ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ: θεατρικό έργο που παρουσιάζει τη ζωή του Θεμιστοκλή

ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ, Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ
ΕΝΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

ΘΕΑΤΡΙΚΟ

ΡΟΛΟΙ:
Θεμιστοκλής (παιδί)                         Θεμιστοκλής (νεαρός)
Θεμιστοκλής (ενήλικας)                  Θεμιστοκλής (μεσήλικας)
Θεμιστοκλής (γέρος)                        Δημάρατος
Σίκινος                                                Σίκινος (σε νεότερη ηλικία)
Αγόρι 1                                               Αγόρι 2
Αγόρι 3                                               Νεοκλής (πατέρας του Θεμιστοκλή)
Αθηναίος 1                                        Αθηναίος 2
Αθηναίος 3                                        Αθηναίος 4
Αριστείδης                                         Ευρυβιάδης
Aδείμαντος                                        Στρατηγός 1
Στρατηγός 2                                      Στρατηγός 3
Χορός: 5 γυναίκες Περσίδες

ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ: Ο Θεμιστοκλής, αρχικά εξοστρακισμένος και στη συνέχεια καταδικασμένος για προδοσία από την Αθήνα,  αναγκάζεται να καταφύγει στην αυλή του Πέρση βασιλιά Αρταξέρξη, γιου του Ξέρξη. Δίπλα του πάντα ο πιστός του δούλος, Σίκινος.
Ένα βράδυ ο -επίσης εξόριστος- Σπαρτιάτης Δημάρατος επισκέπτεται τον Θεμιστοκλή και του ανακοινώνει πως ο Αρταξέρξης χρειάζεται τη βοήθειά του προκειμένου να επιτεθεί με στρατό εναντίον των Αθηναίων. Ο Θεμιστοκλής έχει δύο επιλογές: να προδώσει την πατρίδα του ή να δώσει τέλος στη ζωή του.
Όλο το έργο εκτυλίσσεται τη βραδιά που ο Θεμιστοκλής σκέφτεται ποια απόφαση θα πάρει, ενώ παράλληλα, μέσα από συζητήσεις με τον Σίκινο, κάνει έναν απολογισμό της ζωής του.


 

ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ: Το δαχτυλίδι

ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ(γέρος): Σίκινε, το δαχτυλίδι μου! Πού είναι το δαχτυλίδι μου;

Ο Θεμιστοκλής ψάχνει σε όλο το δωμάτιο για το δαχτυλίδι του. Μετά από λίγο εμφανίζεται ο Σίκινος κρατώντας το δαχτυλίδι.

ΣΙΚΙΝΟΣ: Να το, Θεμιστοκλή. Δίπλα στο κρεβάτι σου ήταν. Δεν το είδες;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Όχι. Γέρασα πια. Δε βλέπω και τόσο καλά.

Ο Θεμιστοκλής φοράει το δαχτυλίδι.

ΣΙΚΙΝΟΣ: Γιατί το αγαπάς τόσο πολύ αυτό το δαχτυλίδι;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Μου θυμίζει τον πατέρα μου. Αλλά είναι και κάτι άλλο. Αυτό το δαχτυλίδι μου έσωσε τη ζωή.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Πότε;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Όταν ήρθαμε στην Περσία και έπρεπε να επισκεφτώ τον Αρταξέρξη. Ξέρεις τι μου είπαν οι φρουροί του; Πως πρέπει να τον προσκυνήσω.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Ε, βέβαια. Έτσι γίνεται σ’ αυτή τη χώρα. Όλοι προσκυνούν τον βασιλιά.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Εγώ όμως είμαι Αθηναίος. Ελεύθερος άνθρωπος. Δεν προσκυνούμε εμείς.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Μα τον προσκύνησες.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Όχι. Απλώς έριξα κάτω το δαχτυλίδι κι έσκυψα να το πιάσω. Όλοι νόμισαν πως τον προσκύνησα. Αλλά δεν το είχα κάνει.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Θεμιστοκλή, είσαι πολύ έξυπνος άνθρωπος.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Τόσο έξυπνος που με κυνηγούν Αθηναίοι και Σπαρτιάτες και αναγκάστηκα να βρεθώ ικέτης στην αυλή του βασιλιά της Περσίας.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Ίσως είσαι πιο έξυπνος από ό,τι θα έπρεπε. Θυμάμαι πως από τα παιδικά σου χρόνια ξεχώριζες από τα άλλα παιδιά της ηλικίας σου.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Τι μου θύμισες τώρα, Σίκινε. Τότε που ήμουνα μικρό παιδί κι έπαιζα στις γειτονιές της Αθήνας.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Κι εγώ σε πρόσεχα να μη χτυπήσεις…
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Εγώ όμως στην έσκαγα. Αλλού με έψαχνες κι αλλού βρισκόμουνα.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Ήσουν μεγάλος μπελάς.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Σαν χθες ήταν που έπαιζα με τα άλλα αγόρια.

ΣΙΚΙΝΟΣ: Σαν χθες…

Βγαίνουν στη σκηνή 4 αγόρια. Το ένα είναι ο Θεμιστοκλής σε παιδική ηλικία.

ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Να ‘μαι. Φοράω τα σανδάλια του θείου μου.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (παιδί): Σταματήστε, δεν μπορώ να τρέξω άλλο. Μου λύθηκαν τα σανδάλια μου.
ΑΓΟΡΙ 1: Θεμιστοκλή, όλο δικαιολογίες είσαι.
ΑΓΟΡΙ 2: Αφορμή ψάχνεις να σταματήσεις το παιχνίδι.
ΑΓΟΡΙ 3: Τίποτα δεν έχουν τα σανδάλια σου.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (παιδί): Μα αφού μου λύθηκαν! Αλήθεια λέω!
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (γέρος): Έλα μικρέ. Θα σε βοηθήσω εγώ.

Ο γέρος Θεμιστοκλής βοηθάει τον μικρό Θεμιστοκλή με τα σανδάλια του.

ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (γέρος): Να, έτσι μπαίνει αυτό. Και κάνει κόμπο εδώ.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (παιδί): Έτσι μου το κάνει ο πατέρας μου. Εσύ πώς το ξέρεις;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (γέρος): Όταν ήμουν στην ηλικία σου φορούσα τα ίδια σανδάλια.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (παιδί): Τα ίδια ακριβώς;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (γέρος): Περίπου.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (παιδί): Κι είχαν το ίδιο ελάττωμα;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (γέρος): Ναι, το ίδιο ελάττωμα. Ο θείος σου δεν σου τα έφτιαξε;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (παιδί): Ναι, πώς το ξέρεις κι αυτό;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (γέρος): Τον ξέρω τον θείο σου.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (παιδί): Ξέρεις και τον πατέρα μου;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (γέρος): Ναι, τον ξέρω.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (παιδί): Μπορείς να του πεις να μη στέλνει συνέχεια τον Σίκινο να με προσέχει; Έχω κουραστεί πια.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (γέρος): Εντάξει, θα του το πω.
ΑΓΟΡΙ 1: Θεμιστοκλή, τι θα γίνει;
ΑΓΟΡΙ 2: Θα παίξουμε επιτέλους;
ΑΓΟΡΙ 3: Βαρεθήκαμε.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (παιδί): Θέλετε να παίξουμε ένα άλλο παιχνίδι;
ΑΓΟΡΙ 1: Τι παιχνίδι;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (παιδί): Έχω ετοιμάσει έναν λόγο πολιτικό. Προσπαθώ να πείσω την εκκλησία του δήμου να στείλει βοήθεια στους Έλληνες της Μ. Ασίας. Θέλετε να σας τον εκφωνήσω;
ΑΓΟΡΙ 2: Μα αυτό δεν είναι παιχνίδι.
ΑΓΟΡΙ 3: Αυτό είναι βαρετό.
ΑΓΟΡΙ 1: Θα παίξεις ό,τι παίζουμε. Αλλιώς φύγε.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (παιδί): Έχει πολύ ενδιαφέρον. Εσείς θα κάνετε την εκκλησία του δήμου.
ΑΓΟΡΙ 2: Παιδιά, πάμε να φύγουμε.
ΑΓΟΡΙ 3: Ναι, φεύγουμε. Γεια σου, Θεμιστοκλή.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (παιδί): Όχι, περιμένετε. Εντάξει, θα παίξουμε το παιχνίδι σας.

Τα παιδιά φεύγουν. Ο μικρός Θεμιστοκλής τους ακολουθεί.

ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (γέρος): Χα, χα. Έτσι ήμουνα μικρός. Δε μου άρεσαν τα συνηθισμένα παιδικά παιχνίδια.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Εμένα το λες; Αφού θυμάμαι τον δάσκαλό σου. Ξέρεις τι έλεγε στον πατέρα σου;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (γέρος): Τι έλεγε;
ΣΙΚΙΝΟΣ: Όταν σε είδε να φτιάχνεις λόγους πολιτικούς -αντί να παίζεις παιχνίδια- είπε στον πατέρα σου πως εσύ θα γίνεις κάτι πολύ μεγάλο, μόνο που δεν ήξερε αν θα ήταν κάτι πολύ καλό ή κάτι πολύ κακό.


 

ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΚΗΝΗ: Το δίλημμα

Ο Σπαρτιάτης Δημάρατος, εξόριστος κι αυτός στην αυλή του Πέρση βασιλιά από τα χρόνια του Ξέρξη, επισκέπτεται τον γέρο Θεμιστοκλή.
ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ: Γεια σου, Θεμιστοκλή, τι κάνεις;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Γεια σου, Δημάρατε. Για ποιο λόγο ήρθες στο φτωχικό μου;
ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ: Ε, όχι και φτωχικό. Μια χαρά περνάς εδώ. Σαν βασιλιάς. Ο Αρταξέρξης σου έχει φερθεί μέχρι τώρα πολύ καλά.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Δεν έχω παράπονο.
ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ: Έμαθες τα νέα; Αποστάτησε η Αίγυπτος. Με τη βοήθεια των Αθηναίων φυσικά.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Το περίμενα ότι κάτι τέτοιο θα γινόταν αργά ή γρήγορα.
ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ: Και δεν είναι μόνο αυτό. Ο Κίμων με τις τριήρεις του έφτασε ως την Κύπρο και την Κιλικία.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ο Κίμων… Ο Κίμων… όλο γι’ αυτόν ακούω χρόνια τώρα. Φτάνει πια!
ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ: Μα έχει κάνει μεγάλα κατορθώματα.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Όλα τα κατορθώματά του μαζί δεν κάνουν μία Σαλαμίνα!
ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ: Δε διαφωνώ μαζί σου.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Αυτό έλειπε να διαφωνείς. Ό,τι και να κάνει ο Κίμων τη δόξα μου δεν πρόκειται να τη φτάσει.
ΚΙΜΩΝ: Το λες αυτό επειδή σε εξόρισε;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Όχι. Απλώς βλέπω πιο σωστά τα πράγματα. Οι εκστρατείες του εναντίον των Περσών είναι άσκοπες.
ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ: Γιατί;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Γιατί ο πραγματικός κίνδυνος είναι δίπλα στην Αθήνα.
ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ: Τη Σπάρτη εννοείς;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ποιαν άλλη; Μα ο Κίμων είναι τυφλωμένος από τη συμπάθεια που τρέφει για τους Σπαρτιάτες.
ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ: Άκου, Θεμιστοκλή, δεν ήρθα εδώ να συζητήσουμε για τον Κίμωνα. Για άλλο λόγο ήρθα.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ποιο λόγο;
ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ: Ο μεγάλος βασιλιάς, ο Αρταξέρξης, είναι εξοργισμένος με τους Αθηναίους.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Λογικό.
ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ: Μ’ έστειλε εδώ να σου ανακοινώσω κάτι.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Τι να μου ανακοινώσεις;
ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ: Λέει πως ήρθε η ώρα να εκπληρώσεις την υπόσχεσή σου.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ποια υπόσχεση;
ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ: Να βοηθήσεις τους Πέρσες εναντίον των Αθηναίων.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Αυτό δεν μπορεί να γίνει.
ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ: Είσαι υποχρεωμένος, Θεμιστοκλή. Κι εσύ μόνος σου παραδέχτηκες πως ο Πέρσης βασιλιάς σου φέρθηκε μέχρι τώρα ηγεμονικά.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Αυτό είναι αλήθεια. Αλλά να μου ζητάει να πολεμήσω την πατρίδα μου, κάτι τέτοιο είναι πάνω από τις δυνάμεις μου.
ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ: Μα αυτή η πατρίδα που λες σε εξόρισε.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Να η διαφορά μας, Δημάρατε. Εσένα σε εξόρισε η πατρίδα σου και συμμετείχες στην εκστρατεία του Ξέρξη, δίνοντάς του συμβουλές. Εγώ δε θα το κάνω.
ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ: Άσε τι έκανα εγώ, Θεμιστοκλή. Μην αλλάζεις τη συζήτηση. Κι αν θες να ξέρεις, εγώ δεν πρόδωσα την πατρίδα μου. Μάλιστα έστειλα και μήνυμα στους Σπαρτιάτες πως ο Ξέρξης ετοιμάζει εκστρατεία. Όσο για τις συμβουλές που έδινα στον Ξέρξη η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν τις ακολούθησε. Γι’ αυτό και έχασε. Του είπα για παράδειγμα να μη δώσει τη ναυμαχία μέσα στα στενά της Σαλαμίνας. Ήταν τραγικό του λάθος.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Τον παρέσυρα εγώ.
ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ: Ξέρεις τι άλλο του είπα; Να καταλάβει τα Κύθηρα και από εκεί να κάνει επιθέσεις εναντίον της Σπάρτης αλλά και όλης της Ελλάδας. Ούτε σε αυτό με άκουσε.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ευτυχώς.
ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ: Όμως είπαμε, το θέμα δεν είναι τι έκανα εγώ. Το θέμα είναι τι θα αποφασίσεις εσύ.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Σου είπα τι θα αποφασίσω.
ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ: Θεμιστοκλή, δεν έχεις περιθώρια επιλογής. Θα κοιμηθώ σήμερα εδώ, στη Μαγνησία. Αύριο πρωί όμως που θα φύγω, πρέπει να έρθεις μαζί μου. Αυτές είναι οι εντολές του βασιλιά. Με καταλαβαίνεις, έτσι;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Σε καταλαβαίνω.
ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ: Είμαι σίγουρος πως μέχρι αύριο το πρωί, αν σκεφτείς λίγο πιο ψύχραιμα, θα έχεις λάβει τη σωστή απόφαση.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Εντάξει, Δημάρατε.
ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ: Γεια σου, φεύγω. Θα τα πούμε αύριο το πρωί.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Αύριο το πρωί, Δημάρατε. Αύριο το πρωί.

Ο Δημάρατος φεύγει.

ΧΟΡΟΣ:

Τόσες και τόσες γυναίκες Περσίδες
χήρες γινήκαν μαυροντυμένες
κι άλλες χάσαν τα παιδιά τους
όλες μας δύσμοιρες, χαροκαμένες.

Ο πόλεμος αυτά έχει τα δεινά
κι όσοι εκστρατείες αποφασίζουν
να ξέρουν πως αργά ή γρήγορα
στο τέλος θύελλες θερίζουν

Τώρα ακούμε πως ο βασιλιάς μας
εκστρατεία ετοιμάζει φονική
σαν τον πατέρα του τον Ξέρξη
Στη χώρα που τη λένε ελληνική

Εμείς όμως οι γυναίκες από την Περσία
που το δάκρυ μας έχει στερέψει
δέηση κάνουμε και ικεσία
άλλο νεανικό αίμα να μην τρέξει.

ΤΡΙΤΗ ΣΚΗΝΗ: Οι παρατημένες τριήρεις.

Στο σπίτι του γέρου Θεμιστοκλή συνομιλούν ο Θεμιστοκλής με τον Σίκινο.

ΣΙΚΙΝΟΣ: Θεμιστοκλή, τι ήθελε ο Δημάρατος;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Τι να θέλει ένας Σπαρτιάτης στο σπίτι ενός Αθηναίου; Να του πει κάτι κακό.
ΣΙΚΙΝΝΟΣ: Τι συνέβη, Θεμιστοκλή; Πες μου κι εμένα.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ο Αρταξέρξης θέλει να τον βοηθήσω στην εκστρατεία του εναντίον των Αθηναίων.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Θα γυρίσουμε πίσω στην Ελλάδα;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Μην ενθουσιάζεσαι, Σίκινε. Δε θα γίνω εγώ προδότης. Δεν πρόκειται να βοηθήσω τον Αρταξέρξη.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Μα αυτός έχει τη δυνατότητα να σε τιμωρήσει αυστηρά. Ακόμα και να σε εκτελέσει.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Και λοιπόν; Ελεύθερος άνθρωπος ήμουν μια ζωή. Ευκαιρία τώρα να πεθάνω και σαν ελεύθερος. Διαλέγοντας εγώ τον τρόπο. Σίκιννε, έχω κρυμμένο δηλητήριο για τις δύσκολες ώρες.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Τι λες, Θεμιστοκλή; Είναι δυνατόν να σκέφτεσαι κάτι τέτοιο;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Αύριο το πρωί ο Δημάρατος επιστρέφει στην αυλή του βασιλιά και θέλει να με πάρει μαζί του. Δε σκοπεύω να τον ακολουθήσω.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Πάμε να φύγουμε τότε. Μέχρι να το καταλάβει ο Δημάρατος, θα είμαστε ήδη πολύ μακριά.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Να πάμε πού, Σίκινε; Σ’ ολόκληρη την Περσία θα μας κυνηγούν οι στρατιώτες του βασιλιά. Αλλά πες ότι είμαστε τυχεροί και φτάνουμε στην Ελλάδα. Εκεί θα είναι χειρότερα. Από ποιον να γλυτώσω; Από τους Αθηναίους ή από τους Σπαρτιάτες;
ΣΙΚΙΝΟΣ: Εγώ λέω να πας στον Αρταξέρξη και να τον παρακαλέσεις.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Δεν είμαι καλός στα παρακάλια, Σίκινε. Θυμάσαι τότε που με συμβούλευες να παρακαλέσω για να με βάλουν στο γυμναστήριο;
ΣΙΚΙΝΟΣ: Πώς δε θυμάμαι. Επειδή η μητέρα σου ήταν από τη Θράκη δε σου επέτρεπαν να συχνάζεις στο γυμναστήριο με τους ευγενείς Αθηναίους.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Εγώ όμως βρήκα άλλο τρόπο.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Που εξόργισε τον πατέρα σου…

Εμφανίζονται στη σκηνή ο Θεμιστοκλής σε νεαρή ηλικία και ο πατέρας του.

ΝΕΟΚΛΗΣ: Γιατί το έκανες αυτό, Θεμιστοκλή; Πώς τόλμησες;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (νεαρός): Τι έκανα, πατέρα;
ΝΕΟΚΛΗΣ: Τι έκανες; Τολμάς και ρωτάς; Όλη η Αθήνα για σένα μιλάει. Ειδικά οι αριστοκράτες είναι έξαλλοι μαζί σου.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (νεαρός): Το ξέρεις πολύ καλά πως δε με δέχονταν στο γυμναστήριο γιατί η μητέρα μου –η γυναίκα σου δηλαδή- είναι από τη Θράκη.
ΝΕΟΚΛΗΣ: Και τι σε πειράζει να πηγαίνεις στο Κυνόσαργες, όπως όλοι οι νόθοι Αθηναίοι. Στο γυμναστήριο του Ηρακλή. Κι αυτός νόθος θεός ήταν αφού η μητέρα του δεν ήταν αθάνατη.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (νεαρός): Εκεί πήγα. Απλώς ήρθαν και οι φίλοι μου μαζί.
ΝΕΟΚΛΗΣ: Τους παρέσυρες. Ενώ είναι όλοι τους αριστοκράτες. Από πονηριά το έκανες.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (νεαρός): Όχι. Οι φίλοι μου μ’ αγαπούν. Για να μη γυμνάζομαι μόνος μου αποφάσισαν να έρθουν μαζί μου στο Κυνόσαργες κι ας είναι αριστοκράτες. Ήθελαν να δείξουν στους γονείς τους πως αυτός ο διαχωρισμός είναι άδικος.
ΝΕΟΚΛΗΣ: Έβαλες κι εσύ το δαχτυλάκι σου όμως.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (νεαρός): Όχι.
ΝΕΟΚΛΗΣ: Και τώρα τι θα πω εγώ στους γονείς αυτών των νεαρών;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (νεαρός): Θα τους πεις πως ο γιος σου θα γίνει κάποτε ένας μεγάλος πολιτικός. Και είναι τιμή τους αν τα παιδιά τους είναι τώρα φίλοι μου.
ΝΕΟΚΛΗΣ: Αυτό να τους πω;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (νεαρός): Μάλιστα.
ΝΕΟΚΛΗΣ: Τι λες, Θεμιστοκλή; Το ξέρεις ότι πήραν τα μυαλά σου αέρα;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (νεαρός): Καθόλου αέρα δεν πήραν.
ΝΕΟΚΛΗΣ: Και θέλεις να γίνεις πολιτικός; Είσαι σίγουρος;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (νεαρός): Από μικρό παιδί αυτό ονειρεύομαι.
ΝΕΟΚΛΗΣ: Θυμάσαι τότε που πήγαμε στην παραλία του Πειραιά;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (νεαρός): Πώς δε θυμάμαι.
ΝΕΟΚΛΗΣ: Θυμάσαι εκείνες τις παλιές τριήρεις που ήταν παρατημένες στην ακροθαλασσιά και σαπίζανε τα ξύλα τους;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ναι.
ΝΕΟΚΛΗΣ: Έτσι φέρονται οι Αθηναίοι στους πολιτικούς τους όταν δεν τους χρειάζονται άλλο. Τους παρατάνε ή το χειρότερο τους εξορίζουν.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Δε με νοιάζει. Εγώ θα γίνω ο μεγαλύτερος πολιτικός της Αθήνας.
ΝΕΟΚΛΗΣ: Μα εσύ δεν μπόρεσες να μάθεις ούτε ένα μουσικό όργανο.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Μπορεί να μην ξέρω να παίζω λύρα ή ψαλτήρι, γνωρίζω όμως πώς να παραλάβω μια πόλη μικρή και άσημη και να την μετατρέψω σε ισχυρή και πλούσια.
ΝΕΟΚΛΗΣ: Τι να σου πω, Θεμιστοκλή. Αν νομίζεις ότι αυτός ο δρόμος σου ταιριάζει, τότε έχεις την ευχή μου, αν και δε συμφωνώ με αυτή την επιλογή σου…

Ο νεαρός Θεμιστοκλής και ο πατέρας του αποχωρούν από τη σκηνή.

ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (γέρος): Τον κατάφερα τον πατέρα μου. Τον έκανα να πιστέψει στις ικανότητές μου.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Θεμιστοκλή, ο πατέρας σου ήταν πολύ περήφανος για σένα. Άσχετα αν δε σου το έλεγε.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Σίκινε, το βράδυ περνάει και πρέπει να κάνω αυτό που σου είπα.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Βρε μανία με το δηλητήριο… Μη βιάζεσαι, Θεμιστοκλή. Έχουμε όλο το βράδυ δικό μας. Μου αρέσει η κουβέντα μας.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Κι εμένα μου αρέσει. Αλλά πρέπει μέχρι να ξημερώσει να έχουν τελειώσει όλα. Το καταλαβαίνεις;
ΣΙΚΙΝΟΣ: Ναι, Θεμιστοκλή μου, το καταλαβαίνω.

ΧΟΡΟΣ:
Η δόξα και τα πλούτη
τις πιο μεγάλες φέρνουν συμφορές
κι όταν οι άνθρωποι τα αναζητούνε
πικρά το μετανιώνουνε αμέτρητες φορές

Τη δόξα που εγνώρισε ο Θεμιστοκλής ο Αθηναίος
άνθρωπος δεν εγνώρισε σ’ όλη την οικουμένη
μα η δόξα φέρνει εχθρούς η δόξα φέρνει φθόνο
η δόξα συνταιριάζεται με πίκρα και με πόνο.

ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΚΗΝΗ: 200 τριήρεις

ΣΙΚΙΝΟΣ: Και τα κατάφερες, Θεμιστοκλή. Έγινες πολιτικός.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ναι, τα κατάφερα.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Τι κρίμα. Δεν μπόρεσα ποτέ να σ’ ακούσω να μιλάς στην εκκλησία του Δήμου.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ξέρεις, Σίκινε, πιο πολύ απ’ όλα αυτό μου λείπει: η εκκλησία του Δήμου…

Εμφανίζονται ο ενήλικας Θεμιστοκλής και 4 Αθηναίοι πολίτες.

ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Άνδρες Αθηναίοι, ακούστε με. Χρειαζόμαστε καράβια.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 1: Πού θα βρούμε τα χρήματα, Θεμιστοκλή;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 2: Πάλι φόρους θα μας βάλεις;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 3: Ο νους σου όλο στα καράβια είναι.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 4: Πάνε οι Πέρσες. Έφυγαν. Ακόμα δεν το κατάλαβες;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Άνδρες Αθηναίοι, ακούστε με. Οι Πέρσες θα επιστρέψουν. Να το θυμάστε αυτό. Στη στεριά δεν μπορούμε να τους πολεμήσουμε. Στη θάλασσα όμως, ναι. Εκεί είναι η δύναμή μας.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 1: Άσ’ τα αυτά, Θεμιστοκλή.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 2: Το μόνο που σ’ ενδιαφέρει είναι να δοξαστείς εσύ.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 3: Δεν έχουμε άλλα λεφτά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 4: Τέρμα οι σπατάλες.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Θα πάρουμε χρήματα από το ορυχείο του Λαυρίου. Μη ξεχνάτε ότι είμαστε σε πόλεμο με τους Αιγινήτες. Και όλοι ξέρετε πως το καλοκαίρι, στη ναυμαχία που έγινε, χάσαμε κάμποσα καράβια.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 1: Εντάξει. Ας ναυπηγήσουμε τότε 10 τριήρεις.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 2: Άντε, 20.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 3: Το πολύ 30.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 4: Ούτε μία παραπάνω.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Μα τι λέτε; Τι 20 και 30; 200 χρειαζόμαστε!
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 1: 200;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 2: Είσαι τρελός;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 3: Είναι δυνατόν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 4: Μα τους θεούς του Ολύμπου. Τι είναι αυτά που ακούμε σήμερα;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Με 200 τριήρεις κανείς στην Ελλάδα δε θα τολμήσει να τα βάλει μαζί μας. Ειδικά οι Σπαρτιάτες. Εκτός αν κάποιος από εσάς είναι φίλος με τους Σπαρτιάτες. Μήπως είναι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 1: Όχι, τι λες, Θεμιστοκλή;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 2: Κανείς δεν είναι φίλος με τους Σπαρτιάτες.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 3: Εντάξει. Συμφωνούμε.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 4: Δώσε εντολή να ξεκινήσουν οι εργασίες.

Φεύγουν οι τέσσερις Αθηναίοι και ο ενήλικας Θεμιστοκλής.
Έρχονται μπροστά ο γέρος Θεμιστοκλής και ο Σίκινος που τόση ώρα στέκονταν στην άκρη της σκηνής.

ΣΙΚΙΝΟΣ: Τι είχες πράγματι στο μυαλό σου, Θεμιστοκλή; Τους Πέρσες, έτσι δεν είναι;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ναι, τους Πέρσες φυσικά. Ο κόσμος νόμιζε πως μετά τον Μαραθώνα όλα είχαν τελειώσει. Μόνο εγώ ήμουν προβληματισμένος.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Γι’ αυτό δεν κοιμόσουν τα βράδια;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ακριβώς. Δε με άφηνε να κοιμηθώ η δόξα του Μιλτιάδη. Δεν έβλεπα παρά μόνο την ώρα που θα ξανάρχονταν οι Πέρσες. Ήταν για μένα η ευκαιρία να δείξω την αξία μου. Υπήρχε όμως και κάτι άλλο…
ΣΙΚΙΝΟΣ: Τι άλλο, Θεμιστοκλή;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ένας μόνο Αθηναίος κατάλαβε τις σκέψεις μου κι αυτός ήταν σε αντίθετο κόμμα.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Ποιος;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ο Αριστείδης.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Ο δίκαιος;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Γιατί τον λες κι εσύ έτσι; Εγώ δηλαδή δεν ήμουνα δίκαιος;
ΣΙΚΙΝΟΣ: Ήσουνα, αλλά…
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Τι αλλά. Έξυπνο να τον πεις, μάλιστα. Όχι όμως και δίκαιο.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Και κατάλαβε τις σκέψεις σου ο Αριστείδης;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ναι. Λες και μπήκε στο μυαλό μου.

Εμφανίζονται ο ενήλικας Θεμιστοκλής με τον Αριστείδη.

ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Συγχαρητήρια, Θεμιστοκλή. Τα κατάφερες και πέτυχες τον στόχο σου.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ευχαριστώ, Αριστείδη.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Να σου πω κάτι. Έχεις απόλυτο δίκιο. Πράγματι η σωτηρία της Αθήνας και όλης της Ελλάδας μπορεί να έλθει μόνο από τη θάλασσα. Όχι από τη στεριά.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Τότε γιατί δεν ψήφισες κι εσύ την πρότασή μου;
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Έλα, Θεμιστοκλή. Ας είμαστε ειλικρινείς. Δεν μας ακούει κανένας.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Τι εννοείς; Ότι έχω κάτι άλλο στο μυαλό μου;
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Φυσικά και έχεις κάτι άλλο. Ή μάλλον, για να είμαι πιο ακριβής, έχεις ΚΑΙ κάτι άλλο στο μυαλό σου.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Τι άλλο;
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Εμένα δε με ξεγελάς. Κατάλαβα από την αρχή τις προθέσεις σου. Ζήτησες 200 τριήρεις. Κάθε τριήρης χρειάζεται 170 κωπηλάτες. Σύνολο 34.000. Και ποιοι θα γίνουν κωπηλάτες; Μα φυσικά οι πιο φτωχοί που δεν έχουν χρήματα να αγοράσουν πανοπλία ώστε να πολεμήσουν στη στεριά. Δηλαδή οι ψηφοφόροι σου.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Κι αν ακόμα είναι έτσι, τι σε πειράζει εσένα;
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Τι με πειράζει; Μα είμαι αρχηγός του αριστοκρατικού κόμματος. Όλοι αυτοί οι φτωχοί μεροκαματιάρηδες θα είναι σε λίγο απαραίτητοι στην αθηναϊκή δημοκρατία. Άρα θα ζητήσουν περισσότερα πολιτικά δικαιώματα. Θα ζητήσουν να εκλεγούν σε δημόσια αξιώματα.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Έτσι είναι, Αριστείδη. Μια Αθήνα στρατιωτική δύναμη δεν έχει ανάγκη τους φτωχούς.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Ενώ μια Αθήνα ναυτική δύναμη θα στηρίζεται στους φτωχούς. Και όλοι θα ψηφίζουν εσένα.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Τι να κάνουμε. Η απόφαση ήδη πάρθηκε.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Δεν πειράζει. Μπορεί να αποδειχτεί και η πιο σωστή.

Ο Αριστείδης πάει να φύγει. Κοντοστέκεται όμως και επιστρέφει.

ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Α, και κάτι άλλο, Θεμιστοκλή. Έμαθα πως το επόμενο θύμα του εξοστρακισμού θα είμαι εγώ.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Τι λες, Αριστείδη; Ποιος σου είπε τέτοιο ψέμα;
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Θεμιστοκλή, μη με κάνεις να γελάσω. Αφού είδα τα όστρακα με το όνομά μου που ετοιμάζουν οι φίλοι σου. Είναι και ανορθόγραφα.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Αν είδες τέτοια όστρακα σημαίνει πως κάποιος άλλος έδωσε την εντολή, όχι εγώ.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Αχ, Θεμιστοκλή, λίγο περισσότερο ειλικρινής έπρεπε να είσαι. Λοιπόν, φαίνεται πως η Αθήνα δε μας χωράει και τους δύο. Και αν θες τη γνώμη μου, ίσως η καλύτερη λύση θα ήταν να εξοριστούμε και οι δυο μας για πάντα. Μήπως έτσι σταματήσει να βασιλεύει η διχόνοια στην Αθήνα.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Αριστείδη, αν ήσουν στο κόμμα μου, θα κάναμε την Αθήνα πανίσχυρη.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Δυστυχώς δεν είμαστε, Θεμιστοκλή.

Ο Αριστείδης φεύγει. Το ίδιο και ο ενήλικας Θεμιστοκλής.

ΣΙΚΙΝΟΣ: Τον εξόρισες τελικά τον Αριστείδη.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (γέρος): Όχι θα τον άφηνα να υποδαυλίζει τη θέση μου. Σίκινε, στην πολιτική για να πετύχεις πρέπει να είσαι σκληρός. Να μην παρασύρεσαι από συμπάθειες ή αντιπάθειες. Κι εγώ εκείνη την εποχή έβλεπα μόνο το καλό της Αθήνας και το καλό της Ελλάδας.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Και τη δόξα έβλεπες.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (γέρος): Ναι και τη δόξα.

ΧΟΡΟΣ:

Οι Έλληνες γιορτάζουν τα Ολύμπια
αγώνες γυμνικούς και ιππικούς
μα αν ρωτάτε για βραβείο
ένα στεφάνι είναι μόνο από κλαδί ελιάς.

Αλίμονό μας βασιλιά
με ποιους τα παλικάρια μας
να πολεμήσουν έφερες;
Αυτοί δεν αγωνίζονται για χρήματα
αυτοί παλεύουν μόνο για τη δόξα.


ΠΕΜΠΤΗ ΣΚΗΝΗ: τα ξύλινα τείχη

Εμφανίζονται στη σκηνή οι 4 Αθηναίοι και ο ενήλικας Θεμιστοκλής.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ 1: Άσχημα τα νέα. Ο Λεωνίδας ηττήθηκε στις Θερμοπύλες.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 2: Και τώρα ο Μαρδόνιος κατεβαίνει, με χιλιάδες στρατό, εναντίον της Αθήνας.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 3: Κάτι πρέπει να κάνουμε.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 4: Τι άραγε;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 1: Δεν είναι μόνο ο Μαρδόνιος με τον στρατό του. Είναι κι ο στόλος του Ξέρξη που ήδη πέρασε το Σούνιο.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 2: Ψυχραιμία. Κάτι θα σκεφτούμε.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 3: Μόνο οι Θεοί του Ολύμπου μπορούν να μας βοηθήσουν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 4: Ακούσατε για τον χρησμό του Μαντείου; Λέει πως τα ξύλινα τείχη θα σώσουν την Αθήνα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 1: Τα ξύλινα τείχη; Δεν προλαβαίνουμε να φτιάξουμε τώρα ξύλινα τείχη.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 2: Σε λίγες μέρες οι Πέρσες θα είναι εδώ.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 3: Ας χτίσουμε ένα μικρό τείχος, έτσι για να καλοπιάσουμε τους Θεούς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 4: Δε γίνονται αυτά τα πράγματα. Κάτι άλλο πρέπει να σκεφτούμε.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Άνδρες Αθηναίοι. Μην πανικοβάλλεστε. Η Αθήνα θα σωθεί. Το λέει και ο χρησμός.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 1: Ναι, αλλά λέει πως θα σωθεί από τα ξύλινα τείχη.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 2: Τα οποία δεν υπάρχουν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 3: Μήπως υπάρχουν και δεν το ξέρουμε, Θεμιστοκλή;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Φυσικά και υπάρχουν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 4: Τι λες, Θεμιστοκλή; Μήπως είσαι μεθυσμένος;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ακούστε τι σας λέω. Υπάρχουν τα ξύλινα τείχη. Και πράγματι αυτά θα μας σώσουν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 1: Και πού είναι;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Στη θάλασσα. Τα ξύλινα τείχη είναι τα καράβια μας. Οι 200 αθηναϊκές τριήρεις.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 2: Είσαι σίγουρος;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 3: Μιλάς σοβαρά;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Μιλάω πολύ σοβαρά. Μόνο στη θάλασσα μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τους Πέρσες και αυτό θα γίνει. Τα γυναικόπαιδα, οι γέροντες και οι δούλοι πρέπει να φύγουν από την Αθήνα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 4: Να φύγουν και πού να πάνε;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Απέναντι στην Τροιζήνα. Εκεί θα είναι ασφαλείς. Μέχρι να τελειώσει η ναυμαχία.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 1: Και τα σπίτια μας, μπορούμε να τα πάρουμε κι αυτά μαζί μας;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Όχι, την πόλη θα την εμπιστευτούμε στους Θεούς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 2: Μας λες δηλαδή πως πρέπει να αφήσουμε την Αθήνα έρημη;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 3: Μα θα έρθουν οι Πέρσες και θα την ρημάξουν.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ας την ρημάξουν. Ευκαιρία να την ξαναχτίσουμε και να τη στολίσουμε με αθάνατα μνημεία.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 4: Αυτό που ζητάς είναι πολύ σκληρό.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ακούστε με και δε θα το μετανιώσετε. Δεν έχουμε άλλη επιλογή. Ο στρατός των Πελοποννησίων στρατοπέδευσε ήδη στον Ισθμό. Δεν τους νοιάζει τι θα απογίνει η Αθήνα. Κι εμείς να υπερασπιστούμε μόνοι μας την πόλη μας είναι αδύνατον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 1: Ποια είναι η γνώμη του Κίμωνα;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Συμφωνεί μαζί μου.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 2: Αλήθεια λέει ο Θεμιστοκλής. Ο Κίμων πήγε με τους φίλους του στην Ακρόπολη, πήρε μια από τις ασπίδες αναθήματα κι αφού προσευχήθηκε στη Θεά έτρεξε προς τη θάλασσα.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Για να δείξει ότι η σωτηρία μας θα προέλθει μόνο από τη θάλασσα. Τι άλλη απόδειξη θέλετε;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 3: Οι εξόριστοι τι θα απογίνουν.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Έχω ετοιμάσει ήδη ψήφισμα που επιτρέπει στους εξόριστους να επιστρέψουν και να πολεμήσουν μαζί μας.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 4: Ο Αριστείδης;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Φυσικά και ο Αριστείδης. Τούτη την κρίσιμη ώρα τους χρειαζόμαστε όλους.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 1: Σωστά μιλάς, Θεμιστοκλή.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 2: Να γυρίσουν πίσω όλοι οι εξόριστοι.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ετοιμαστείτε λοιπόν να μπούμε στα καράβια. Εγώ πρέπει να φύγω. Έχω να συζητήσω με τον Ευρυβιάδη και τους άλλους στρατηγούς για το μέρος που θα δώσουμε τη ναυμαχία.

Αποχωρούν όλοι από τη σκηνή.
Εμφανίζονται ο γέρος Θεμιστοκλής με τον Σίκινο.

ΣΙΚΙΝΟΣ: Θεμιστοκλή, πες μου, σε παρακαλώ. Ήταν αληθινός ο χρησμός; Ή μήπως ήταν ένα ακόμα δικό σου τέχνασμα;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Σίκινε, η Ελλάδα σώθηκε. Αυτό έχει σημασία. Άρα ο χρησμός ήταν αληθινός.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Ξέρεις γιατί στο λέω; Γιατί ακούγεται πως υπήρξε νωρίτερα ένας άλλος χρησμός.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: (χαμογελάει) «Ταλαίπωροι, τι κάθεστε. Στα πέρατα του κόσμου να φύγετε είναι ώρα». Τέτοια έλεγε ο πρώτος χρησμός κι άλλα χειρότερα. Έτσι και τα άκουγαν οι Αθηναίοι, κανείς δε θα πολεμούσε.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Και πως τα κατάφερες, βρε αθεόφοβε;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Εσύ, τι λες; Θα έστελνα όποιον νάναι στο μαντείο; Έστειλα κάποιον της εμπιστοσύνης μου. Τον Τίμωνα, τον γιο του Ανδρόβουλου.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Και τι έκανε ο Τίμωνας; Άλλαξε τον χρησμό;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Όχι. Απλώς ζήτησε από τη μάντισσα να δώσει και δεύτερο χρησμό.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Και δέχτηκε η μάντισσα;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Δέχτηκε.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Μήπως πλήρωσε τους ιερείς ο Τίμωνας;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Να σου πω την αλήθεια, Σίκινε, ούτε ξέρω ούτε μ’ ενδιαφέρει να μάθω. Εγώ έστειλα τον Τίμωνα στο μαντείο με μια αποστολή. Να φέρει ευνοϊκό χρησμό. Με όποιον τρόπο μπορεί. Κατάλαβες;
ΣΙΚΙΝΟΣ: Τι να πω, Θεμιστοκλή. Πενήντα χρόνια είμαι δούλος σου μα τώρα μόνο αισθάνομαι πως σε γνωρίζω πραγματικά.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: (Κοιτάζει από το παράθυρο) Πρέπει να πέρασε η ώρα. Φάνηκε στον ουρανό ο Εωσφόρος. Όπου νάναι ξημερώνει.
Εδώ ο Θεμιστοκλής αναφέρεται στον πλανήτη Αφροδίτη που εμφανίζεται λίγο πριν την ανατολή του ήλιου. Σήμερα λέγεται και Αυγερινός. Επίσης ο ίδιος πλανήτης εμφανίζεται και λίγο μετά τη δύση του ήλιου, γι’ αυτό λεγόταν Έσπερος).
ΣΙΚΙΝΟΣ: Ναι, Θεμιστοκλή. Πρέπει να πάρεις μια απόφαση.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Το δαχτυλίδι μου, πού είναι το δαχτυλίδι μου; (Αναζητεί το δαχτυλίδι του).
ΣΙΚΙΝΟΣ: Ηρέμησε, Θεμιστοκλή. Το φοράς το δαχτυλίδι.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Α, ναι. Δίκιο έχεις. Το φοράω.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Λοιπόν, Θεμιστοκλή; Θα βοηθήσεις τον Αρταξέρξη στην εκστρατεία του;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Έχουμε λίγη ώρα ακόμα να το σκεφτώ. Ας συνεχίσουμε τη κουβέντα μας.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Πάντως το δηλητήριο να το ξεχάσεις…

ΧΟΡΟΣ:

Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για μεγάλα και σπουδαία αξιώματα
και ο μεγάλος βασιλιάς σου προσφέρει
σατραπείες να τις διοικείς μονάχος σου

Εσύ να μην τα δέχεσαι
κι η ψυχή σου άλλα να ζητάει:
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών
την Αγορά, το Θέατρο και τους Στεφάνους

Αυτά ο Αρταξέρξης δεν μπορεί να σου τα δώσει
αυτά δε θα τα βρεις εδώ στη σατραπεία
κι η ζωή σου πια νόημα δε θα ‘χει.

Τα λόγια του Χορού είναι εμπνευσμένα
από το ποίημα του Κ. Καβάφη «Σατραπεία».

ΕΚΤΗ ΣΚΗΝΗ: Πάταξον μεν, άκουσον δε.

Εμφανίζονται ο γέρος Θεμιστοκλής με τον Σίκινο.

ΣΙΚΙΝΟΣ: Θεμιστοκλή, τι έγινε στο καράβι του Ευρυβιάδη; Είναι αλήθεια πως σε χτύπησε;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Όχι. Πήγε να με χτυπήσει, αλλά δεν το έκανε. Συγκρατήθηκε.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Γιατί πήγε να σε χτυπήσει;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Γιατί του έλεγα πως κάνει λάθος.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Είσαι κι εσύ όμως ισχυρογνώμων.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Μόνο όταν πρόκειται για το καλό της πατρίδας μου. Μη ξεχνάς πως εγώ παραχώρησα την αρχηγία του στόλου στον Ευρυβιάδη. ΣΙΚΙΝΟΣ: Μα οι Σπαρτιάτες δεν έχουν πάντα την αρχηγία;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ποιος το λέει αυτό; 180 καράβια είχαμε στη Σαλαμίνα, 16 οι Σπαρτιάτες. Από πού κι ως πού να είναι αυτοί οι αρχηγοί;
ΣΙΚΙΝΟΣ: Τότε γιατί υποχώρησες;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Γιατί αλλιώς δε θα πολεμούσαν. Οι Σπαρτιάτες κάνουν σα μικρά παιδιά. Γι’ αυτό άφησα τον εγωισμό στην άκρη και πρόσφερα την αρχηγία στον Ευρυβιάδη.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Κι αυτός αντί για ευχαριστώ πήγε να σε βαρέσει;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Έγιναν πολλά εκείνο το βράδυ.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Θυμάμαι. Τότε που με έστειλες στον Ξέρξη.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Πριν σε στείλω όμως συνέβησαν διάφορα. Ήταν όλοι οι στρατηγοί σ’ εκείνη τη συνέλευση. Κορίνθιοι, Αιγινήτες, Μεγαρείς και άλλοι πολλοί…

Οι στρατηγοί των Ελλήνων συνεδριάζουν για να αποφασίσουν πού θα δώσουν τη ναυμαχία με τους Πέρσες.

ΑΔΕΙΜΑΝΤΟΣ (Κορίνθιος): Ευρυβιάδη, πρέπει να φύγουμε από τη Σαλαμίνα. Να πάρουμε τα καράβια μας και να πάμε στον Ισθμό.
ΕΥΡΥΒΙΑΔΗΣ: Γιατί το λες, αυτό Αδείμαντε;
ΑΔΕΙΜΑΝΤΟΣ: Μα εκεί θα είμαστε κοντά στον στρατό μας. Κοντά στις πατρίδες μας.
ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ 1: Δίκιο έχει ο Αδείμαντος.
ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ 2: Έτσι πρέπει να κάνουμε.
ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ 3: Εδώ μέσα στα στενά, σε λίγο θα αποκλειστούμε.
ΕΥΡΥΒΙΑΔΗΣ: Σωστά μιλάτε. Αυτό θα κάνουμε.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Όχι, Ευρυβιάδη. Δε μιλούν σωστά. Στο χέρι σου είναι σήμερα να σώσεις την Ελλάδα αν ακούσεις εμένα και μείνεις εδώ να ναυμαχήσεις.
ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ 1: Θεμιστοκλή, στους αγώνες τιμωρούν όσους σηκώνονται πριν την ώρα τους.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ναι, αλλά κι εκείνους που μένουν πίσω δεν τους στεφανώνουν.
ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ 2: Δεν έχεις μυαλό, Θεμιστοκλή.
ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ 3: Και θέλεις να μας παρασύρεις.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ευρυβιάδη, μην ακούς τα λόγια εκείνων που σου λένε να πάρεις τα πλοία και να πας στον Ισθμό.
ΕΥΡΥΒΙΑΔΗΣ: Άκου, Θεμιστοκλή…
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Αν ναυμαχήσεις στον Ισθμό θα δώσεις μάχη σε ανοιχτό πέλαγος που δε μας συμφέρει και θα χάσεις τη Σαλαμίνα.
ΕΥΡΥΒΙΑΔΗΣ: Εντάξει, Θεμιστοκλή. Ας μιλήσει και κανείς άλλος.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Όχι μόνο τη Σαλαμίνα. Θα χάσεις και την Αίγινα και τα Μέγαρα.
ΕΥΡΥΒΙΑΔΗΣ: Θεμιστοκλή, είπαμε ας μιλήσει και κάποιος άλλος.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Μαζί με το ναυτικό των Περσών θα ακολουθήσει και ο στρατός τους. Κι έτσι θα τους έχεις οδηγήσει εσύ ο ίδιος κατά της Πελοποννήσου.
ΕΥΡΥΒΙΑΔΗΣ: Θεμιστοκλή, σταμάτα.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Αν όμως κάνεις ό,τι προτείνω θα πολεμήσουμε σε μέρος στενό με λίγα πλοία εναντίον πολλών…
ΕΥΡΥΒΙΑΔΗΣ: Θεμιστοκλή, σταμάτα σου είπα. (Σηκώνει το μπαστούνι του να τον χτυπήσει).
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Πάταξον μεν, άκουσον δε!! (Χτύπα με αλλά άκουσε με).
Ο Ευρυβιάδης ηρεμεί και κατεβάζει το μπαστούνι του.
ΕΥΡΥΒΙΑΔΗΣ: Με συγχωρείς, Θεμιστοκλή, παραφέρθηκα.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Δε μ’ ενδιαφέρει αν παραφέρθηκες. Να κάνεις το σωστό. Αυτό μ’ ενδιαφέρει.
ΑΔΕΙΜΑΝΤΟΣ: Τολμάς να μιλάς, εσύ, Θεμιστοκλή που πλέον δεν έχεις πατρίδα; Η Αθήνα κάηκε από τους Πέρσες, δεν το έμαθες;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ποιος είπε πως δεν έχω πατρίδα; Να, η πατρίδα μου. Οι 180 τριήρεις που ήρθαν να σας βοηθήσουν. Κι απ’ αυτές τις τριήρεις όλοι περιμένετε τη σωτηρία σας.
ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ 1: Μην ακούς τον Θεμιστοκλή, Ευρυβιάδη. Πρέπει να φύγουμε.
ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ 2: Ναι, αυτό πιστεύουμε όλοι.
ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ 3: Να πολεμήσουμε στον Ισθμό. Κοντά στον στρατό μας.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ευρυβιάδη, αν δώσεις εντολή για απόπλου, σου ορκίζομαι πως εμείς οι Αθηναίοι δε θα σας ακολουθήσουμε.
ΕΥΡΥΒΙΑΔΗΣ: Και τι θα κάνετε; Πού θα πάτε;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Θα φύγουμε όλοι στην Κάτω Ιταλία να ιδρύσουμε εκεί αποικία.
ΕΥΡΥΒΙΑΔΗΣ: Εντάξει, Θεμιστοκλή, συμφωνώ μαζί σου αλλά δώσε μου λίγο χρόνο να σκεφτώ. Και να έχετε όλοι τα καράβια σας έτοιμα προς απόπλου. Αν δώσω το σύνθημα ξεκινάμε.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Μην το κάνεις αυτό, Ευρυβιάδη. Είναι λάθος.
ΕΥΡΥΒΙΑΔΗΣ: Θεμιστοκλή, είπαμε. Έχεις δίκιο. Απλώς θέλω να είμαστε έτοιμοι για κάθε ενδεχόμενο.

Αποχωρούν όλοι. Μένει μόνος του ο Θεμιστοκλής.

ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Σίκινε, πού είσαι;
ΣΙΚΙΝΟΣ (σε νεότερη ηλικία): Εδώ είμαι αφέντη μου. Τι με θέλεις;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Θα πάρεις μια βάρκα και θα πας κρυφά στον Πέρση βασιλιά.
ΣΙΚΙΝΟΣ(σε νεότερη ηλικία): Στον Ξέρξη;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ναι, στον Ξέρξη τον ίδιο.
ΣΙΚΙΝΟΣ(σε νεότερη ηλικία): Και τι θα του πω;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Θα του πεις πως οι Έλληνες σκοπεύουν να φύγουν από τα στενά της Σαλαμίνας. Γι’ αυτό πρέπει να κλείσει τα στενά όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.
ΣΙΚΙΝΟΣ(σε νεότερη ηλικία): Μα τι λες, Θεμιστοκλή; Μου ζητάς να προδώσω την πατρίδα σου;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ναι. Αυτό σου ζητάω.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Δεν καταλαβαίνω.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Να του πεις ακόμη πως ο Θεμιστοκλής του υπόσχεται πως θα τον βοηθήσει στη ναυμαχία.
ΣΙΚΙΝΟΣ(σε νεότερη ηλικία): Ό,τι πεις Θεμιστοκλή. Εμένα δε με νοιάζει. Δούλος είμαι τώρα, δούλος ήμουνα και αν οι Πέρσες νικήσουν. Εσύ όμως τι θα απογίνεις αν μαθευτεί τι έκανες;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Να μη σε νοιάζει. Αυτό είναι δικό μου θέμα.
ΣΙΚΙΝΟΣ(σε νεότερη ηλικία): Εντάξει, Θεμιστοκλή. Θα το κάνω. Όπως μου φέρθηκες εσύ κανείς δεν το έκανε. Μέχρι και παιδαγωγό στα παιδιά σου με έκανες. Σου έχω μεγάλη ευγνωμοσύνη.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Δεν έχεις σε μένα ευγνωμοσύνη, Σίκινε. Στην Αθήνα έχεις ευγνωμοσύνη. Είμαστε μια πόλη ελεύθερων ανθρώπων και έτσι πρέπει να φερόμαστε ακόμα και στους δούλους μας. Σαν ελεύθερους ανθρώπους. Μη κάθεσαι λοιπόν. Πάρε τη βάρκα και φύγε.
ΣΙΚΙΝΟΣ(σε νεότερη ηλικία): Έφυγα.

Ο Σίκινος και ο Θεμιστοκλής φεύγουν από τη σκηνή.

ΧΟΡΟΣ:

Ρώτησε ο μεγάλος βασιλιάς
που όλοι τον αγαπούμε και τον σεβόμαστε
τι άνθρωποι είναι αυτοί οι Αθηναίοι;
Σε ποιον υπακούνε;
Ποιον βασιλιά έχουν να φοβούνται;
Κι ο Δημάρατος, άνδρας σοφός και γνωστικός
του απάντησε: κανέναν βασιλιά μου.
Μόνοι τους ρίχνονται στη μάχη
και πολεμούν ατρόμητα
τον θάνατο δίχως να λογαριάζουν.
Γιατί είναι άνθρωποι ελεύθεροι
που προτιμούνε να πεθάνουνε ελεύθεροι
παρά να ζήσουν σκλάβοι υποταγμένοι.

 

 

 

Εμφανίζονται ο γέρος Θεμιστοκλής και ο Σίκινος.

ΣΙΚΙΝΟΣ: Τόσα χρόνια πέρασαν κι ακόμα δεν κατάλαβα τι είχες στο μυαλό σου εκείνο το βράδυ.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Είπαμε, Σίκινε. Ένας μόνο άνθρωπος καταλάβαινε τι σκέφτομαι: ο Αριστείδης.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Τελικά μ’ έστειλες να προδώσω;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Όχι, βέβαια.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Μα δεν είπα ψέματα. Την αλήθεια είπα. Ότι οι Έλληνες σκέφτονταν να φύγουν απ’ τη Σαλαμίνα.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ακριβώς αυτό ήθελα. Εκείνο το βράδυ είχα πολλές αμφιβολίες. Τον Ευρυβιάδη τον είχα πείσει. Αλλά τους υπόλοιπους στρατηγούς, όχι. Ήμουνα σίγουρος πως θα έπαιρναν τα καράβια τους και θα έφευγαν.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Και γιατί δε μου είπες το σχέδιο σου; Εγώ νόμιζα πως ήθελες να προδώσεις την Αθήνα.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Σίκινε, μ’ έχεις για αφελή; Αν σε βασάνιζαν οι Πέρσες τι θα γινόταν; Θα άντεχες ή θα ομολογούσες τα πάντα;
ΣΙΚΙΝΟΣ: Α, το ξέρεις το ελάττωμά μου. Δεν αντέχω στον πόνο.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Βλέπεις, λοιπόν; Έπρεπε να λάβω τα μέτρα μου. Για κάθε ενδεχόμενο. Ευτυχώς ο Ξέρξης σε πίστεψε.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Ναι, με πίστεψε. Γιατί όμως;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Γιατί του είπες αυτό που ήθελε να ακούσει. Ήθελε να ξεμπερδεύει με τους Έλληνες. Δεν του ήταν εύκολο να βρίσκει τρόφιμα κάθε μέρα για τόσες χιλιάδες στρατό.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Έτσι που τα λες, βλέπω πως έχεις δίκιο.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Κι ήταν και κάτι άλλο. Μη ξεχνάς πως ο Ξέρξης νίκησε στις Θερμοπύλες χάρις σε ένα προδότη, τον Εφιάλτη. Και μάλλον είδε στο πρόσωπό σου τον καινούριο προδότη.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Στον Αριστείδη όμως είπες την αλήθεια.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Φυσικά. Ο Αριστείδης κατάλαβε το σχέδιο μου και συμφώνησε. Ήρθε στο καράβι μου λίγο μετά τη συνεδρίαση των στρατηγών.

 


 

Εμφανίζονται στη σκηνή ο Αριστείδης και ο ενήλικας Θεμιστοκλής.

ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Γεια σου, Θεμιστοκλή.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Αριστείδη, τι ήρθες να κάνεις εδώ;
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Ήρθα να σου πω ότι συμφωνώ μαζί σου. Η ναυμαχία πρέπει να δοθεί εδώ, στα στενά της Σαλαμίνας.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Αριστείδη, αν και εχθρός μου, βλέπω συμφωνείς μαζί μου.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Δεν είμαι εχθρός σου. Εσύ με κατηγόρησες άδικα για κλοπή, εσύ με εξόρισες, εσύ με ανάγκαζες να βάζω άλλους να λένε τη γνώμη μου στην εκκλησία του Δήμου για να μην εναντιωθείς. Κατάλαβες;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Πάνε αυτά, Αριστείδη. Περασμένα ξεχασμένα.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Σ’ αυτό θα συμφωνήσω. Για ένα μόνο πρέπει να φιλονικούμε εμείς οι δύο. Ποιος θα κάνει μεγαλύτερο καλό στην πατρίδα μας.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Σωστά μιλάς.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Σου φέρνω όμως και νέα.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Τι νέα;
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Μάθε πως και να θέλουν να φύγουν οι Πελοποννήσιοι, πλέον δεν μπορούν. Ο Ξέρξης έκλεισε με τα καράβια του τα στενά της Σαλαμίνας. Είμαστε περικυκλωμένοι από τους εχθρούς.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Αυτό είναι θαυμάσιο νέο!
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Μη σε ακούσει κανείς άλλος να λες κάτι τέτοιο. Θα σε παρεξηγήσει.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ας με παρεξηγήσει. Δε με ενδιαφέρει πλέον. Μάθε κι εσύ λοιπόν κάτι που δεν το ξέρεις. Εγώ βοήθησα να μας αποκλείσουν οι Πέρσες.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Πώς βοήθησες;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Οι Έλληνες δεν ήθελαν να πολεμήσουν στη Σαλαμίνα. Εγώ όμως τους ανάγκασα να πολεμήσουν έστω και χωρίς τη θέλησή τους.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Πώς;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ειδοποίησα τον Ξέρξη πως ο Ευρυβιάδης σκοπεύει να βγάλει τα καράβια του έξω από τα στενά της Σαλαμίνας.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Έκανες κάτι τέτοιο; Το λέει η καρδιά σου.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Οι Κορίνθιοι τον είχαν πείσει να φύγει.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Τώρα οι Έλληνες θα πολεμήσουν θέλουν δε θέλουν.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Και θα πολεμήσουν ξεκούραστοι ενώ οι Πέρσες θα είναι κουρασμένοι.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Αυτό δεν το είχα σκεφτεί. Θεμιστοκλή, έχεις δίκιο. Όλο το βράδυ οι κωπηλάτες των περσικών καραβιών έκαναν κουπί.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Κι αύριο θα αρχίσουμε τη ναυμαχία πρωί πρωί. Τα έχω υπολογίσει όλα στο μυαλό μου.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Τι έχεις υπολογίσει;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Τις τελευταίες μέρες, κάθε πρωί βγαίνω με το καράβι μου στα νερά της Σαλαμίνας. Μίλησα με ψαράδες, με ντόπιους ναυτικούς. Ξέρεις τι παρατήρησα;
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Τι παρατήρησες;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Αρκετά μετά την αυγή, μόλις ο ήλιος αρχίζει να σηκώνεται, φυσάει μια αύρα που προκαλεί στη θάλασσα ελαφρύ κυματισμό. Οι δικές μας τριήρεις είναι χαμηλές. Δε θα έχουν πρόβλημα.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Ενώ τα περσικά που είναι ψηλότερα θα αρχίσουν να κλυδωνίζονται. Θεμιστοκλή, είσαι πανέξυπνος.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ειδικά τα καράβια των Φοινίκων, που έχουν ψηλές πρύμνες και πολυώροφα καταστρώματα δε θα μπορέσουν να μείνουν σταθερά. Εμείς θα είμαστε απέναντί τους. Και μόλις αρχίσουν να στρέφουν τα πλευρά τους, θα ορμήσουμε και με τα έμβολά μας θα τους τσακίσουμε.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Πρόσεχε. Οι Φοίνικες έχουν στα καράβια τους τοξότες που ρίχνουν αμέτρητα βέλη.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Μη φοβάσαι. Τα έχω υπολογίσει όλα. Έτσι που θα κουνιούνται τα καράβια τους τα βέλη δε θα πετυχαίνουν στόχο.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Ωραία. Θα πεις τα νέα στους άλλους στρατηγούς;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Όχι, εσύ πρέπει να τους πεις τα νέα. Εμένα δε θα με πιστέψουν. Θα νομίσουν ότι προσπαθώ να τους παραπλανήσω.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Εντάξει. Θα περάσω από τον Ευρυβιάδη και τους άλλους στρατηγούς.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Αριστείδη, έχω μια ιδέα. Αν πάνε όλα κατ’ ευχήν και νικήσουμε, θα στείλω τις πιο γρήγορες τριήρεις να καταστρέψουν τις γέφυρες που έφτιαξε ο Ξέρξης στον Ελλήσποντο.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Για ποιο λόγο;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Για να δυσκολευτεί να φύγει ο στρατός του.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Θεμιστοκλή, η γνώμη μου είναι όχι να καταστρέψεις τις γέφυρες αλλά αν μπορείς να χτίσεις κι ακόμα περισσότερες για να φύγει απ’ την Ελλάδα ο περσικός στρατός όσο γίνεται πιο γρήγορα.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Σοφά τα λόγια σου, Αριστείδη.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Μπορώ να φύγω τώρα;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Περίμενε. Είναι και κάτι άλλο που θέλω να σου πω.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Σ’ ακούω.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Αφορά τα σχέδια μου για μετά τον πόλεμο με τους Πέρσες.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Πολύ μακριά βλέπεις, Θεμιστοκλή.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ο σωστός πολιτικός πρέπει να είναι διορατικός.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Λοιπόν τι σχέδια έχεις για μετά τον πόλεμο;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Σκέφτομαι κάτι που δεν μπορώ να το ανακοινώσω στην εκκλησία του Δήμου. Αν τους πω όμως πως έχεις δώσει την έγκρισή σου, τότε η πρότασή μου θα περάσει κι ας μη την έχουν ακούσει οι Αθηναίοι.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Πες μου.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Μόλις διώξουμε τους Πέρσες, λέω να στείλουμε τις τριήρεις μας στον ναύσταθμο των υπόλοιπων Ελλήνων και να καταστρέψουμε τον στόλο τους. Έτσι θα γίνουμε κυρίαρχοι της Ελλάδας στη θάλασσα.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Με τρομάζεις, Θεμιστοκλή. Το μυαλό σου είναι δαιμόνιο.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Δε με νοιάζει αν σε τρομάζω. Πες μου, συμφωνείς; Είναι καλή η πρότασή μου; Τι θα πεις στους Αθηναίους;
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Θα τους πω ότι είναι η πιο ωφέλιμη πρόταση για την Αθήνα μα και η πιο άτιμη.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Αν το πεις αυτό θα απορριφθεί η πρότασή μου.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Ας απορριφθεί.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Μα δεν το βλέπεις; Μόλις φύγουν οι Πέρσες, οι εχθροί μας θα είναι οι Σπαρτιάτες και οι σύμμαχοί τους.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Οι Σπαρτιάτες δεν είναι εχθροί μας.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Εχθροί μας είναι! Αργά ή γρήγορα θα συγκρουστούμε μαζί τους.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Θεμιστοκλή, όσο και να μιλάμε δεν πρόκειται να συμφωνήσουμε. Όπως στην εκκλησία του Δήμου. Γι’ αυτό καλύτερα να πάω να ενημερώσω τον Ευρυβιάδη και τους άλλους στρατηγούς.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Εντάξει.
ΧΟΡΟΣ:

Σαν ήρθε το φως της αυγής
άρχισαν οι δυο στρατοί να μετριούνται με το μάτι
και ποιος θα κάνει την πρώτη κίνηση όλοι περίμεναν.

Ξάφνου, τα πλοία των Ελλήνων φάνηκαν να δειλιάζουν
και με την πρύμνη άρχισαν να υποχωρούν.
Εμπρός, γενναίοι Πέρσες, δείξτε τώρα τη δύναμή σας.
Ο βασιλιάς μας είναι στο βουνό και σας κοιτάει.

Κι όρμησαν τα παλικάρια μας μπροστά, δίχως να φοβούνται
μα οι τριήρεις των Ελλήνων έστριβαν εύκολα
και τσάκιζαν με τα έμβολά τους τα πλευρά και τα κουπιά μας.

Κι όταν άρχισε η φουσκοθαλασσιά
όλα τέλειωσαν για εμάς. Τα καράβια μας γίνονταν εύκολη λεία
καθώς οι τριήρεις έμοιαζαν με ύαινες
που ορμούν να κατασπαράξουν πληγωμένα θηρία.

Κι όσοι έπεφταν στη θάλασσα πνίγονταν
γιατί κολύμπι δεν ήξεραν.
Αλλά κι αν ήξεραν και έφταναν στην Ψυτάλεια
Ο Αριστείδης με τους άντρες του τους περίμενε εκεί
τέλος δίνοντας φριχτό σε όλους.

Εμφανίζονται ο γέρος Θεμιστοκλής και ο Σίκινος.

ΣΙΚΙΝΟΣ: Πάντως όλοι έχουν να λένε για τη στρατηγική σου στη ναυμαχία της Σαλαμίνας.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Σίκινε, όλα έγιναν όπως τα είχα υπολογίσει: ναυμαχία και όχι μάχη, στα στενά της Σαλαμίνας και όχι κάπου αλλού, λίγο μετά την αυγή και όχι αργότερα, ακόμα και το αεράκι που θα φυσούσε είχα υπολογίσει.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Την αντίδραση του Αμεινία την είχες προβλέψει;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Να σου πω την αλήθεια, χρειαζόμουνα κι έναν παράτολμο τριήραρχο γιατί αν περίμενα από τον Ευρυβιάδη να δώσει το σύνθημα…
ΣΙΚΙΝΟΣ: Ένας συμπατριώτης μου που είναι δούλος του Αμεινία μου είπε πως έχει μεγάλη περιουσία στην Παλήνη. Ελιές, αμπέλια, σύκα, σιτάρι.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Κάθε τριήραρχος πρέπει να είναι πλούσιος. Πώς αλλιώς θα μπορέσει να συντηρήσει το πλήρωμά του;
ΣΙΚΙΝΟΣ: Και πώς του ήρθε να ορμήσει εναντίον των Φοινίκων;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Βαρέθηκε να περιμένει. Έτσι μου είπε αργότερα. Εμβόλισε ένα φοινικικό πλοίο αλλά το έμβολό του κόλλησε και γι’ αυτό ορμήσαμε οι υπόλοιποι να βοηθήσουμε. Έτσι ξεκίνησε η ναυμαχία.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Οι Αιγινήτες όμως λένε πως αυτοί ξεκίνησαν την επίθεση.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Τι σημασία έχει; Κι οι Αιγινήτες πολέμησαν γενναία. Γι’ αυτό ο Πολύκριτος ο Αιγινήτης κέρδισε αριστείο ανδρείας μαζί με τον Αμεινία.  Υπήρχε όμως ένα σχέδιο. Το δικό μου σχέδιο!
ΣΙΚΙΝΟΣ: Αυτό σου το αναγνωρίζουν όλοι. Τι ωραία χρόνια εκείνα μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Γνώρισες μεγάλη δόξα.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Η αλήθεια είναι πως τόση δόξα κανείς άλλος δε γνώρισε.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Θυμάμαι που πήγαμε στους Ολυμπιακούς αγώνες. Όλοι οι θεατές παράτησαν τους αθλητές κι έρχονταν να σου σφίξουν το χέρι.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Αφού παραπονέθηκαν οι ελλανοδίκες.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Ωραίες αναμνήσεις.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Μέχρι και οι Σπαρτιάτες με τίμησαν.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Θυμάμαι πως σου πρόσφεραν ένα κλαδί ελιάς για τη σοφία και την επιδεξιότητά σου.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Το ίδιο είχαν προσφέρει και στον Ευρυβιάδη για την ανδρεία του. Ήταν σα να έλεγαν ότι κανένας από τους δύο δε θα μπορούσε να πετύχει μόνος του τη νίκη.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Σου πρόσφεραν όμως και ένα άρμα.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ναι, το πιο όμορφο που υπήρχε στη Σπάρτη.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Και όταν έφευγες σου έδωσαν 300 άνδρες να σε συνοδεύσουν μέχρι τα σύνορα της Σπάρτης. Αυτό δεν ήταν η μεγαλύτερη τιμή;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Πονηριά ήταν, Σίκινε, όχι τιμή.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Τι εννοείς πονηριά;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Βάλε το μυαλό σου να σκεφτεί. Γιατί μου έδωσαν συνοδεία από 300 άνδρες; Μήπως για να μου θυμίσουν τους 300 του Λεωνίδα;
ΣΙΚΙΝΟΣ: Λες;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ε, βέβαια. Οι Σπαρτιάτες ήθελαν να μου υπενθυμίσουν ότι καλή η Σαλαμίνα αλλά η γενναιότητα του Λεωνίδα και των 300 ήταν ανώτερη.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Πολύ γρήγορα πάντως ξέχασαν οι Έλληνες τα καλά που τους έκανες.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Κανείς δε συμπαθεί έναν άνθρωπο που έρχεται να ζητήσει λεφτά και φόρους, αλλά η αθηναϊκή συμμαχία χρειαζόταν χρήματα για να είναι ετοιμοπόλεμη.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Θυμάμαι τους νησιώτες. Δε σε έβλεπαν με καλό μάτι.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ήμουν αυστηρός μαζί τους, αλλά μερικά νησιά δεν είχαν βοηθήσει καθόλου. Κάποια μάλιστα όπως η Άνδρος είχαν πολεμήσει στο πλευρό των Περσών. Είχα άδικο που τους ζήτησα εισφορά για το στόλο μας; Τους είπα ότι έφερα μαζί μου δύο θεές: την Πειθώ και την Βία. Κι αυτοί μου απάντησαν ότι έχουν άλλες δύο θεές: την Πείνα και τη Φτώχεια.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Έπρεπε να τους πάρεις με το μαλακό.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ναι, ήταν λάθος μου. Μια φορά ένας από τη Σέριφο μου είπε: Θεμιστοκλή, δε θα γνώριζες τόση δόξα αν ήσουν από τη Σέριφο. Πράγματι, του απάντησα, ούτε όμως κι εσύ θα δοξαζόσουν αν ήσουν από την Αθήνα.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Είδες τι φθόνο γέννησε η δόξα σου;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Δεν πειράζει. Το όνομά μου θα μείνει δοξασμένο στους αιώνες. Αυτό μου αρκεί. Ξέρεις, Σίκινε, έχασα αξιώματα, χρήματα, την πόλη μου, την ελευθερία μου, ένα πράγμα όμως δε θα χάσω ποτέ.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Ποιο;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Τη Σαλαμίνα!! Η νίκη στη Σαλαμίνα θα μείνει για πάντα δικό μου κατόρθωμα.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Συμφωνώ.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Τι έχει να παινευτεί ο Αριστείδης, εκτός από το επίθετο Δίκαιος; Και στον Μαραθώνα πολέμησε, δε λέω, και μάλιστα δίπλα μου, ήμασταν στο κέντρο με εντολή από τον Μιλτιάδη να υποχωρήσουμε για να πετύχει το σχέδιο του, και στη Σαλαμίνα πολέμησε και στις Πλαταιές αλλά πάντα ήταν δεύτερος ή τρίτος. Ποτέ πρώτος! Ποτέ αρχηγός!
ΣΙΚΙΝΟΣ: Και μετά από όλα αυτά οι Αθηναίοι να πιστεύουν τους Σπαρτιάτες, αυτό δεν μπορώ να το καταλάβω.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Οι Αθηναίοι με ξέχασαν πολύ γρήγορα. Και μετά με εξόρισαν. Έτσι καταλήξαμε να μένουμε στο Άργος. Θυμάσαι όταν με επισκέφτηκε ο Αριστείδης για να μου πει εκείνα τα φοβερά νέα;
ΣΙΚΙΝΟΣ: Πώς δε θυμάμαι. Δεν πέρασαν και πολλά χρόνια.

Εμφανίζονται ο μεσήλικας Θεμιστοκλής με τον Αριστείδη.

ΕΒΔΟΜΗ ΣΚΗΝΗ: Στο Άργος

Ο μεσήλικας Θεμιστοκλής βρίσκεται εξόριστος στο Άργος. Εκεί δέχεται την επίσκεψη του Αριστείδη.

ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (μεσήλικας): Αριστείδη, τι δουλειά έχεις, εσύ, εδώ στο Άργος; Ήρθες μήπως να με εξορίσεις ακόμα πιο μακριά;
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Θεμιστοκλή, γνωρίζεις πολύ καλά πως δεν είχα καμία ανάμειξη στον εξοστρακισμό σου.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ναι, αυτό το ξέρω. Ο Κίμων είναι ο υπαίτιος.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Εγώ έφερα αντιρρήσεις αλλά κανείς δε μ’ άκουσε.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Τυφλώθηκαν όλοι στην Αθήνα με την αντιπερσική πολιτική. Ενώ ο εχθρός μας είναι ένας: Η Σπάρτη!
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Η Σπάρτη είναι σύμμαχός μας, Θεμιστοκλή.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Αυτό είναι το κακό. Δε βλέπετε λίγο μακρύτερα. Σε μερικά χρόνια η Σπάρτη μπορεί να γίνει πιο δυνατή από εμάς. Τέλος πάντων, πες μου τι θέλεις;
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Σου φέρνω νέα, Θεμιστοκλή.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Γιατί έχω την εντύπωση πως δε φέρνεις καλά νέα;
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Σωστή εντύπωση έχεις. Γι’ αυτό με βλέπεις συνοφρυωμένο.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Μη μου πεις ότι στεναχωριέσαι κιόλας;
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Γιατί όχι; Μπορεί να είμαστε αντίπαλοι μα πάντα εκτιμούσα τις ικανότητές σου. Αν εξαιρέσουμε την υπέρμετρη φιλοδοξία και φιλοχρηματία σου.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Για τη φιλοδοξία θα συμφωνήσω, αλλά για τη φιλοχρηματία πώς το λες αυτό;
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Πολλά ακούγονται, Θεμιστοκλή. Ιδιαίτερα μετά την εξορία σου τα στόματα άνοιξαν και μιλάνε για σένα. Λένε πως είσαι μεν σοφός άνθρωπος αλλά δεν είσαι κυρίαρχος του χεριού σου.
(Σύμφωνα με τον Πλούταρχο τη φράση αυτή χρησιμοποίησε ο ίδιος ο Αριστείδης για να χαρακτηρίσει τον Θεμιστοκλή).
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Αν μιλάνε χωρίς αποδείξεις είναι απλά συκοφάντες. Κι εσύ, που θέλεις να ονομάζεσαι Δίκαιος, θα έπρεπε να είσαι πιο προσεκτικός όταν ακούς αστήριχτες κατηγορίες.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Δυστυχώς η καινούρια κατηγορία είναι πιο σοβαρή.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Τι εννοείς πιο σοβαρή; Μόλις τώρα με αποκάλεσες φιλοχρήματο. Υπάρχει τίποτε χειρότερο;
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Υπάρχει, Θεμιστοκλή.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Μίλα στα ίσια, Αριστείδη. Πες μου επιτέλους τι έχεις να πεις.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Οι Σπαρτιάτες λένε πως είχες επαφές με τον Παυσανία.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Με τον Παυσανία είναι γνωστό πως είχαμε επικοινωνία. Αυτός με άκουγε, Αριστείδη. Όχι, σαν τους Αθηναίους που ένα χρόνο μετά τη Σαλαμίνα με αγνόησαν επιδεικτικά τόσο στις Πλαταιές όσο και στη Μυκάλη.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Οι Σπαρτιάτες λένε πως όχι μόνο είχες επαφές αλλά ήσουν συνεργάτης του στην προδοσία.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Α, τώρα κατάλαβα. Μέχρι εκεί λοιπόν φτάνουν οι μηχανορραφίες τους. Και βέβαια εσείς οι αριστοκρατικοί πιστεύετε ό,τι σας λένε οι Σπαρτιάτες. Δε σας έφτανε που με εξορίσατε. Θέλετε να με βγάλετε και προδότη;
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Τι να σου πω, η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχουν αποδείξεις. Βρήκαν λένε κάποιες σημειώσεις του Παυσανία που αναφέρουν το όνομά σου.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Πρώτα πρώτα δεν αποδείχτηκε ποτέ πως ο Παυσανίας ήταν προδότης. Το μόνο που μπορεί κανείς να του προσάψει είναι η προσβλητική του συμπεριφορά έναντι των υπόλοιπων Ελλήνων. Αλαζόνας, ναι, προδότης δε νομίζω.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Το ίδιο πιστεύω κι εγώ.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Είμαι σίγουρος πως οι 5 έφοροι τον κατηγόρησαν άδικα.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Σημασία έχει πως κι εσύ είσαι τώρα κατηγορούμενος. Ξέρεις έτυχε κι αυτή η αλλαγή στη στάση σου, που σταμάτησες να βλέπεις τους Πέρσες σαν εχθρούς.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Γιατί ο πραγματικός μας εχθρός είναι η Σπάρτη! Όχι, γιατί χρηματίστηκα από τους Πέρσες. Μα τόσο τυφλώθηκαν οι Αθηναίοι;
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Θεμιστοκλή, σε λίγο θα έρθουν εδώ Αθηναίοι απεσταλμένοι να σε πάνε στην Αθήνα. Γι’ αυτό ήρθα κρυφά να σε ενημερώσω. Κάνε ό,τι καταλαβαίνεις. Πρέπει να φύγω.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Σ’ ευχαριστώ, Αριστείδη. Δε θα το ξεχάσω ποτέ αυτό που έκανες. Να σε ρωτήσω κάτι όμως.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Ρώτα με.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Με το χέρι στην καρδιά, πιστεύεις κι εσύ ότι είμαι προδότης;
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Όχι, Θεμιστοκλή. Δεν το πιστεύω. Αλλιώς δε θα ερχόμουνα εδώ. Αγαπάς την πατρίδα σου, Θεμιστοκλή, παραπάνω κι από τη δόξα.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Σ’ ευχαριστώ που διακινδύνεψες Αριστείδη τη φήμη σου για να έρθεις να με προειδοποιήσεις.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Καλή τύχη, Θεμιστοκλή.

Ο Αριστείδης φεύγει.

ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Σίκινε, το δαχτυλίδι μου. Φέρε το δαχτυλίδι μου.
ΣΙΚΙΝΟΣ (σε πιο νέα ηλικία): Εδώ είναι αφέντη μου. Γιατί το βγάζεις αφού θέλεις συνέχεια να το φοράς;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Σίκινε, ετοίμασε τα πράγματά μας. Φεύγουμε.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Να πάμε πού;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Μάλλον θα πάμε στην Κέρκυρα. Τους έχω ευεργετήσει τους Κερκυραίους. Θα δεχτούν να με φιλοξενήσουν.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Μα γιατί;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Με κατηγορούν Αθηναίοι και Σπαρτιάτες πως είμαι προδότης.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Και ποιος θα πιστέψει ένα τόσο μεγάλο ψέμα;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Οι Αθηναίοι φαίνεται το πίστεψαν. Βλέπεις οι αριστοκρατικοί καταπίνουν αμάσητα όλα τα ψέματα που λένε οι Σπαρτιάτες.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Τι έχουν μαζί σου οι Σπαρτιάτες; Γιατί σε αντιπαθούν;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Είναι πολλά χρόνια που τους κατηγορώ από το βήμα της εκκλησίας του Δήμου. Και ξέρεις υπάρχουν Αθηναίοι που μεταφέρουν πρόθυμα στη Σπάρτη ό,τι λέγεται στην εκκλησία του Δήμου.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Μόνο αυτό ή είναι και κάτι άλλο;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ε, είναι και κάτι άλλο. Μια φορά δεν τους φέρθηκα με ειλικρίνεια. Από τότε με έκαναν εχθρό τους.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Εσύ, Θεμιστοκλή, δεν φέρθηκες με ειλικρίνεια; Περίεργο. Για πες μου, τι συνέβη.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Αν και διακρίνω μια ειρωνεία στα λόγια σου, θα σου πω τι συνέβη. Ήταν όταν αρχίσαμε να χτίζουμε τα τείχη που οχύρωσαν την Αθήνα.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Δικιά σου ιδέα κι αυτή.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ναι. Οι Σπαρτιάτες όμως είχαν μεγάλο πρόβλημα και διαμαρτυρήθηκαν έντονα. Εμείς δεν έχουμε τείχη, έλεγαν. Εσείς γιατί χτίζετε; Ποιον φοβάστε; Εμάς;
ΣΙΚΙΝΟΣ: Λογικό το επιχείρημά τους.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Όχι και τόσο. Οι Σπαρτιάτες έλεγαν πως όλες οι ελληνικές πόλεις θα έπρεπε να γκρεμίσουν τα τείχη τους.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Για ποιο λόγο;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ισχυρίζονταν πως σε περίπτωση περσικής εισβολής μια πόλη με τείχη θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τους Πέρσες ως ορμητήριο.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Ίσως είχαν άλλο στο μυαλό τους.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Το ίδιο πίστευα κι εγώ. Γι’ αυτό πήγα εγώ ο ίδιος να τους καθησυχάσω. Εντωμεταξύ κάλεσα τους Αθηναίους, άντρες, γυναίκες και παιδιά, να εργαστούν για να υψωθεί το τείχος όσο γίνεται πιο γρήγορα.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Αυτό το θυμάμαι. Βοήθησα κι εγώ. Όλοι οι δούλοι βοήθησαν. Εσύ όμως τι έκανες στη Σπάρτη;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Καθυστερούσα επίτηδες να παρουσιαστώ στις αρχές με τη δικαιολογία ότι περίμενα δύο ακόμη αντιπροσώπους. Τον Αριστείδη και τον Αβρώνιχο.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Εντωμεταξύ εμείς στην Αθήνα χτίζαμε το τείχος. Με ό,τι υλικά βρίσκαμε. Ευτυχώς υπήρχαν ακόμα πολλά γκρεμισμένα κτίρια από την εισβολή των Περσών. Μέχρι και στήλες από τάφους χρησιμοποιήσαμε. Δεν τους είχαν σεβαστεί οι Πέρσες. Ούτε τους ναούς.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Όταν έφτασαν τελικά στη Σπάρτη ο Αριστείδης με τον Αβρώνιχο, παρουσιάστηκα στην Απέλλα και τους δήλωσα με θάρρος πως η Αθήνα είχε πια τειχιστεί. Γιατί αυτό θεωρούσαν οι Αθηναίοι πως ήταν ωφέλιμο τόσο για τους ίδιους όσο και για τους συμμάχους τους.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Οι Σπαρτιάτες πώς αντέδρασαν;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Δεν έδειξαν τη δυσαρέσκειά τους. Μας άφησαν να φύγουμε. Αλλά φαίνεται πως δε μου το συγχώρεσαν. Και περίμεναν μια ευκαιρία να με εκδικηθούν… Λοιπόν πήγαινε να ετοιμάσεις τα πράγματα.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Είπες θα πάμε στην Κέρκυρα;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ναι, εκεί θα είμαστε ασφαλείς.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Και στην Κέρκυρα θα μείνουμε καιρό;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Δεν ξέρω, Σίκινε. Φοβάμαι πως ένα είναι το μοναδικό μέρος στον κόσμο που μπορώ να νιώσω ασφαλής.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Ποιο;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Η Περσία.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Τι λες, Θεμιστοκλή; Είναι δυνατόν;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ:  Σίκινε, μόνο στην αυλή του Πέρση βασιλιά δε θα τολμήσει κανείς να με ενοχλήσει.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Μα ο μεγάλος βασιλιάς σε κυνηγάει.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Αν όμως παρουσιαστώ εγώ ο ίδιος από μόνος μου, τι θα κάνει; Θα με εκτελέσει;
ΣΙΚΙΝΟΣ: Τι άλλο;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Αποκλείεται. Ο Αρταξέρξης γνωρίζει πως έστειλα εσένα στον πατέρα του να τον ενημερώσω για τη Σαλαμίνα. Ξέρει ακόμα πως του έστειλα μήνυμα ότι τάχα οι Έλληνες σκοπεύουν να γκρεμίσουν τις γέφυρες στον Ελλήσποντο.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Έκανες κάτι τέτοιο;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Φυσικά. Το έκανα μετά τη συνομιλία μου με τον Αριστείδη, ώστε ο Ξέρξης να φοβηθεί και να φύγει γρήγορα από την Ελλάδα.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Τελικά δε μου τα έλεγες όλα.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Σίκινε, μάθαινες ό,τι έπρεπε να μάθεις. Τίποτα περισσότερο. Γι’ αυτό σου λέω, ο Ξέρξης νόμιζε πως τον συμπαθούσα και πιστεύω πως ο γιος του δε θα μου κάνει κακό.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Αν σου ζητήσει όμως να τον βοηθήσεις εναντίον των Ελλήνων;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Κάτι θα σκεφτώ τότε. Θα βρω έναν τρόπο να τον κοροϊδέψω.

 

ΟΓΔΟΗ ΣΚΗΝΗ: Τέλος

Κάμποσα χρόνια αργότερα…

ΣΙΚΙΝΟΣ: Θεμιστοκλή, ήρθε ο Δημάρατος και σε περιμένει έξω. Έχει μαζί του και τρεις στρατιώτες.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Εντάξει. Άσε με λίγο μόνο μου.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Γιατί να σ’ αφήσω μόνο σου; Τι έχεις στο μυαλό σου;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Τίποτα. Απλώς θέλω να σκεφτώ.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Τι να σκεφτείς; Θα ακολουθήσεις τον Δημάρατο. Πάει και τελείωσε.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ναι, τελείωσε. Έχεις δίκιο, Σίκινε.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Αλήθεια μου λες;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Ναι, αλήθεια.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Πάντως αν σκέφτεσαι να πάρεις δηλητήριο, να σου πω ότι βρήκα πού το είχες κρυμμένο και το πέταξα. Στην κλεψύδρα σου ήταν.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Σίκινε, είσαι πολύ έξυπνος. Συγχαρητήρια.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Είχα τον καλύτερο δάσκαλο. Εσένα.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Πήγαινε πες στον Δημάρατο ότι έρχομαι σε λίγο.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Θα πάω. Αλλά να ξέρεις ότι ούτε μαχαίρι θα βρεις στο σπίτι. Πέταξα όλα τα αιχμηρά αντικείμενα.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Μη φοβάσαι, Σίκινε. Δεν πρόκειται να κάνω κακό στον εαυτό μου.
ΣΙΚΙΝΟΣ: Εντάξει. Θα σε περιμένω έξω. Εγώ θα κουβαλήσω τα πράγματά μας στην άμαξα.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Πήγαινε, Σίκινε.

Ο Σίκινος φεύγει. Ο Θεμιστοκλής μιλάει στο κοινό.

ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Εγώ, ο Θεμιστοκλής ο Αθηναίος, ομολογώ πως έκανα αρκετά άσχημα πράγματα στη ζωή μου.
Σκότωσα ανθρώπους αλλά μόνο στον πόλεμο.
Δέχτηκα ακριβά δώρα και χρήματα αλλά όχι για να ευνοήσω ή να αδικήσω κάποιον.
Δωροδόκησα εγώ ο ίδιος αλλά όχι για προσωπικό συμφέρον, μόνο για το συμφέρον της πατρίδας μου.
Επιζήτησα με πάθος τη δόξα αλλά συγχρόνως δόξασα και την πατρίδα μου.
Είπα επίσης πολλά ψέματα αλλά όχι για να ξεγελάσω τους Αθηναίους πολίτες, ούτε να τους παραπλανήσω ή να υφαρπάξω την ψήφο τους.
Και τώρα που ήρθε το τέλος μου θα κάνω αυτό που πρέπει.

Βγάζει το δαχτυλίδι από το χέρι του.

ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: Καλέ μου, Σίκινε, νόμιζες ότι βρήκες το κρυμμένο δηλητήριο αλλά δεν το βρήκες όλο. Εδώ, σ’ αυτό το δαχτυλίδι έχω κρυμμένο όσο μου χρειάζεται. Και τώρα που ήρθε το τέλος θα κάνω αυτό που πρέπει.

Ο Θεμιστοκλής αποχωρεί.

ΤΕΛΟΣ

Το έργο «Θεμιστοκλής ο Αθηναίος» γράφτηκε τον Ιούνιο του 2015 από τον Θωμά Μενεξέ.

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ:

Το έργο βασίστηκε κατά κύριο λόγο στην Ιστορία των Περσικών πολέμων του Ηρόδοτου και στον Βίο του Θεμιστοκλή του Πλούταρχου.
Ιστορικά στοιχεία αντλήθηκαν επίσης από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, από το βιβλίο «Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας» του Μπάρι Στράους καθώς και από διάφορες ιστοσελίδες, οι οποίες αναγράφονται στο τέλος του σημειώματος.
Σχετικά με τον Δημάρατο να διευκρινίσουμε πως ο Σπαρτιάτης πρώην βασιλιάς βρέθηκε εξόριστος στην αυλή του Ξέρξη, τον οποίο μάλιστα συνόδευσε στην εκστρατεία του εναντίον των Ελλήνων, ενώ στη συνέχεια παρέμεινε στην αυλή του Αρταξέρξη. Είναι γεγονός πως η εξορία του συνέπεσε χρονικά με αυτή του Θεμιστοκλή, απόδειξη αυτό που γράφει ο Πλούταρχος, ότι ο Θεμιστοκλής μεσολάβησε στον Αρταξέρξη για να μην τιμωρήσει τον Δημάρατο για κάτι που εκείνος είχε κάνει, αλλά εννοείται πως η επαφή του Δημάρατου με τον Θεμιστοκλή τόσο στην αρχή όσο και στο τέλος του έργου αποτελεί εύρημα του συγγραφέα. Επίσης εύρημα του συγγραφέα είναι η συνάντηση Αριστείδη – Θεμιστοκλή στο Άργος καθώς και το δαχτυλίδι με το κρυμμένο δηλητήριο.
Ο συγγραφέας επιχείρησε να σκιαγραφήσει τον χαρακτήρα του Θεμιστοκλή βασιζόμενος σε ιστορικές πηγές, προσπαθώντας να αποφύγει την εξιδανίκευση. Ένα ιστορικό στοιχείο που, για ευνόητους λόγους, αποσιωπήθηκε αποτελεί η αναφορά του Πλούταρχου πως η έριδα μεταξύ Αριστείδη και Θεμιστοκλή ξεκίνησε από μια ερωτική αντιζηλία καθώς τόσο ο Αριστείδης όσο και ο Θεμιστοκλής αγαπούσαν τον ίδιο νέο (Πλούταρχος, Βίος Αριστείδη, κεφ. 2).
Η πληροφορία πως τα κόμματα στην αρχαία Αθήνα ετοίμαζαν όστρακα με ονόματα πολιτικών τους αντιπάλων προέρχεται από το βιβλίο του Μανώλη Ανδρόνικου «Ελληνικός Θησαυρός», εκδόσεις Καστανιώτη.
Μια ακόμα διευκρίνιση είναι απαραίτητη. Στον επίλογο του έργου ο Θεμιστοκλής λέει: «Δέχτηκα ακριβά δώρα και χρήματα αλλά όχι για να ευνοήσω ή να αδικήσω κάποιον». Ως προς την ιστορική ακρίβεια μιας ηθικά ακέραιης στάσης του Θεμιστοκλή, οι πληροφορίες από τον Πλούταρχο διχάζονται. Ενώ στον Βίο του Αριστείδη (κεφ. 2) λέει πως ο Θεμιστοκλής όταν έγινε στρατηγός είπε «Να μην καθίσω ποτέ σ’ αυτό το θρόνο από όπου οι φίλοι μου δεν θα ‘χουν εκ μέρους μου περισσότερες ωφέλειες παρά οι ξένοι», στον Βίο του Θεμιστοκλή ο Πλούταρχος αναφέρει πως ο Θεμιστοκλής απάντησε στον Σιμωνίδη τον Κείο όταν του ζήτησε κάτι όχι δίκαιο πως «ούτε εκείνος θα ήταν καλός ποιητής αν έψαλλε με παραφωνίες ούτε αυτός καλός άρχων αν εχαρίζετο παρά τον νόμον».
Τέλος, σχετικά με τον θάνατο του Θεμιστοκλή και εδώ έχουμε αντικρουόμενες πληροφορίες. Ο Πλούταρχος αναφέρει πως ο Θεμιστοκλής αυτοκτόνησε διότι δεν ήθελε να συμμετάσχει στην εκστρατεία που ετοίμαζε ο Αρταξέρξης εναντίον των Ελλήνων –μια εκστρατεία που τελικά ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε-, ενώ ο Θουκυδίδης γράφει πως ο Θεμιστοκλής πέθανε από ασθένεια.
Σε κάθε περίπτωση ο συγγραφέας του θεατρικού έργου είναι πρόθυμος να δεχτεί οποιαδήποτε παρατήρηση, διόρθωση ή διευκρίνιση σχετικά με τα ιστορικά γεγονότα που αναφέρονται στο έργο ή γενικότερα για την προσωπικότητα του Θεμιστοκλή.

ΥΓ. Όποιος/α συνάδελφος/συναδέλφισσα, επιθυμεί να ανεβάσει το έργο χωρίς την παρουσία του χορού μπορεί ελεύθερα να το κάνει, καθώς ο χορός είναι μια καθαρά λογοτεχνική προσθήκη. Άλλες αλλαγές θα παρακαλούσα να μη γίνουν –εκτός αν πρόκειται για παράσταση δημοτικού σχολείου- διότι υπάρχει κίνδυνος να αλλοιώσουν την ιστορική τεκμηρίωση του έργου.

Ευχαριστώ πολύ, Θωμάς Μενεξές.

ΠΗΓΕΣ:

ΗΡΟΔΟΤΟΣ: Ιστορία των περσικών πολέμων (βιβλίο Η΄, Ουρανία)

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ: Βίοι Παράλληλοι (Βίοι Θεμιστοκλή – Αριστείδη)

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, Εκδοτική Αθηνών
(Αρχαϊκός Ελληνισμός – Κλασικός Ελληνισμός 1, 2)

Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ, Μπάρι Στράους
Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ

ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ, Μανώλης Ανδρόνικος
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Βικιπαίδεια: Θεμιστοκλής

Βικιπαίδεια: Ναυμαχία Σαλαμίνας

Βικιπαίδεια: Μακρά Τείχη

http://users.sch.gr/cosmathan/salamis/themistocles.htm

http://www.evprattein.gr/index.php/2011-06-16-12-17-59/164-2011-08-23-13-27-35

https://archaeographus.wordpress.com/2013/08/13/%CE%BF-%CE%B8%CE%B5%CE%BC%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BA%CE%BB%CE%AE%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CE%B5%CF%81%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%AE/

http://www.mixanitouxronou.gr/nin-iper-panton-o-agon-i-navmachia-tis-salaminas-ke-i-dioratikotita-tou-themistokli-pou-ipe-ston-evriviadi-ti-perifimi-frasi-pataxon-men-akouson-de/

One Response to ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ: θεατρικό έργο που παρουσιάζει τη ζωή του Θεμιστοκλή

  1. Παράθεμα: Θεμιστοκλής ο Αθηναίος | όταν ήμουν δάσκαλος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s