελώντας) Μη φοβάσαι. Τον στριμμένο τον κρατάμε κλειδωμένο. Δεν τον αφήνουμε να κυκλοφορεί ελεύθερος!

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Μη με δουλεύεις, Ανέστη. Εγώ σου μιλάω σοβαρά!

ΑΝΕΣΤΗΣ: Εντάξει, μη θυμώνεις. Ο καλός είναι.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Στέφανε, έμαθα τι συνέβη.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Μα πώς το μάθατε;

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Μου το είπαν τα παιδιά.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Οι άγγελοι;

ΑΝΕΣΤΗΣ: Αμάν! Βλέπεις και αγγέλους;

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Ποιοι άγγελοι;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Συγγνώμη, κ. Ηρακλή. Τι ακριβώς μάθατε;

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Ότι δε σου δίνει ο πατέρας σου χρήματα για την εκδρομή.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Ααα! Αυτό σας είπαν.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Μη στεναχωριέσαι, Στέφανε.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Μα εγώ δε στενοχωριέμαι. Και τι έγινε που δεν θα πάω εκδρομή; Η ζωή είναι υπέροχη!

ΑΝΕΣΤΗΣ: Για να καταλάβω κάτι. Δηλαδή χαίρεσαι που δεν θα πας εκδρομή;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Δεν χαίρομαι γι’ αυτό. Χαίρομαι που έχω μια θαυμάσια οικογένεια. Χαίρομαι που είμαι ζωντανός και απολαμβάνω τη ζωή!

ΑΝΕΣΤΗΣ: Και με τα μαθήματα; Που δεν παίρνεις καλούς βαθμούς;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Όλα θα διορθωθούν! Με τον καιρό. Αλλά και να μη γίνει τίποτε δεν πειράζει γιατί…

ΑΝΕΣΤΗΣ: Ξέρω, ξέρω…Η ζωή είναι υπέροχη…

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Ακριβώς.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Μα σταματήστε να μιλήσω! Γι’ αυτό ήρθα εδώ. Στέφανε, συνέβη κάτι απίστευτο. Μόλις έμαθαν οι συμμαθητές σου ότι δεν έχεις λεφτά για την εκδρομή αποφάσισαν όλοι να δώσουν απ’ το χαρτζιλίκι τους να σε βοηθήσουν!

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Σοβαρά!

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Βεβαίως! Μαζεύτηκε όλο το ποσόν! Δεν είναι υπέροχο;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Όλα είναι υπέροχα σ’ αυτή τη ζωή, κ. Ηρακλή!

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Δόξα τω Θεώ! Όλα τελείωσαν καλά!

ΑΝΕΣΤΗΣ: Αυτό ξαναπέστο! Δόξω τω θεώ, που βρήκαμε το Στέφανο!

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Κατερίνα, Ανέστη! Ξέρετε τι σημαίνει αυτό που είπατε;

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Το «δόξα τω Θεώ»;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Ναι!

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Είναι νομίζω σαν να ευχαριστούμε το Θεό!

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Όχι, δεν είναι μόνο αυτό!

ΑΝΕΣΤΗΣ: Τι άλλο είναι, ρε Στέφανε; Θα μας τρελάνεις!

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Κάθε φορά που ένας καλός άνθρωπος στη γη λέει «δόξα τω Θεώ», ένας άγγελος στον ουρανό κερδίζει τα φτερά του!

ΑΝΕΣΤΗΣ: Τι άλλο θ’ ακούσουμε σήμερα!

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Κι εσείς το είπατε δυο φορές. Άρα δύο άγγελοι κέρδισαν τα φτερά τους!

ΑΝΕΣΤΗΣ: Καλά που δεν το είπαμε παραπάνω δηλαδή…

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Αυτό πού το άκουσες, Στέφανε;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Μου το είπαν δύο φίλοι που γνώρισα χτες το βράδυ. Και είμαι σίγουρος ότι τώρα μας βλέπουν και χαμογελούν!

(Ακούγεται η μουσική του τέλους – εμφανίζονται οι δύο άγγελοι με φτερά και χαμογελαστοί κλείνουν τη σκηνή)

ΤΕΛΟΣ

Advertisements

13 Responses to «Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΟΧΗ» διασκευή της ταινίας του Φρανκ Κάπρα «Μια υπέροχη ζωή»

  1. Ο/Η Νικος λέει:

    θα μπορουσα να ερθω σε επικοινωνία με τον ή την συγγραφέα ????

    • Ο/Η Θωμάς λέει:

      Δεν συνηθίζω να μην απαντάω στα σχόλια των αναγνωστών του μπλοκ, γι’ αυτό να σας ζητήσω συγνώμη γιατί μου ξέφυγε το σχόλιο σας και δεν υπέπεσε στην αντίληψη μου. Τώρα, έστω και καθυστερημένα να σας απαντήσω πως το έργο είναι δικό μου αλλά βασίζεται στην ταινία του Φρανκ Κάπρα «Μια υπέροχη ζωή».
      Μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μου στο μπλοκ αυτό ή στο «λογομνήμων κατ’ ευφημισμόν» που είναι το άλλο μπλοκ με το οποίο ασχολούμαι.

  2. Ο/Η Χαρούλα Χατζή λέει:

    συγχαρητηρια για τη δουλεια σας!!!!!!!θα μπορουσα να εχω οπτικο υλικο απο το συγκεκριμένο θεατρικο?

    • Ο/Η Θωμάς λέει:

      Ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια.
      Να σας ομολογήσω όμως πως δεν έτυχε ποτέ να ανεβάσω το συγκεκριμένο θεατρικό με την τάξη μου. Συνεπώς δεν υπάρχει οπτικό υλικό.
      Το έργο όμως βασίζεται στην κλασική αμερικάνικη ταινία «Μια υπέροχη ζωή». Την ταινία μπορείτε να την δείτε (δυστυχώς χωρίς υπότιτλους) εδώ:

      Η εμφάνιση του αγγέλου γίνεται λίγο πριν από το 1. 40΄40΄΄. Όλο το δικό μου έργο βασίζεται στην ιδέα αυτή. Ένας άγγελος λέει στον Τζέιμς Στιούαρτ πως η ευχή του πραγματοποιηθήκε και πως πλέον δεν υπάρχει. Δεν γεννήθηκε ποτέ. Και στη συνέχεια βλέπει τις αλλαγές στη ζωή των ανθρώπων που αγαπάει.

  3. Ο/Η Χαρούλα Χατζή λέει:

    Σας ευχαριστω πολύ για την άμεση απαντηση σας!Εργάζομαι σε ένα κέντρο διημέρευσης ΑΜΕΑ και θα ηθελα πολυ να ανεβασω μια παρασταση με τα παιδιά. Το συγκεκριμένο θεατρικό μου φανηκε αρκετα ενδιαφερον, ιδιαίτερα για όσους το παρακολουθήσουν. Μια και σίγουρα έχετε μεγαλύτερη εμπειρία από εμενα μήπως έχετε να μου προτείνετε και κάποιο άλλο θεατρικό που φυσικά θα ανταποκρίνεται στις δυνατότητες παιδιών με νοητική υστέρηση?

    • Ο/Η Θωμάς λέει:

      Πρώτα πρώτα θα ήθελα να σας πω πόσο θαυμάζω την προσπάθειά σας και πόση συγκίνηση ένιωσα διαβάζοντας πως θέλετε να παρουσιάσετε θέατρο με αυτά τα παιδιά. Ένα θεατρικό δικό μου που θα σας πρότεινα είναι ο Ζωντανός υπολογιστής. Είναι κωμωδία και έχει θέμα παρεμφερές με το πρόβλημα των παιδιών. Ίσως χρειαστεί μια απλούστευση της πλοκής, αλλά αυτό εσείς είστε καταλληλότερη από εμένα να το κάνετε. Μακάρι να δουλεύατε στη Θεσσαλονίκη, τότε θα μπορούσα να σας βοηθήσω κι εγώ στο στήσιμο της παράστασης.
      Σας εύχομαι κάθε επιτυχία, όποιο έργο κι αν αποφασίσετε να παρουσιάσετε.

  4. Ο/Η Χαρούλα Χατζή λέει:

    Ηδη με βοηθησατε πολυ!Εμένα όπως και οποιονδηποτε αλλο που εχει την καλη διαθεση να ξεφυγει απο τα πλαισια μιας στειρας μαθησης.Και πραγματικα στερούμαστε εκπαιδευτικών με όραμα.Και παλι συγχαρητηρια για τη δουλεια που κανετε!Ειμαι ψυχολογος στο Κεντρο Διημερευσης και Ημερήσιας Φροντιδας ΑΜΕΑ στη Λιβαδεια και θεωρω το θεατρο την καλυτερη ψυχοθεραπεια. Θα συζητησω με τη διευθυντρια του Κεντρου να συναποφασισουμε ποιο απο τα δυο θα ανεβασουμε και θα σας στειλω οπτικο υλικο αν βεβαια τελικα καταφερουμε να το προχωρησουμε λιγο παραπανω απο τα πλαισια του θεατρικου παιχνιδιου. Συνεχιστε την εξαιρετικη δουλεια που κανετε!Και παλι σας ευχαριστω!

  5. Ο/Η Φωτεινή Μπέκου, Φιλόλογος λέει:

    Συγχαρητήρια για την υπέροχη δουλεία σας! Η ζωή είναι πράγματι υπέροχη και εσείς μας την κάνετε πιο εύκολη. Θέλω την άδειά σας για να ανεβάσω το θεατρικό έργο σας «Η ζωή είναι υπέροχη».

  6. Ο/Η ΝΑΤΑΣΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ λέει:

    Καλή σας ημέρα και από εμένα!

    Η ταινία του Φρανκ Κάπρα είναι από τις αγαπημένες μου και χαίρομαι ιδιαίτερα που βρήκα αυτή τη φοβερή δουλειά σας. Είμαι ηθοποιός και κάνω θεατρικό παιχνίδι στα παιδιά της »Κιβωτού του κόσμου». Στα πλαίσια της αναζήτησης ενός θεατρικού έργου που θ’ ανέβει τα Χριστούγεννα, έπεσα πάνω στη δουλειά σας και αφενός θα ήθελα να ζητήσω την άδεια σας ν’ ανεβάσω αυτό το έργο και αφετέρου να σας ευχαριστήσω πολύ εκ των προτέρων.

    Μ’ εκτίμηση,
    Νατάσα Παπαδάκη.

    • Ο/Η Θωμάς λέει:

      Κι εγώ έχω την εντύπωση ότι το συγκεκριμένο έργο ταιριάζει με τα Χριστούγεννα. Σας δίνω την άδεια και σας εύχομαι καλή επιτυχία.

  7. Ο/Η ΝΑΤΑΣΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ λέει:

    Σας ευχαριστώ και πάλι! Εύχομαι να πάνε όλα καλά, να έρθει εκείνη η μέρα και θα χαιρόμουν ιδιαίτερα αν μπορούσατε να έρθετε κι εσείς!

    Καλή σας συνέχεια.

  8. Ο/Η ΝΑΤΑΣΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ λέει:

    Καλησπέρα σας και πάλι!

    Θα μπορούσα να έχω το email σας, ώστε να σας στείλω πρόσκληση για την Χριστουγεννιάτικη γιορτή που διοργανώνουμε;

    Σας ευχαριστώ εκ των προτέρων.

    Μ’ εκτίμηση,
    Νατάσα Παπαδάκη.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s