ΛΕΣ ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΧΘΕΣ: μικρά θεατρικά με θέμα τους τα παλιά επαγγέλματα.

ΛΑΤΕΡΝΑΤΖΗΣ
Σκηνικό: Eνα εορταστικό τραπέζι σε μια παλιά αυλή.
Υπόθεση: Ο κυρ-Γιάννης αρραβωνιάζει την κόρη του και καλεί τους φίλους του για να γιορτάσουν.

Για ομοίωμα λατέρνας μπορείτε να πάρετε ιδέες από την ιστοσελίδα του 88ου Δημοτικού Σχολείου Αθηνών.

ΠΡΟΣΩΠΑ:  ΛΑΤΕΡΝΑΤΖΗΣ, ΚΥΡ-ΓΙΑΝΝΗΣ, ΚΑΙΤΗ (κόρη του Κυρ-Γιάννη), ΛΑΚΗΣ (αδελφός της Καίτης), ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ (υποψήφιος γαμπρός), ΑΧΙΛΛΕΑΣ (αγαπάει την Καίτη), ΜΥΡΤΩ (αγαπάει τον Λάκη), ΒΑΓΓΟΣ (αδελφός της Μυρτώς), ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 1, ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 2, ΘΕΙΑ ΜΑΙΡΗ.

.
ΚΥΡ-ΓΙΑΝΝΗΣ: Κοπιάστε, φίλοι μου. Καθίστε όπου θέλετε. (Οι φίλοι κάθονται στις καρέκλες του τραπεζιού).
ΚΥΡ-ΓΙΑΝΝΗΣ: Σήμερα γιορτάζουμε τον αρραβώνα της κόρης μου.
(προς τον λατερνατζή) Μαέστρο, παίξε μας ένα ωραίο τραγούδι.
ΛΑΤΕΡΝΑΤΖΗΣ: Κυρ-Γιάννη, θα σου παίξω το ωραιότερο τραγούδι.
Ακούγεται ένα τραγούδι από τη λατέρνα.
ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 1: Μα πού είναι ο γαμπρός, Κυρ-Γιάννη;
ΚΥΡ-ΓΙΑΝΝΗΣ: Τώρα έρχεται.
ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 2: Και η κόρη σου γιατί δεν χαμογελάει;
ΚΥΡ-ΓΙΑΝΝΗΣ: Κόρη μου, αλήθεια, γιατί δεν χαμογελάς;
ΚΑΙΤΗ: Γιατί να χαμογελάσω; Με ρώτησε κανείς αν θέλω να παντρευτώ τον κύριο Αγησίλαο;
ΛΑΚΗΣ (αδελφός): Έλα, Καιτούλα, μην γκρινιάζεις. Ξέρεις τι πετυχημένος έμπορος είναι ο κύριος Αγησίλαος; Όλη η γειτονιά έχει να λέει.
ΚΥΡ-ΓΙΑΝΝΗΣ: Ακούς τον αδελφό σου; Τον καλύτερο γαμπρό σου διαλέξαμε. Κι εσύ ακόμα κάνεις μούτρα;
ΚΑΙΤΗ: Μα δεν τον αγαπάω!
ΘΕΙΑ ΜΑΙΡΗ: Θα τον αγαπήσεις με τον καιρό. Κι εγώ όταν παντρεύτηκα τον θείο σου, τον Τιμολέοντα, δεν τον αγαπούσα. Μα με τον καιρό τον συνήθισα.
ΚΑΙΤΗ: Τον συνήθισες ή τον αγάπησες, θεία Μαίρη;
ΘΕΙΑ ΜΑΙΡΗ: Το ίδιο είναι κορίτσι μου.
Εμφανίζεται ο υποψήφιος γαμπρός.
ΚΥΡ-ΓΙΑΝΝΗΣ: Γεια σου, Αγησίλαε. Έλα, κάτσε κοντά στην Καιτούλα μας.
ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ: Κυρ-Γιάννη, κάτι ήθελα να σου πω. Ιδιαιτέρως.
Πλησιάζουν οι δύο τους μπροστά στη σκηνή.
ΚΥΡ-ΓΙΑΝΝΗΣ: Λέγε, Αγησίλαε. Σ’ ακούω.
ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ: Κάτι μου είπες προχθές και μ’ ανησύχησες.
ΚΥΡ-ΓΙΑΝΝΗΣ: Τι σου είπα;
ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ: Κοίτα, οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους. Συμφωνήσαμε πως θα μου δώσεις προίκα 200 λίρες.
ΚΥΡ-ΓΙΑΝΝΗΣ: Ναι, το συμφωνήσαμε.
ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ: Ναι, αλλά προχθές είπες πως θα μου δώσεις μόνο 100 στο χέρι.
ΚΥΡ-ΓΙΑΝΝΗΣ: Αγησίλαε, η συμφωνία μας παραμένει. Η προίκα που θα πάρεις είναι 200 λίρες. Απλώς δεν τις έχω όλες τώρα. Θα σου δώσω μπροστά τις 100 και τις άλλες 100 μόλις πουλήσω το κτήμα στο χωριό.
ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ: Ναι, αλλά εγώ θέλω να αγοράσω το διαμέρισμα που θα μείνουμε με την Καιτούλα.
ΛΑΚΗΣ (ο αδελφός, σηκώνεται και πλησιάζει τους δύο που μιλάνε ιδιαιτέρως): Κάνε λίγη υπομονή, Αγησίλαε. Σε δυο τρεις μήνες θα έχει πουληθεί το κτήμα.
ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ: Κι αν δεν έχει πουληθεί, Λάκη, τι θα κάνω εγώ που έχω δώσει τον λόγο μου στον εργολάβο;
ΛΑΚΗΣ: Αγησίλαε, από την οικογένειά μας κανείς δεν έχει χάσει λεφτά. Μην κάνεις έτσι. Κορίτσι διαμάντι σου δίνουμε.
ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ: Δε λέω… αλλά…
ΚΥΡ-ΓΙΑΝΝΗΣ: (προς τον λατερνατζή) Δεν έχει αλλά. Μαέστρο, παίξε ένα χαρούμενο κομμάτι.
Ακούγεται μουσική από τη λατέρνα. Σε λίγο μπαίνει κάποιος άγνωστος.
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Ε, σταμάτα τη μουσική. Σταματήστε το γλέντι!
ΚΥΡ-ΓΙΑΝΝΗΣ: Τι συμβαίνει; Τι θέλεις εσύ;
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Κυρ-Γιάννη, ακυρώνεται ο αρραβώνας!
ΚΥΡ-ΓΙΑΝΝΗΣ: Ποιος είσαι εσύ που τολμάς να ακυρώσεις τον αρραβώνα της κόρης μου;
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Με λένε Αχιλλέα Δημητρίου κι αγαπώ την κόρη σου εδώ και 3 χρόνια.
ΚΥΡ-ΓΙΑΝΝΗΣ: Τι είπες;
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Αυτό που άκουσες. Κι αυτή μ’ αγαπάει.
ΛΑΚΗΣ: Κρατάτε με, θα τον σκοτώσω. Δε ντρέπεσαι, ρε, 3 χρόνια να τραβιέσαι με την αδελφή μου; Άτιμε!
ΛΑΤΕΡΝΑΤΖΗΣ: Ήρεμα, κύριε Λάκη. Μη θυμώνετε.
ΚΑΙΤΗ: Δεν είναι άτιμος ο Αχιλλέας, Λάκη μου. Μ’ αγαπάει και θέλει να με παντρευτεί.
ΚΥΡ-ΓΙΑΝΝΗΣ: Και γιατί δεν ερχόσουνα, βρε παιδάκι μου, τόσο καιρό να τη ζητήσεις όπως κάνουν όλοι οι τίμιοι άντρες του κόσμου;
ΛΑΚΗΣ: Γιατί δεν είναι τίμιος. Εγώ αν ήμουνα στη θέση σου θα πήγαινα αμέσως να τη ζητήσω.
ΚΥΡ-ΓΙΑΝΝΗΣ: Άλλο, εσύ, Λάκη μου. Εσύ δεν κάνεις ατιμίες.
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Όχι. Είμαι τίμιος! Απλώς έχω ανύπαντρη αδελφή και περίμενα να την αποκαταστήσω πρώτα.
ΛΑΚΗΣ: Ντροπή σου. Ακούς εκεί τρία χρόνια να κυκλοφορείς κρυφά με την αδελφή μου.
ΚΥΡ-ΓΙΑΝΝΗΣ: Δε μου λες, προίκα θέλεις;
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Όχι, κυρ-Γιάννη. Νέοι είμαστε, θα δουλέψουμε και θα τα καταφέρουμε.
ΚΥΡ-ΓΙΑΝΝΗΣ:Ε, τότε στη δίνω. Με την ευχή μου.
ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ: Κι εγώ;
ΛΑΚΗΣ: Ε, τι να κάνουμε, κύριε Αγησίλαε. Δυστυχώς σας πρόλαβε άλλος. Μιαν άλλη φορά ίσως μπορέσουμε να σας εξυπηρετήσουμε.
Ο Αγησίλαος φεύγει.
ΛΑΚΗΣ: Σας δίνω κι εγώ την ευχή μου αν και αυτό που κάνατε ήταν ανεπίτρεπτο. Σας συγχωρώ όμως. Μαέστρο, παίξε μουσική.
Ακούγεται μουσική. Σε λίγο μπαίνει στη σκηνή μια γυναίκα με τον αδελφό της.
ΜΥΡΤΩ: Βάγγο, να τος. Αυτός είναι ο Λάκης.
Ο Λάκης προσπαθεί να κρυφτεί.
ΚΥΡ-ΓΙΑΝΝΗΣ: Τι συμβαίνει κύριε; Ποιος είστε και τι θέλετε;
ΒΑΓΓΟΣ: (προς τον Λάκη): Εσύ, ρε, φιόγκο, είσαι που τραβιέσαι με την αδελφή μου δυο χρόνια; Θα πεθάνεις!
ΛΑΚΗΣ: Όχι, κύριε Βάγγο. Την αγαπώ την αδελφή σου.
ΒΑΓΓΟΣ: Τότε γιατί δεν ήλθες σαν άντρας να τη ζητήσεις από μένα;
ΛΑΚΗΣ: Είχα ανύπαντρη αδελφή. Έπρεπε να την αποκαταστήσω πρώτα.
Ο Βάγγος βγάζει ένα πιστόλι.
ΒΑΓΓΟΣ: Άσ’ τα αυτά. Λέγε τι προτιμάς; Γαμπρός ή μακαρίτης;
ΛΑΚΗΣ: Γαμπρός! Γαμπρός! Αρραβωνιάζομαι!
ΛΑΤΕΡΝΑΤΖΗΣ: Ε, αυτό πια δεν το φανταζόμουν. Δύο αρραβώνες με τη μία. Άντε να ζήσετε και καλούς απογόνους! Για να παίξουμε τώρα και ένα ωραίο τραγούδι.
Ακούγεται το τραγούδι της λατέρνας.
ΤΕΛΟΣ

Το παραπάνω θεατρικό περιέχει σκηνές που είναι εμπνευσμένες από τις ταινίες: ΛΑΤΕΡΝΑ, ΦΤΩΧΕΙΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΤΙΜΟ, ΤΗΣ ΚΑΚΟΜΟΙΡΑΣ, Ο ΑΤΣΙΔΑΣ.

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Σκηνικό: Το σαλόνι ενός σπιτιού
Υπόθεση: Η κυρία Ιωάννα δίνει για ενέχυρο το ακριβό δαχτυλίδι της προκειμένου να καλύψει τα χρέη της στα χαρτιά.
ΠΡΟΣΩΠΑ: Κυρία Ιωάννα, Λέλα (φίλη της Ιωάννας), Μαριγώ (υπηρέτρια), Κύριος Νώντας (σύζυγος)

.
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ (μόνη της μιλάει στο –εννοείται παλιό- τηλέφωνο): Έλα, Πανάγο. Ο κύριος και η κυρία θα βγούνε το βράδυ έξω. Άρα μπορούμε απόψε να πάμε σινεμά. Για αύριο; Α, δεν ξέρω αν θα μπορέσω αύριο. Ναι, το ξέρω, θα έχεις αυτοκίνητο και μπορούμε να πάμε εκδρομή στο Ζούμπερι, αλλά δεν είμαι σίγουρη αν τα καταφέρω. Σε κλείνω τώρα, κάποιος έρχεται.
Μπαίνουν μέσα η κυρία και μια φίλη της.
ΙΩΑΝΝΑ: Μαριγώ, κάνε γρήγορα δυο καφέδες.
ΜΑΡΙΓΩ: Κυρία, εντάξει για αύριο; Θα μ’ αφήσετε να φύγω απ’ το πρωί;
ΙΩΑΝΝΑ: Γιατί θες να φύγεις απ’ το πρωί;
ΜΑΡΙΓΩ: Μα δε σας είπα; Έχω τη θεία μου άρρωστη. Πολύ σοβαρά.
ΙΩΑΝΝΑ: Α, ναι, μου είπες. Αυτή η θεία σου, τώρα τελευταία, όλο άρρωστη είναι. Τέλος πάντων, κάνε γρήγορα τους καφέδες και τα λέμε αύριο με τον κύριο.
Η Μαριγώ φεύγει τρέχοντας
ΙΩΑΝΝΑ: Όπως σου έλεγα, Λέλα μου. Μου έτυχε μεγάλη συμφορά.
ΛΕΛΑ: Τι έγινε, Ιωάννα; Τι συνέβη;
ΙΩΑΝΝΑ: Συμφορά, σου λέω.
ΛΕΛΑ: Θα μου πεις επιτέλους τι έγινε;
ΙΩΑΝΝΑ: Το βράδυ είμαστε καλεσμένοι στους Ασημακόπουλους. Το ξέρεις;
ΛΕΛΑ: Ναι, το ξέρω.
ΙΩΑΝΝΑ: Το απόγευμα ο άντρας μου -φεύγοντας στη δουλειά- μου ζήτησε να φορέσω το ακριβό δαχτυλίδι που μου αγόρασε για τα γενέθλιά μου.
ΛΕΛΑ: Ε, ας το φορέσεις. Όλος ο καλός ο κόσμος θα είναι στους Ασημακόπουλους.
ΙΩΑΝΝΑ: Μα δεν καταλαβαίνεις, Λέλα μου; Δεν το έχω πια αυτό το δαχτυλίδι.
ΛΕΛΑ: Γιατί;
ΙΩΑΝΝΑ: Το έδωσα για να πληρώσω τα χρέη μου στα χαρτιά.
ΛΕΛΑ: Τα χρέη σου;
ΙΩΑΝΝΑ: Ναι. Ξέρεις τι γκίνια έχω τον τελευταίο καιρό; Μπαλαντέρ δεν σταυρώνω.
ΛΕΛΑ: Και τώρα τι θα κάνεις;
ΙΩΑΝΝΑ: Ξέρω εγώ; Ό,τι είναι να γίνει ας γίνει. Μαριγώ, πού είναι οι καφέδες μας;
ΜΑΡΙΓΩ: Εδώ είναι κυρία. Μόλις τους έφτιαξα.
ΙΩΑΝΝΑ: Άντε παιδί μου, μια ώρα έκανες.
Η Μαριγώ αφήνει τους καφέδες και φεύγει.
ΛΕΛΑ: Το βρήκα, Ιωάννα.
ΙΩΑΝΝΑ: Τι βρήκες;
ΛΕΛΑ: Θα τα φορτώσεις στην υπηρέτρια σου.
ΙΩΑΝΝΑ: Τη Μαριγώ;
ΛΕΛΑ: Ναι, τη Μαριγώ. Γιατί όχι; Θα αφήσεις τον άντρα σου να υποθέσει ότι το δαχτυλίδι μάλλον το πήρε η Μαριγώ.
ΙΩΑΝΝΑ: Μα είναι σωστό αυτό;
ΛΕΛΑ: Τι θα κάνει ο άντρας σου; Θα την πάει στην αστυνομία; Όχι, βέβαια. Το πολύ πολύ να τη στείλει πίσω στο χωριό της.
ΙΩΑΝΝΑ: Και πού θα βρούμε άλλη υπηρέτρια; Τζάμπα την έχουμε. Ίσα ίσα να την ταϊζουμε. Α, η μόνη μας υποχρέωση είναι να της βρούμε γαμπρό.
ΛΕΛΑ: Όταν με το καλό γυρίσει το φύλλο κι αρχίζεις να κερδίζεις πάλι, θα το πάρεις πίσω το δαχτυλίδι.
ΙΩΑΝΝΑ: Ναι, και θα πω στον άντρα μου ότι το βρήκα σε κάποιο συρτάρι.
ΛΕΛΑ: Έτσι δε θα μείνει η ρετσινιά της Μαριγώς.
ΙΩΑΝΝΑ: Σιωπή, Λέλα, έρχεται ο άντρας μου.
ΛΕΛΑ: Α, εγώ φεύγω. Δε θέλω να είμαι μπροστά. Γεια σου, Νώντα μου.
ΝΩΝΤΑΣ: Γεια σου, Λέλα. Φεύγεις;
ΛΕΛΑ: Ναι, είμαστε καλεσμένοι για κουμκάν στους Παπαδοπουλαίους.
ΝΩΝΤΑΣ: Καλά κέρδη, Λέλα. Ιωάννα, είσαι έτοιμη να φύγουμε; Αργήσαμε.
ΙΩΑΝΝΑ: Ναι, έτοιμη είμαι.
ΝΩΝΤΑΣ: Το δαχτυλίδι το φόρεσες;
ΙΩΑΝΝΑ: Όχι, το ξέχασα.
ΝΩΝΤΑΣ: Μαριγώ, φέρε την μπιζουτιέρα της κυρίας!
Η Μαριγώ φέρνει την μπιζουτιέρα.
ΜΑΡΙΓΩ: Ορίστε, κυρία.
Η κυρία ψάχνει για το δαχτυλίδι.
ΙΩΑΝΝΑ: Μα πού είναι το δαχτυλίδι;
ΝΩΝΤΑΣ: Πού να ξέρω εγώ; Τη Μαριγώ ρώτα μήπως ξέρει.
ΙΩΑΝΝΑ: Μαριγώ, μήπως είδες πουθενά το ακριβό μου δαχτυλίδι;
ΜΑΡΙΓΩ: Όχι, καλέ κυρία. Πού να το δω.
ΙΩΑΝΝΑ: Μαριγώ, πες την αλήθεια. Μήπως το πήρες εσύ;
ΜΑΡΙΓΩ: Τι να το κάνω εγώ, καλέ κυρία. Για κλέφτρα με περνάτε;
ΙΩΑΝΝΑ: Όχι, αλλά άνθρωπος είσαι κι εσύ. Μπορεί να το είδες και να σου γυάλισε.
ΜΑΡΙΓΩ: Κυρία, με προσβάλλετε. Σας είπα, δεν είμαι κλέφτρα!
ΝΩΝΤΑΣ: Μη στεναχωριέσαι, Μαριγώ. Το ξέρω πως δεν πήρες εσύ το δαχτυλίδι.
ΜΑΡΙΓΩ: Πώς το ξέρετε κύριε;
ΝΩΝΤΑΣ: Αφού το έχω εγώ! (Το βγάζει από την τσέπη του) Νάτο το δαχτυλίδι!
ΙΩΑΝΝΑ: Α! Το δαχτυλίδι μου…
ΝΩΝΤΑΣ: Δεν ντρέπεσαι, Ιωάννα, να κατηγορείς αυτό το αθώο κορίτσι, ενώ εσύ πήρες το δαχτυλίδι;
ΙΩΑΝΝΑ: Εγώ;
ΝΩΝΤΑΣ: Ναι, εσύ. Μου είπε όλη την αλήθεια προχθές ο ενεχυροδανειστής, ο κύριος Αλέκος, που έχει το μαγαζί στη γωνία. Φοβήθηκε ο άνθρωπος μη βρει τον μπελά του.
ΙΩΑΝΝΑ: Τα ήξερες όλα δηλαδή;
ΝΩΝΤΑΣ: Ναι. Εδώ και δύο μέρες. Απλώς περίμενα την κατάλληλη ευκαιρία. Γιατί το έκανες, Ιωάννα;
ΙΩΑΝΝΑ: Είχα μεγάλη γκίνια στα χαρτιά. Θα με συγχωρέσεις, Νώντα μου;
ΝΩΝΤΑΣ: Πρώτα να ζητήσεις συγνώμη από το κορίτσι.
ΙΩΑΝΝΑ: Συγνώμη, Μαριγώ μου. Δεν το ήθελα.
ΝΩΝΤΑΣ: Εγώ θα σε συγχωρέσω υπό έναν όρο.
ΙΩΑΝΝΑ: Δεκτός.
ΝΩΝΤΑΣ: Να σταματήσεις τα χαρτιά.
ΙΩΑΝΝΑ: Εντάξει.
ΝΩΝΤΑΣ: Μου το υπόσχεσαι;
ΙΩΑΝΝΑ: Κι αν γυρίσει το χαρτί κι αρχίσω να κερδίζω;
ΝΩΝΤΑΣ: Είπα, μου το υπόσχεσαι;
ΙΩΑΝΝΑ: Ναι. Τέλος το χαρτί από δω και πέρα.
ΝΩΝΤΑΣ: Τι όρκο δίνεις;
ΙΩΑΝΝΑ: Να φάω τα κόκαλά μου.
ΝΩΝΤΑΣ: Μίλα σοβαρά, Ιωάννα.
ΙΩΑΝΝΑ: Εντάξει. Σου δίνω τον λόγο της τιμής μου.
ΝΩΝΤΑΣ: Ωραία. Τώρα πρέπει να συζητήσουμε και κάτι άλλο. Έχουμε υποσχεθεί στη μητέρα της Μαριγώς να την παντρέψουμε. Το ξέχασες;
ΙΩΑΝΝΑ: Και πού θα βρούμε άλλη υπηρέτρια τόσο φθηνή;
ΝΩΝΤΑΣ: Δώσαμε μια υπόσχεση, Ιωάννα.
ΜΑΡΙΓΩ: Κύριε, να σας πω κάτι; Δε χρειάζεται να μου βρείτε γαμπρό. Τον έχω βρει ήδη.
ΝΩΝΤΑΣ: Αλήθεια λες;
ΜΑΡΙΓΩ: Ναι, κάτω είναι και περιμένει. Θέλετε να τον φωνάξω;
ΝΩΝΤΑΣ: Αυτός ο μουστάκιας είναι, που κάθε βράδυ στήνεται απέξω;
ΜΑΡΙΓΩ: Ναι, καλέ κύριε.
ΝΩΝΤΑΣ: Είπα κι εγώ. Ποιος είναι αυτός ο μουστάκιας κάθε βράδυ και τι θέλει εκεί έξω.
ΜΑΡΙΓΩ: Να του πω να έρθει να τον γνωρίσετε; Έχει τίμιο σκοπό.
ΝΩΝΤΑΣ: Όχι, τώρα. Θα βγούμε εξω. Πες του να έρθει την Κυριακή να συζητήσουμε.
ΜΑΡΙΓΩ: Σας ευχαριστώ, κύριε. Θα μου κάνετε και μια ακόμα χάρη;
ΝΩΝΤΑΣ: Τι θέλεις, Μαριγώ;
ΜΑΡΙΓΩ: Μπορώ να έχω ρεπό αύριο, που είναι Σάββατο; Θα με πάει βόλτα ο Πανάγος στο Ζούμπερι.
ΝΩΝΤΑΣ: Εντάξει, Μαριγώ.
ΜΑΡΙΓΩ: Μπορώ να φορέσω και το κίτρινο φόρεμα της κυρίας;
ΙΩΑΝΝΑ: Μπορείς, Μαριγώ.
ΜΑΡΙΓΩ: Και τα κίτρινα γάντια;
ΙΩΑΝΝΑ: Ναι, Μαριγώ. Και τα κίτρινα γάντια.
ΝΩΝΤΑΣ: Άντε πήγαινε τώρα στον μουστάκια σου που σε περιμένει και πες του τα ευχάριστα.
ΜΑΡΙΓΩ: Σας ευχαριστώ, κύριε.
Η Μαριγώ φεύγει τρελή από χαρά. Ο κύριος κουνάει το κεφάλι του. Η κυρία χαμογελάει.
ΝΩΝΤΑΣ: Άντε, πάμε κι εμείς.
ΤΕΛΟΣ

Το παραπάνω θεατρικό περιέχει σκηνές που είναι εμπνευσμένες από τις ταινίες: Ο ΗΛΙΑΣ ΤΟΥ 16ΟΥ, Η ΧΑΡΤΟΠΑΙΧΤΡΑ, ΚΙΤΡΙΝΑ ΓΑΝΤΙΑ.

ΠΑΛΙΑΤΖΗΣ
Σκηνικό: Ένα φτωχικό δωμάτιο για εργένηδες.
Υπόθεση: Δυο φτωχοί άνεργοι πουλάνε μια παλιά πολυθρόνα για να εξασφαλίσουν τη διαβίωσή τους.
ΠΡΟΣΩΠΑ: ΣΤΑΜΑΤΗΣ, ΓΡΗΓΟΡΗΣ, ΠΑΛΙΑΤΖΗΣ,ΕΡΓΟΛΑΒΟΣ

ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Γρηγόρη, ούτε και σήμερα βρήκα δουλειά.
ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Κι εγώ το ίδιο, Σταμάτη. Όλοι στο περίμενε με έχουν.
ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Τι θα κάνουμε τώρα; Ένα κατοστάρικο μας έμεινε.
ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Θα το ξοδέψουμε κι αυτό και μετά έχει ο Θεός.
ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Ο Θεός έχει. Εμείς δεν έχουμε.
Ακούγεται η φωνή του παλιατζή.
ΠΑΛΙΑΤΖΗΣ: Ο παλιατζής! Ρούχα παλιά αγοράζω! Ο παλιατζής! Κρεβάτια παλιά, πολυθρόνες παλιές! Ο παλιατζής!
ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Γρηγόρη, ακούς τον παλιατζή; Να του δώσουμε κάτι να βγάλουμε κανένα κατοστάρικο.
ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Τι να του δώσουμε;
ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Να, αυτή την πολυθρόνα του θείου μου. Τη χρειαζόμαστε; Όχι, βέβαια.
ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Ναι, αλλά αυτή η πολυθρόνα ήταν η αγαπημένη του θείου σου.
ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Δεν πειράζει. Από τον θείο μου κληρονόμησα αυτό το ερείπιο που μένουμε. Μου φτάνει για να τον θυμάμαι.
ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Εντάξει, με έπεισες. Παλιατζή! Έλα εδώ.
Εμφανίζεται ο παλιατζής.
ΠΑΛΙΑΤΖΗΣ: Μέρααα.
ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Καλημέρα, παλιατζή.
Ο παλιατζής κοιτάζει ερευνητικά το δωμάτιο.
ΠΑΛΙΑΤΖΗΣ: Τι έχετε για πούλημα;
ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Αυτήν εδώ την πολυθρόνα.
ΠΑΛΙΑΤΖΗΣ: (κουνάει το κεφάλι του) Δεν έχει αξία. Φθαρμένη είναι. Τέλος πάντων, θα σου δώσω 15 τάλαρα.
ΣΤΑΜΑΤΗΣ: 15 τάλιρα; Δηλαδή 75 δραχμές; Ε, δώσε κάτι παραπάνω.
ΠΑΛΙΑΤΖΗΣ: Άντε, 20 τάλαρα. Ούτε δεκάρα παραπάνω.
ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Εντάξει, πάρτην.
Ο παλιατζής τους δίνει τα χρήματα, πιάνει την πολυθρόνα, τη σηκώνει στα χέρια του και φεύγει. Όμως ένα χαρτί πέφτει από την πολυθρόνα.
ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Τι είναι αυτό το χαρτί που έπεσε;
ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Αυτά είναι γράμματα του θείου μου. Τι γράφει εδώ; «Μέσα σ’ αυτή την πολυθρόνα έχω κρύψει τον θησαυρό μου». Γρηγόρη, κατάλαβες τι κάναμε; Δώσαμε την πολυθρόνα που ο θείος μου είχε κρύψει θησαυρό!
ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Δεν το πιστεύω. Τέτοια ατυχία. Φώναξέ τον πίσω!
ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Παλιατζή! Παλιατζή! Γύρνα πίσω.
Ο παλιατζής επιστρέφει.
ΠΑΛΙΑΤΖΗΣ: Τι θέλεις, κύριος;
ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Άλλαξα γνώμη. Τη θέλω πίσω την πολυθρόνα.
ΠΑΛΙΑΤΖΗΣ: Εντάξει. Κανένα πρόβλημα.
Αφήνει την πολυθρόνα κάτω.
ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Πάρε τα χρήματά σου πίσω. Ορίστε οι 100 δραχμές.
ΠΑΛΙΑΤΖΗΣ: Μια στιγμή. Αυτή η πολυθρόνα κοστίζει 40 τάλαρα!
ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Τι λες ρε; Θα μας τρελάνεις; Αφού μας την αγόρασες 20 τάλιρα, τώρα ζητάς 40;
ΠΑΛΙΑΤΖΗΣ: Τι να κάνουμε, κύριος. Η επιχείρησις έχει έξοδα. Διαθέτουμε και τροχοφόρο.
ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Αυτό το κάρο που έχεις έξω; Με το ψωράλογο;
ΠΑΛΙΑΤΖΗΣ: Ξέρετε τι έξοδα έχει ο Ντορής; Φαγητό, νερό, χώρο ξεκούρασης.
ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Σιγά τα έξοδα. Σανό τρώει.
ΠΑΛΙΑΤΖΗΣ: Επειδή σας συμπάθησα, και επειδή είστε τζιμάνια παιδιά, θα κάνω σκόντο. 30 τάλαρα. Μόνο για σας.
ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Κανονικά θα έπρεπε να σε πάω στην αστυνομία, αλλά έχε χάρη που θέλω πίσω την πολυθρόνα. Πάρε 150 δραχμές.
Του δίνει τα λεφτά.
ΠΑΛΙΑΤΖΗΣ: Ευχαριστώ πολύ. Και εις το επανιδείν.
ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Ναι, να μη σε χάσουμε.
ΠΑΛΙΑΤΖΗΣ: Γεια χαραντάν.
Οι δύο φίλοι αναποδογυρίζουν την πολυθρόνα. Πέφτει κάτω ένα παλιό τετράδιο.
ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Τι γράφει εδώ; Ο θησαυρός του Ιωάννη Δελησταύρου. Αναμνήσεις από τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Τα κατορθώματά μου στο Εσκί Σεχίρ και στο Αφιόν Καραχισάρ.
ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Ω, θεέ μου! Αυτός ήταν ο θησαυρός του θείου σου;
ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Ναι. Έπρεπε να το φανταστώ. Ο θείος μου πολέμησε στη Μικρασιατική καταστροφή. Γι’ αυτό τον πόλεμο όλο μιλούσε. Δεν ήξερα όμως πως είχε γράψει και απομνημονεύματα.
ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Ω, ρε τι πάθαμε! Ένα πενηντάρικο μας έμεινε.
ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Τώρα θα πεινάσουμε.
Ακούγονται χτυπήματα στην πόρτα.
ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Ποιος είναι; Πήγαινε να ανοίξεις.
Ο Γρηγόρης ανοίγει την πόρτα. Εμφανίζεται στη σκηνή ένας κύριος.
ΕΡΓΟΛΑΒΟΣ: Καλημέρα σας.
ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Καλημέρα σας, κύριε. Τι θέλετε;
ΕΡΓΟΛΑΒΟΣ: Παρακαλώ πολύ, αυτό το κτίσμα σε ποιον ανήκει;
ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Δικό μου είναι. Θέλετε μήπως να το αγοράσετε;
ΕΡΓΟΛΑΒΟΣ: Όχι. Οικοδομή θέλω να χτίσω. Με διαμερίσματα λουξ κατασκευής. Θα σας δώσω αντιπαροχή.
ΓΡΗΓΟΡΗΣ: (Ψιθυρίζει στον Σταμάτη) Ακούς Σταμάτη; Σωθήκαμε. Ζήτα 3 διαμερίσματα. 2 για σένα και 1 για μένα.
ΕΡΓΟΛΑΒΟΣ: Σας δίνω 3 διαμερίσματα αντιπαροχή.
ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Λίγα είναι. Θέλω 4.
ΕΡΓΟΛΑΒΟΣ: Εντάξει. Σύμφωνοι. 4 διαμερίσματα.
Ο εργολάβος και ο Σταμάτης κάνουν χειραψία.
ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Μπράβο, Σταμάτη. Καλά παζάρια έκανες.
ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Ο βλάκας. Θα συμφωνούσα και στα 3.
ΕΡΓΟΛΑΒΟΣ: (Ψιθυρίζει στον εαυτό του) Ο βλάκας. Θα του έδινα και 5.
ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Ευχαριστούμε, κύριε εργολάβε. Γεια σας.
ΕΡΓΟΛΑΒΟΣ: Σας χαιρετώ. Θα στείλω αύριο τον δικηγόρο μου. Για τα διαδικαστικά.
ΓΡΗΓΟΡΗΣ: Γεια σας. Γεια σας.
ΤΕΛΟΣ

ΡΑΦΤΗΣ
Σκηνικό: Ένα ραφείο.
Υπόθεση: Ένας ράφτης μπλέκεται, χωρίς να το θέλει, σε μια πολύχρονη διαμάχη (βεντέτα) μεταξύ δύο οικογενειών.
(Από την ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες»).
ΠΡΟΣΩΠΑ: ΣΤΕΦΑΝΟΣ (ράφτης), ΘΩΜΑΣ (παγοποιός), ΠΕΛΑΤΗΣ, ΜΠΑΡΜΠΑΣ (θείος)

ΠΕΛΑΤΗΣ: (Φέρνει διπλωμένο ένα ύφασμα) Γεια σου, Στέφανε. Έφερα το ύφασμα που σου είχα πει. Καλό δεν είναι;
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: (Κοιτάζει το ύφασμα) Καλό είναι.
ΠΕΛΑΤΗΣ: Από την Αγγλία είναι! Μου το ‘φερε ο ξάδελφός μου που είναι ναυτικός. Μόνο εγώ θα το φοράω στην Αθήνα και μερικοί λόρδοι στην Αγγλία.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Άμα δεν κάνω εγώ καλή δουλειά, τίποτα δε θα φοράς.
ΠΕΛΑΤΗΣ: Ε, γι’ αυτό έρχομαι σε σένα και δεν πάω σ’ άλλους. Ξέρω πως είσαι χρυσοχέρης.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Κάτσε να σου πάρω μέτρα. (Πιάνει μια μεζούρα και αρχίζει να τον μετράει στη μέση, στα μανίκια, στο παντελόνι). Πώς το θέλεις; Σταυρωτό;
ΠΕΛΑΤΗΣ: Εσύ τι λες;
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Σταυρωτό, να σου κρύψει και την μπάκα.
ΠΕΛΑΤΗΣ: Ποια μπάκα; Έχω εγώ μπάκα;
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Έχεις, έχεις.
ΠΕΛΑΤΗΣ: Πότε να έρθω για πρόβα;
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Μεθαύριο, τέτοια ώρα.
ΠΕΛΑΤΗΣ: Εντάξει. Τα λέμε μεθαύριο.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Ε, πού πας; Δε θα δώσεις κάτι;
ΠΕΛΑΤΗΣ: Αφού είπαμε με δόσεις.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Είπαμε με δόσεις. Ε, τότε δώσε κάτι.
ΠΕΛΑΤΗΣ: Μεθαύριο που θα πληρωθώ. Άντε γεια σου, Στέφανε.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Γεια σου.
Ο Στέφανος αρχίζει να ελέγχει το ύφασμα. Εμφανίζεται ο θείος του.
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: Γεια σου, ανιψούδι μου.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Γεια σου, μπάρμπα. Ποιος καλός άνεμος σ’ έφερε εδώ;
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: Άνεμος μ’ έφερε. Αλλά όχι καλός.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Τι έγινε μπάρμπα; Τι συνέβη;
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: Ήρθι η ώρα, παλικάρι μου, να σι δω, να σι καμαρώσω.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Τι να με καμαρώσεις, μπάρμπα; Για ποιο λόγο;
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: Ήρθι η ώρα να πάρεις εκδίκηση.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Εκδίκηση; Για ποιο πράγμα;
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: Δεν έμαθες τα νέα για το φονικό;
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Όχι, ποιο φονικό;
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: Χτες στου χουριό, ψηλά στον Προφήτη Ηλία, ο ξάδερφός σου, ο Διαμαντής παραφύλαξε κι όταν πέρασε από εκεί ο Τάκης ο Γρηγοράκος, χρατς, του κάρφωσε το μαχαίρι στην κοιλιά.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Πο, πο!
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: Λίγο πριν πεθάνει όμως πρόλαβε το σκυλί ο Γρηγοράκος και τον πυροβόλησε με το κυνηγετικό του όπλο και μπαμ, τον άφηκε στον τόπο.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Δηλαδή σκοτώθηκαν και οι δύο;
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: Ακριβώς!
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Άντε, ευκαιρία να τελειώσει επιτέλους αυτή η ανόητη βεντέτα.
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: Τι λες, ρε όρνεο; Ποιος είπε πως θα τελειώσει;
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Μα αφού δεν έμεινε κανείς ζωντανός.
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: Έμεινες εσύ!
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Εγώ;
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: Ναι, εσύ. Είσαι ο τελευταίος αρσενικός της φαμίλιας μας.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Αρσενικός είσαι κι εσύ, μπάρμπα.
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: Άσε με εμένα. Εγώ είμαι γέρος. Λοιπόν από τη φαμίλια των Γρηγοράκων μένει ο Θωμάς. Εδώ στην Αθήνα βρίσκεται. Ψάξε να τον βρεις.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Δεν κάνω εγώ για τέτοια.
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: Θα πάρεις ένα μαχαίρι και χρατς, θα τον σκοτώσεις.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Βρε, άσε με ήσυχο.
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: Είναι χρέος σου. Να εκδικηθείς για το αίμα των προγόνων σου.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Τι μου φταίει ο Θωμάς. Άσε που έχω να τον δω από παιδάκι. Τότε που παίζαμε στο χωριό.
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: Δεν έχεις αίμα στις φλέβες σου;
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Έχω, αλλά μη μ’ ανακατεύεις σε τέτοιες ιστορίες.
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: (Του δείχνει τη φωτογραφία πάνω στο τραπέζι) Και τη φωτογραφία του παππού σου δε θα τη ντραπείς;
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Γιατί να την ντραπώ;
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: Γιατί ο παππούς σου έχασε τη ζωή του από τον παππού του Γρηγοράκου.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Όχι, δε θα ντραπώ τη φωτογραφία. Δεν ντρέπομαι φωτογραφίες. Να μου πεις να ντραπώ τον σπιτονοικοκύρη μου που του χρωστάω τρία νοίκια, να τον ντραπώ. Αλλά τη φωτογραφία, όχι, δεν τη ντρέπομαι.
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: Ντροπή σου.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Άσε με ήσυχο, ρε μπάρμπα.
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: Θα γίνεις ρεντίκολο της κοινωνίας.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Ας γίνω.
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: Ένα σου λέω. Φυλάξου.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Γιατί;
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: Γιατί αν δεν πας, εσύ, να ξεκάνεις τον Θωμά, θα έρθει να σε ξεκάνει αυτούνος.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Γιατί να με ξεκάνει; Τι του έκανα;
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: Είναι η βεντέτα. Φυλάξου, Στέφανε. Θα βγάλει το μαχαίρι και μπαμ θα σε ξεκάνει.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Κάτσε, ρε μπάρμπα. Τι μπαμ; Το μαχαίρι κάνει χρατς. Μη το αλλάζουμε τώρα.
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: (Φεύγοντας) Φυλάξου, Στέφανε. Κάπου εδώ κοντά είναι το σκυλί, ο Θωμάς και σε παραμονεύει.

Το έργο δεν τελειώνει εδώ. Η τελευταία σκηνή του έργου βρίσκεται στο επόμενο θεατρικό για τον λούστρο.

ΛΟΥΣΤΡΟΣ
Σκηνικό: Ένας δρόμος.
Υπόθεση: Ένας λουστράκος γυαλίζει τα παπούτσια των περαστικών.
ΠΡΟΣΩΠΑ: ΛΟΥΣΤΡΟΣ, ΚΥΡΙΟΣ 1, ΚΥΡΙΟΣ 2, ΚΥΡΙΟΣ 3, ΣΤΕΦΑΝΟΣ, ΘΩΜΑΣ

ΚΥΡΙΟΣ 1: Έλα μικρέ, καθάρισε μου τα παπούτσια και γρήγορα.
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Μάλιστα, κύριε, σαν καινούρια θα σας τα κάνω.
ΚΥΡΙΟΣ 1: Να κάνεις καλή δουλειά.
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Ό,τι πείτε κύριε.
ΚΥΡΙΟΣ 1: (μετά από λίγο) Α, τι είναι αυτό. Δε μ’ αρέσει πώς μου τα κάνεις. Φεύγω.
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Δε θα με πληρώσετε, κύριε;
ΚΥΡΙΟΣ 1: Σιγά μη σε πληρώσω.
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Αμάν, πια αυτοί οι πλούσιοι, όλο παράπονα είναι. Και τσιγκούνηδες.
ΚΥΡΙΟΣ 2: Τι έγινε μικρέ, με ποιον τα έχεις;
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Με τους πλούσιους, κύριε.
ΚΥΡΙΟΣ 2: Για καθάρισε μου τα παπούτσια.
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Μάλιστα, κύριε. Σαν καινούρια θα σας τα κάνω.
ΚΥΡΙΟΣ 2: Για πες μου, μικρέ, γιατί τα έχεις με τους πλούσιους;
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Γιατί όλο γκρίνια είναι. Κι ούτε πληρώνουν στο τέλος.
ΚΥΡΙΟΣ 2: Αχ, αγόρι μου. Γι’ αυτό είναι πλούσιοι. Γιατί τα σφίγγουν τα λεφτά τους. Ενώ εμείς…
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Έτοιμος, κύριε.
ΚΥΡΙΟΣ 2: Ωραία. Πόσο θέλεις;
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Μια δραχμή, κύριε.
ΚΥΡΙΟΣ 2: Πάρτην μικρέ.
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Ευχαριστώ.
Ο κύριος 2 φεύγει.
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Μέχρι να εμφανιστεί άλλος πελάτης, ας διαβάσω λίγο τα μαθήματά μου.
Εμφανίζεται ο κύριος 1 μεθυσμένος.
ΚΥΡΙΟΣ 1: (τραγουδάει) Είμαι άντρας και το κέφι μου θα κάνω.
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Ωχ, ο στριμμένος κύριος.
ΚΥΡΙΟΣ 1: (τραγουδάει) Και θα πιω κι ένα ποτήρι παραπάνω.
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Καλά, αυτός είναι τύφλα στο μεθύσι.
ΚΥΡΙΟΣ 1: Τι κάνεις αγόρι μου; Σε πλήρωσα προηγουμένως;
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Όχι, κύριε. Δεν μείνατε ευχαριστημένος.
ΚΥΡΙΟΣ 1: Βλακείες. Μια χαρά μου τα έκανες. Έλα πάρε κατοστάρικο γιατί δεν έχω ψιλά.
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Ευχαριστώ κύριε. Αληθινό είναι;
ΚΥΡΙΟΣ 1: Ε, τι ψεύτικο; Άντε καληνύχτα.
Ο κύριος 1 φεύγει. Εμφανίζεται ο Στέφανος, ο ράφτης. Είναι φοβισμένος και κοιτάζει συνέχεια γύρω του.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Γυάλισέ μου τα παπούτσια, μικρέ.
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Μάλιστα, κύριε. Καινούρια θα σας τα κάνω.
Ο Στέφανος συνεχίζει να κοιτάζει γύρω του. Στην άκρη της σκηνής ένα παιδί παίζει με το μπαλόνι του.
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Τι κοιτάζετε, κύριε; Περιμένετε κάποιον;
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Κάποιον περιμένω. Και πρέπει να προσέχω.
Εμφανίζεται ο Θωμάς. Είναι εξίσου φοβισμένος. Περιμένει να γυαλίσει κι αυτός τα παπούτσια του.
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Έτοιμος, κύριε. Μια δραχμή μου χρωστάτε.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Πάρε, μικρέ.
Ακούγεται θόρυβος. Είναι από το μπαλόνι που έσκασε ο μικρός καταλάθος.
Ο Στέφανος και ο Θωμάς τρομάζουν.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ – ΘΩΜΑΣ: (συγχρόνως) Βοήθεια, με σκοτώνουν.
Πιάνουν και οι δύο με τα χέρια τους το σώμα τους προσπαθώντας να διαπιστώσουν αν είναι πληγωμένοι.
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Μη φοβάστε, κύριοι. Το μπαλόνι έσκασε. Δεν ήταν πυροβολισμός.
Ο Στέφανος και ο Θωμάς αλληλοκοιτάζονται.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Θωμά, εσύ είσαι;
ΘΩΜΑΣ: Στέφανε, εσύ είσαι;
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Ναι, εγώ είμαι. Δεν άλλαξες και πολύ.
ΘΩΜΑΣ: Ούτε εσύ.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Μήπως θέλεις να με σκοτώσεις;
ΘΩΜΑΣ: Όχι, καλέ μου άνθρωπε. Μήπως εσύ θέλεις να με σκοτώσεις;
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Όχι, βρε παιδί μου.
ΘΩΜΑΣ: Και η βεντέτα;
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Η βεντέτα είναι για τους ανόητους. Εγώ θέλω να ζήσω.
ΘΩΜΑΣ: Κι εγώ, Στέφανέ μου. Κι εγώ θέλω να ζήσω.
Οι δυο τους αγκαλιάζονται.
ΘΩΜΑΣ: Φίλε μου, Στέφανε.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Φίλε μου, Θωμά.
ΘΩΜΑΣ: Δε μου λες, τι κάνεις εδώ στην Αθήνα;
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Είμαι ράφτης.
ΘΩΜΑΣ: Ωραία, θα έρθω να μου ράψεις ένα κοστουμάκι.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Να έρθεις. Εσύ τι δουλειά κάνεις;
ΘΩΜΑΣ: Είμαι παγοποιός.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Α, χρειάζομαι πάγο για την μπουζιέρα μου.
ΘΩΜΑΣ: Μην ανησυχείς. Θα σου φέρνω πάγο κάθε μέρα στο σπίτι σου. Τώρα που πέταξα το κάρο και αγόρασα μοτοσακό είμαι πολύ γρήγορος.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Άντε, πάμε να πιούμε ένα καφέ.
ΘΩΜΑΣ: Ναι, να θυμηθούμε τα παλιά.
Ο Στέφανος και ο Θωμάς φεύγουν.
Εμφανίζεται ξεμέθυστος ο κύριος 1.
ΚΥΡΙΟΣ 1: Πάλι εδώ είσαι εσύ;
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Μάλιστα κύριε. Θέλετε να σας γυαλίσω πάλι τα παπούτσια; Δωρεάν αυτή τη φορά.
ΚΥΡΙΟΣ 1: Γιατί δωρεάν;
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Μα θέλει και ρώτημα. Ολόκληρο κατοστάρικο μου δώσατε προηγουμένως.
ΚΥΡΙΟΣ 1: Τι είπες; Σου ‘δωσα κατοστάρικο;
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Μάλιστα κύριε. Εδώ το έχω. Δεν το χάλασα ακόμα.
ΚΥΡΙΟΣ 1: Δώστο μου πίσω, παλιόπαιδο. (του το παίρνει απ’ τα χέρια)
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Γιατί κύριε το παίρνετε πίσω;
ΚΥΡΙΟΣ 1: Ήμουν μεθυσμένος. Δεν ήξερα τι έκανα. Τώρα που ήπια δυο καφέδες ξεμέθυσα. Σιγά μη σου δώσω ολόκληρο κατοστάρικο. (το παίρνει και φεύγει)
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Είπα κι εγώ. Τον έπιασε ξαφνική καλοσύνη.
Εμφανίζεται ο κύριος 3
ΚΥΡΙΟΣ 3: Έλα, μικρέ, καθάρισε μου τα παπούτσια.
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Μάλιστα, κύριε. Σαν καινούρια θα σας τα κάνω.
ΚΥΡΙΟΣ 3: Πώς σε λένε, μικρέ;
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Βασιλάκη, κύριε.
ΚΥΡΙΟΣ 3: Δε μου λες, Βασιλάκη, γιατί δουλεύεις λούστρος;
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Είμαστε φτωχοί κύριε. Η μητέρα μου καθαρίζει σκάλες.
ΚΥΡΙΟΣ 3: Ο πατέρας σου;
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Δεν έχω πατέρα, κύριε. Πέθανε στον πόλεμο.
ΚΥΡΙΟΣ 3: Και γιατί δουλεύεις τα βράδια;
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Το πρωί πηγαίνω σχολείο. Έτοιμος, κύριε.
ΚΥΡΙΟΣ 3: Πόσα θέλεις, μικρέ;
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Μια δραχμή.
ΚΥΡΙΟΣ 3: Ωραία. Πάρε δύο.
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Ευχαριστώ, κύριε. Να ξαναπεράσετε από το μαγαζί μου.
ΚΥΡΙΟΣ 3: Γεια σου. (φεύγει)
Εμφανίζεται μεθυσμένος ο κύριος 1
ΚΥΡΙΟΣ 1: (τραγουδάει) Είμαι άντρας και το κέφι μου θα κάνω.
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Ωχ, πάλι μέθυσε αυτός.
ΚΥΡΙΟΣ 1: Τι κάνεις μικρέ; Είσαι καλά;
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Μια χαρά είμαι κύριε.
ΚΥΡΙΟΣ 1: Καθάρισέ μου τα παπούτσια.
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Εντάξει, κύριε.
Του τα καθαρίζει χωρίς να μιλάει.
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Έτοιμος.
ΚΥΡΙΟΣ 1: Πόσα θέλεις;
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Τίποτα κύριε. Δωρεάν είναι.
ΚΥΡΙΟΣ 1: Τι δωρεάν; Εγώ θέλω να σε πληρώσω.
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Τότε δώστε μου μια δραχμή.
ΚΥΡΙΟΣ 1: Όχι, εγώ θα σου δώσω κατοστάρικο. Είμαι πλούσιος.
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Κι άμα ξεμεθύσετε θα μου το ζητάτε πίσω.
ΚΥΡΙΟΣ 1: Μα δεν είμαι μεθυσμένος. Δυο ποτηράκια ήπια όλα κι όλα. Έλα πάρε ένα κατοστάρικο.
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Δεν το θέλω κύριε. Θα βρω τον μπελά μου.
Εμφανίζεται ο κύριος 3
ΚΥΡΙΟΣ 3: Πάρ’ το, μικρέ. Μη φοβάσαι. Είμαι μάρτυρας. Σου έδωσε το κατοστάρικο με τη θέλησή του.
Ο λούστρος παίρνει το κατοστάρικο και ο μεθυσμένος κύριος φεύγει.
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Ώρα να φεύγω κι εγώ. Αύριο έχω σχολείο.
Ο λούστρος μαζεύει τα πράγματά του και τα βιβλία του. Μια φωτογραφία πέφτει από το βιβλίο του. Ο κύριος την πιάνει και την κοιτάζει συγκινημένος.
ΚΥΡΙΟΣ 3: Ποια είναι αυτή η κυρία στη φωτογραφία;
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Η μητέρα μου.
ΚΥΡΙΟΣ 3: (τρέμοντας από συγκίνηση) Μήπως την λένε Ελένη;
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Ναι, Ελένη την λένε. Εσείς πού την ξέρετε;
ΚΥΡΙΟΣ 3: Κι είπες δεν έχεις πατέρα;
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Όχι, κύριε. Δεν έχω. Χάθηκε στον πόλεμο.
ΚΥΡΙΟΣ 3: Μικρέ, ξέρεις ποιος είμαι εγώ;
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Όχι, κύριε.
ΚΥΡΙΟΣ 3: Ο πατέρας σου!
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Κύριε, μη μου κάνετε πλάκα.
ΚΥΡΙΟΣ 3: Δε σου κάνω πλάκα, παιδί μου. Ο πατέρας σου είμαι. Νιόπαντρος ήμουν όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Έφυγα να πολεμήσω στην Αλβανία
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Και μετά, γιατί δεν επιστρέψατε;
ΚΥΡΙΟΣ 3: Μετά είχαμε κατοχή. Πήγα στη Μέση Ανατολή να πολεμήσω εκεί τους Γερμανούς.
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Και μετά τι έγινε;
ΚΥΡΙΟΣ 3: Ένα θραύσμα οβίδας καρφώθηκε στο κεφάλι μου. Έπαθα αμνησία.
ΛΟΥΣΤΡΟΣ: Τα ξεχάσατε όλα δηλαδή;
ΚΥΡΙΟΣ 3: Ακριβώς. Για πολλά χρόνια. Όταν επέστρεψα στην πατρίδα δε θυμόμουνα τίποτα. Όταν άρχισα να θυμάμαι δε σας βρήκα πουθενά.
ΛΟΥΣΤΡΟΣ 3: Πήγαμε στο χωριό της γιαγιάς. Η μητέρα μου δεν μπορούσε να τα φέρει βόλτα.
ΚΥΡΙΟΣ 3: Έφαγα τον τόπο. Μέχρι και στις αναζητήσεις του Ερυθρού Σταυρού σας έψαξα. Δυστυχώς χωρίς αποτέλεσμα.
ΛΟΥΣΤΡΟΣ 3: Ευτυχώς δηλαδή που πέθανε η γιαγιά και επιστρέψαμε πάλι στην Αθήνα.
ΚΥΡΙΟΣ 3: Ναι, ευτυχώς. Τώρα, ξέρεις τι θέλω από σένα;
ΛΟΥΣΤΡΟΣ 3: Τι θέλετε, κύριε;
ΚΥΡΙΟΣ 3: Να με πας στη μητέρα σου. Και να σταματήσεις να με λες «κύριε».
ΛΟΥΣΤΡΟΣ 3: Εντάξει, κύριε. Δε θα σας λέω «κύριε».
ΚΥΡΙΟΣ 3: Θα με λες «πατέρα».
ΛΟΥΣΤΡΟΣ 3: Εντάξει, κύριε. Θα σας λέω «πατέρα».
Ο κύριος και το αγόρι φεύγουν από τη σκηνή. Εμφανίζεται ο Κύριος 1 ξεμέθυστος.
ΚΥΡΙΟΣ 1: Έχασα ένα κατοστάρικο. Πού το έβαλα δεν μπορώ να θυμηθώ! Θα σκάσω απ’ το κακό μου.
ΤΕΛΟΣ

ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ
Ταχυδρόμοι υπάρχουν και στις μέρες μας μόνο που φέρνουν αποκλειστικά λογαριασμούς και σημειώματα της εφορίας. Ενώ τότε ο ταχυδρόμος έφερνε τα νέα από τον ξενιτεμένο γιο, από τον στρατιώτη που υπηρετούσε στα σύνορα, από τον ναυτικό που ταξίδευε στους ωκεανούς, από την κόρη που δούλευε υπηρέτρια στην πρωτεύουσα ή από τον πλούσιο θείο στην Αμερική.
Σκηνικό: Το καφενείο του χωριού.
Υπόθεση: Ο Αντώνης, ο ταχυδρόμος, φέρνει τα γράμματα στην κάτω Ραχούλα. Όλο το χωριό τον περιμένει στο καφενείο.
ΠΡΟΣΩΠΑ:ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ (ΑΝΤΩΝΗΣ), ΚΑΦΕΤΖΗΣ, ΚΥΡ-ΣΑΒΒΑΣ, ΝΙΚΟΣ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΣ, ΚΥΡΑ-ΣΤΑΜΑΤΑ, ΔΗΜΗΤΡΟΣ, ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ, ΓΕΡΟ-ΣΚΟΥΦΑΣ, ΚΥΡΑ-ΒΑΣΙΛΩ, ΓΙΩΡΓΗΣ ΒΛΑΣΙΑΔΗΣ, ΔΑΣΚΑΛΟΣ, ΒΑΓΓΕΛΗΣ.

ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ: (Μπαίνει στο καφενείο) Ταχυδρόμος!! Έφερα τα γράμματα!
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: ‘Ελα, Αντώνη. Κάτσε να ξεκουραστείς. Να σου φτιάξω καφέ;
ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ: Ένα καφέ θα τον έπινα.
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Μήπως προτιμάς ουζάκι;
ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ: Όχι. Έχω δρόμο ακόμα. Έρχομαι από το Βαλτερό και πρέπει να φτάσω μέχρι την Άνω Ραχούλα.
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Άνω Ραχούλα; Δεν μπορείς να πας εκεί.
ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ: Γιατί;
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Γιατί γκρεμίστηκε η γέφυρα με την προχθεσινή κακοκαιρία.
ΚΥΡ-ΣΑΒΒΑΣ: Μη φοβάσαι, ταχυδρόμε. Υπάρχει κι άλλος δρόμος. Θα σου τον πω εγώ.
ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ: Είναι ασφαλής;
ΚΥΡ-ΣΑΒΒΑΣ: Βεβαίως. Θα πας απ’ τον προφήτη Ηλία. Θα κατέβεις μετά προς το Μεγάλο Λιβάδι κι ύστερα θα περάσεις το ποτάμι απ’ το παλιό πέτρινο γεφύρι της Ασημόπετρας.
ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ: Θα χάσω πολύ χρόνο;
ΚΥΡ-ΣΑΒΒΑΣ: Άμα φύγεις σε μια ώρα το πολύ, μέχρι το βράδυ θα έχεις επιστρέψει στο γραφείο σου.
ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ: Εντάξει.
ΚΥΡΑ-ΣΤΑΜΑΤΑ: Αφήστε τις φλυαρίες. Θέλουμε να διαβάσουμε τα γράμματα.
ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ: Εντάξει, κυρά Σταμάτα. Έχεις δίκιο. Νομίζω το πρώτο γράμμα είναι το δικό σου. Από την κόρη σου στην Αθήνα.
Της δίνει το γράμμα. Η κυρά Σταμάτα παίρνει το γράμμα και το φιλάει.
ΚΥΡΑ-ΣΤΑΜΑΤΑ: Και ποιος θα μου το διαβάσει;
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Άντε, Δημητρό, εσύ είσαι γραμματιζούμενος. Έφτασες μέχρι Τετάρτη δημοτικού!
ΔΗΜΗΤΡΟΣ: Εντάξει. Θα το διαβάσω. (Του δίνει το γράμμα η κυρά Σταμάτα κι αυτός αρχίζει να διαβάζει). Αγαπημένη μου μητέρα, γεια σου από την Αθήνα. Εδώ στον κύριο και την κυρία Χατζηιωάννου περνάω μια χαρά. Με προσέχουν, μου μιλούν ευγενικά και μ’ αφήνουν να ξεκουράζομαι μετά τις εννιά το βράδυ. Κάθε Κυριακή με παίρνουν μαζί τους στο σινεμά και βλέπουμε ταινίες του Χατζηχρήστου. Δεν έχω κανένα παράπονο και είμαι πολύ υγιής.
ΔΗΜΗΤΡΟΣ: Ω, θεέ μου!
ΚΥΡΑ ΣΤΑΜΑΤΑ: Τι έγινε, Δημητρό, τι σου γράφει το παιδί μου;
ΔΗΜΗΤΡΟΣ: Τίποτα, κυρά Σταμάτα. Απλώς τη λέξη «υγιής» την έχει γραμμένη λάθος.
ΚΥΡΑ ΣΤΑΜΑΤΑ: Αμάν, βρε Δημητρό και με κοψοχόλιασες. Άσε την ορθογραφία κατά μέρους και διάβασε το γράμμα.
ΔΗΜΗΤΡΟΣ: (συνεχίζει την ανάγνωση) Το Πάσχα ο κύριος μου υποσχέθηκε πως θα μου δώσει δύο μέρες άδεια για να έρθω να σε δω. Μου δίνουν και χαρτζιλίκι. Τα βάζω στον κουμπαρά μου και τα μαζεύω για την προίκα μου. Αυτά είχα να σου πω, αγαπημένη μου μητερούλα. Περιμένω τα δικά σου νέα.
Η Κυρά Σταμάτα παίρνει το γράμμα και το ξαναφιλάει.
ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ: Το επόμενο γράμμα είναι από τον Μιχάλη τον Ευλογημένο. Για τον πατέρα του.
ΝΙΚΟΣ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΣ: Εδώ είμαι. Μόνο που κι εγώ δεν ξέρω γράμματα. Δημητρό, θα διαβάσεις και το δικό μου;
ΔΗΜΗΤΡΟΣ: Καφετζή, βάλε ένα ουζάκι γιατί στέγνωσε το στόμα μου. Εντάξει μπαρμπα Νίκο, δώσ’ μου το γράμμα να το διαβάσω.
Ο Δημητρός ανοίγει το γράμμα και διαβάζει.
ΔΗΜΗΤΡΟΣ: Αγαπημένοι μου πατέρα και μητέρα, είμαι πολύ καλά στην υγεία μου και το ίδιο επιθυμώ δι εσάς. Η δουλειά μου πάει πολύ καλά. Το συνεργείο αυτοκινήτων που έχω ανοίξει είναι πάντα γεμάτο από πελάτες. Εδώ στην Αθήνα τα αυτοκίνητα είναι αμέτρητα και δόξα τω Θεώ όλο και χαλάνε! Να έχουμε δουλειά εμείς οι μηχανικοί.
ΝΙΚΟΣ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΣ: Τι γράφει παρακάτω; Θα έρθει για το Πάσχα;
ΔΗΜΗΤΡΟΣ: Δυστυχώς το Πάσχα δεν θα μπορέσουμε να έρθουμε στο χωριό. Θα πάμε στο χωριό της γυναίκας μου, της Σοφίας.
ΝΙΚΟΣ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΣ: Όλο εκεί παγαίνουν.
ΔΗΜΗΤΡΟΣ: Είναι η μητέρα της άρρωστη.
ΝΙΚΟΣ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΣ: Όλο ψέματα μου γράφει.
ΔΗΜΗΤΡΟΣ: Σου υπόσχομαι πως θα έρθουμε το καλοκαίρι.
ΝΙΚΟΣ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΣ: Δυο χρόνια έχουμε να δούμε το εγγονάκι μας.
ΔΗΜΗΤΡΟΣ: (διαβάζει βιαστικά τις τελευταίες σειρές) Σε φιλώ και τα λοιπά και τα λοιπά. Πάρ’ το γράμμα μπάρμπα-Νίκο γιατί έχουν σειρά και άλλοι.
Ο ταχυδρόμος ψάχνει την τσάντα του.
ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ: Επόμενο γράμμα είναι του Τάσου του στρατιώτη.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Για μένα είναι. Δημητρό, μπορείς να το διαβάσεις;
ΔΗΜΗΤΡΟΣ: Εντάξει. (ξεκινάει το διάβασμα) Αγαπημένε μου πατέρα, γεια σου, τι κάνεις; Είσαι καλά; Εγώ είμαι πολύ καλά. Συμπληρώνω πλέον 28 μήνες στον στρατό. Άλλοι 4 μου έμειναν και απολύομαι. Τι κάνει η Φρόσω η κατσίκα μας; Γέννησε επιτέλους ή πάλι δεν τα κατάφερε;
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Αχ, παλικάρι μου. Πάλι νεκρά τα γέννησε τα κατσικάκια της.
ΔΗΜΗΤΡΟΣ: Εύχομαι να μας έκανε καινούρια κατσικάκια γιατί μόνο από τα χωράφια μας χαΐρι δεν πρόκειται να δούμε. Πατέρα, θα πεις αυτού του τσιγκούνη του γερο-Σκουφά να περιμένει λίγο ακόμα…
ΓΕΡΟ-ΣΚΟΥΦΑΣ: Δημητρό, διαμαρτύρομαι. Τι εκφράσεις είναι αυτές; Εγώ τσιγκούνης;
ΔΗΜΗΤΡΟΣ: Μα, τι φταίω εγώ, αγαπητέ μου. Εγώ διαβάζω το γράμμα. (συνεχίζει) Να πεις αυτού του… γερο-Σκουφά να περιμένει λίγο ακόμα και θα το ξεπληρώσουμε το χρέος μας. Μόλις γυρίσω πίσω στο χωριό κι αναλάβω εγώ το όργωμα θα καρπίσει και το χωράφι μας. Εσύ, πατέρα, να μην κουράζεσαι και να προσέχεις τη μέση σου. Και να μη στεναχωριέσαι. Α, και να πεις αυτού του… (ο Δημητρός γουρλώνει τα μάτια του) …του γερο-Σκουφά να μην τολμήσει να σου κατασχέσει το χωράφι γιατί θα έχει να κάνει μαζί μου.
ΓΕΡΟ-ΣΚΟΥΦΑΣ: Δημητρό, διαμαρτύρομαι. Ο γιος του κυρ-Απόστολου με απειλεί.
ΔΗΜΗΤΡΟΣ: Και τι φταίω εγώ, γερο-Σκουφά. Αυτά γράφει, αυτά διαβάζω. Αμάν πια, θα βρω και τον μπελά μου. (συνεχίζει) Δεν έχω άλλα να σου πω, πατέρα, περιμένω τα δικά σου νέα. Α, και κάτι τελευταίο. Στείλε μήνυμα με την προξενήτρα στους γονείς της Κατίνας πως μόλις απολυθώ θα έρθω να τη ζητήσω σε γάμο.
ΔΗΜΗΤΡΟΣ: Αυτό νομίζω δεν έπρεπε να το διαβάσω. Ήταν κάτι προσωπικό.
ΓΕΡΟ-ΣΚΟΥΦΑΣ: Της Κατίνας; Μα την Κατίνα θα την παντρευτεί ο γιος μου. Τα είπαμε με τους γονείς της και τα συμφωνήσαμε.
ΚΥΡ-ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Την ίδια την Κατίνα τη ρωτήσατε;
ΓΕΡΟ-ΣΚΟΥΦΑΣ: Σιγά μη τη ρωτήσουμε, κορίτσι πράμα.
ΚΥΡ-ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Καλά, σε 4 μήνες που θα επιστρέψει ο γιος μου θα έχεις να κάνεις μαζί του.
ΓΕΡΟ-ΣΚΟΥΦΑΣ: Κι εσύ με απειλείς τώρα;
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Σταματήστε και οι δυο σας. Έχουμε σοβαρή δουλειά. Να διαβάσουμε και τα υπόλοιπα γράμματα.
ΚΥΡΑ ΒΑΣΙΛΩ: Ταχυδρόμε, μήπως έχεις γράμμα από τον γιο μου, τον ναυτικό; Απ’ το παλικάρι μου;
ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ: (Σοβαρεύει το πρόσωπό του) Όχι, κυρά-Βασίλω. Δεν έχω γράμμα από τον γιο σου.
ΚΥΡΑ-ΒΑΣΙΛΩ: Μα κοντεύουν δυο χρόνια από τότε που μου έστειλε το τελευταίο του γράμμα. Για ψάξε καλύτερα, σε παρακαλώ.
ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ: Έψαξα πολύ καλά, κυρά-Βασίλω. Δεν έχει γράμμα από τον γιο σου.
ΚΥΡΑ-ΒΑΣΙΛΩ: Δε μου λες, πότε θα ξανάρθεις;
ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ: Σε ένα μήνα. Όπως πάντα.
ΚΥΡΑ-ΒΑΣΙΛΩ: Αν έρθει εντωμεταξύ κάποιο γράμμα από τον γιο μου, υπάρχει περίπτωση να με ειδοποιήσεις;
ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ: Κάτι θα κάνω, κυρά-Βασίλω. Δε θα σ’ αφήσω έτσι. Στο υπόσχομαι. Αν έρθει γράμμα από τον γιο σου, θα έρθω μια μέρα ειδικά για σένα.
ΚΥΡΑ-ΒΑΣΙΛΩ: Σ’ ευχαριστώ, Αντώνη, παιδί μου. Να έχεις την ευχή της Παναγίας.
Η κυρα-Βασίλω φεύγει.
ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ: Το επόμενο γράμμα είναι από τον Νώντα τον Αμερικάνο. Έχει παραλήπτη τον δάσκαλο.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Εμένα; Από πού κι ως πού;
ΔΗΜΗΤΡΟΣ: Για διάβασέ το, κυρ δάσκαλε, να μας το εξηγήσεις.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: (Παίρνει το γράμμα και διαβάζει) Αγαπητέ μου δάσκαλε. Λείπω 15 χρόνια από το χωριό μου, που μου φαίνονται σαν αιώνες. Εδώ στην Αμερική έχω κάνει περιουσία αλλά η νοσταλγία με τρώει. Ελπίζω πως σε λίγα χρόνια θα καταφέρω να επιστρέψω για μόνιμη εγκατάσταση. Μέχρι τότε όμως αποφάσισα να κάνω κάτι καλό για τους συγχωριανούς μου. Εσωκλείω στον φάκελο ένα τσέκι 3.000 δολαρίων.
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Αααααα!!
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Με αυτό το ποσό σε παρακαλώ να ξοφλήσεις τα χρέη των συγχωριανών μου στον γερο-Σκουφά και στις τράπεζες. Γνωρίζω σε τι δύσκολη οικονομική κατάσταση βρίσκονται οι περισσότεροι.
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Μπράβο!!!
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Όσο για τα υπόλοιπα χρήματα, αν περισσέψουν, θα ήθελα να αγοράσεις κάτι για το σχολείο. Ό,τι εσύ κρίνεις πως έχει ανάγκη. Σας φιλώ όλους και εύχομαι σύντομα να επιστρέψω στο χωριό και να πιω το καφεδάκι μου κάτω από το πλατάνι της πλατείας.
ΝΙΚΟΣ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΣ: Είδες, γερο-Σκουφά; Δε σ’ έχουμε ανάγκη πια.
ΓΕΡΟ-ΣΚΟΥΦΑΣ: Ναι, καλά, χαρείτε τώρα. Να σας δω τι θα κάνετε του χρόνου, σαν πέσει η πρώτη παγωνιά ή μόλις πλακώσουν οι πλημμύρες. Θάρθετε πάλι γονατιστοί να ζητάτε δάνειο. Τι νομίζετε, ο Αμερικάνος θα σας θυμάται κάθε χρόνο; Για κορόιδο τον περνάτε;
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Προς το παρόν, εσύ γερο-Σκουφά, θα πάρεις τα λεφτά σου και για του χρόνου έχει ο Θεός.
ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ: Πάμε στο επόμενο γράμμα. Για τον Γιώργη τον Βλασιάδη. Από τις φυλακές.
ΓΙΩΡΓΗΣ ΒΛΑΣΙΑΔΗΣ: Δώσ’ το σε μένα. Εγώ ξέρω γράμματα.
Παίρνει το γράμμα κι αρχίζει να το διαβάζει από μέσα του. Οι άλλοι τον κοιτάζουν.
ΓΙΩΡΓΗΣ ΒΛΑΣΙΑΔΗΣ: (Χαρούμενος) Ξέρετε τι γράφει ο γιος μου; Σε λίγο θα αποφυλακιστούν οι πολιτικοί κρατούμενοι. Θα γυρίσει πίσω το παλικάρι μου!
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: (Θυμωμένος) Γιατί να αποφυλακιστούν; Εγκληματίες είναι.
ΓΙΩΡΓΗΣ ΒΛΑΣΙΑΔΗΣ: Για πρόσεχε τα λόγια σου. Το παιδί μου δεν είναι εγκληματίας.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Εγώ ξέρω πως το δικό μου παιδί σκοτώθηκε γιατί ο γιος σου κι οι άλλοι όμοιοί του πήρανε τα όπλα.
ΓΙΩΡΓΗΣ ΒΛΑΣΙΑΔΗΣ: Πήρανε τα όπλα γιατί τους ανάγκασαν.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Καλά…
ΓΙΩΡΓΗΣ ΒΛΑΣΙΑΔΗΣ: Μη ξεχνάς πως και το δικό μου παιδί σκοτώθηκε. Και το άλλο είναι ακόμα στη φυλακή. Κι ας πέρασαν τόσα χρόνια.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Συγχωριανοί, ηρεμία. Και οι δύο πλευρές θρήνησαν θύματα. Κάποτε όμως πρέπει να βάλουμε ένα τέλος. Να ξεχάσουμε τα παλιά και να κοιτάξουμε μπροστά μας.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Εγώ δεν πρόκειται να ξεχάσω.
ΓΙΩΡΓΗΣ ΒΛΑΣΙΑΔΗΣ: Ούτε κι εγώ.
ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ: Αφήστε τα αυτά. Να δούμε και το τελευταίο γράμμα. Είναι για τον Βαγγέλη τον Κουτσοκώστα. Βαγγέλη, από την κόρη σου είναι!
ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Δεν έχω κόρη εγώ.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: (Ανοίγει το γράμμα) Βαγγέλη, μπορεί να γράφει κάτι σημαντικό.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Δε με νοιάζει. Από τότε που κλέφτηκε μ’ εκείνον τον πραματευτή, την ξέγραψα από παιδί μου.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Κάτσε, ρε Βαγγέλη. Κόρη σου είναι. Αίμα σου!
ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Σου λέω, δεν έχω κόρη.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: (Το διαβάζει από μέσα του) Ξέρεις τι γράφει η Μέλπω; Γέννησε αγόρι!
ΚΑΦΕΝΤΖΗΣ: Συγχαρητήρια, Βαγγέλη. Να σου ζήσει.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Δε μ’ ενδιαφέρει καθόλου.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Βαγγέλη, άκου τι γράφει εδώ. θα το βγάλουν Βαγγέλη. Θα του δώσουν το όνομά σου!
ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Τι είπες;
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Ναι, θα το βαφτίσουν Ευάγγελο. Προς τιμήν σου.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Πότε θα γίνει αυτό;
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Τον άλλο μήνα. Σε θέλουν να είσαι κι εσύ στα βαφτίσια. Να τους δώσεις τη συγχώρεσή σου.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Δηλαδή θα έχω εγγονάκι με το όνομά μου;
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Ναι, Βαγγέλη. Δώσε τόπο στην οργή.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Καφετζή, κέρνα όλο το μαγαζί! Έχω εγγονό! Βαγγέλη με τ’ όνομα!
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Μπράβο, Βαγγέλη. Να σου ζήσει!
ΤΕΛΟΣ

ΘΥΡΩΡΟΣ
Σκηνικό: Η είσοδος μιας πολυκατοικίας. Αρκούν ένα τραπέζι και μια καρέκλα που παριστάνουν το γραφείο του θυρωρού. Πάνω στο τραπέζι υπάρχει ένα παλιό σταθερό τηλέφωνο.
Υπόθεση: Μια μέρα από την καθημερινότητα ενός θυρωρού. Kατά τη διάρκεια αυτής της μέρας ο θυρωρός καταφέρνει να παντρέψει και τις πέντε αδελφές του.
ΠΡΟΣΩΠΑ:
ΘΑΝΑΣΗΣ (ΘΥΡΩΡΟΣ), ΚΥΡΙΑ ΔΕΛΗΣΤΑΥΡΟΥ
ΚΥΡΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ, ΚΥΡΙΟΣ ΔΕΛΗΣΤΑΥΡΟΥ
ΤΑΣΙΑ (ΑΔΕΛΦΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ), ΜΠΑΜΠΗΣ (ΥΔΡΑΥΛΙΚΟΣ)
ΚΥΡΙΟΣ ΚΑΛΟΧΑΙΡΕΤΑΣ (ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ), ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ, ΗΛΙΑΣ, ΚΥΡΙΟΣ ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ

ΚΥΡΙΑ ΔΕΛΗΣΤΑΥΡΟΥ: Θυρωρός! Θυρωρός!
ΘΥΡΩΡΟΣ: Ορίστε, κυρία Δελησταύρου. Τι θέλετε;
ΚΥΡΙΑ ΔΕΛΗΣΤΑΥΡΟΥ: Το ασανσέρ. Πάλι χάλασε.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Το γνωρίζω, κυρία Δελησταύρου. Ειδοποίησα ήδη τον μάστορα να έρθει να το φτιάξει.
ΚΥΡΙΑ ΔΕΛΗΣΤΑΥΡΟΥ: Ναι, αλλά εγώ θα πάω στον μπακάλη. Πώς θα ανεβάσω τα ψώνια τρεις ορόφους;
ΘΥΡΩΡΟΣ: Μην ανησυχείτε, κυρία Δελησταύρου. Θα τα ανεβάσω εγώ.
ΚΥΡΙΑ ΔΕΛΗΣΤΑΥΡΟΥ: Μπράβο, Θανάση. Ευχαριστώ πολύ.
Η Κυρία Δελησταύρου φεύγει. Εμφανίζεται ο Χριστόφορος
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Γεια σου, Θανάση.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Γεια σου, Χριστόφορε.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θανάση, κάτι θέλω να σου πω.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Να μου πεις, Χριστόφορε. Γιατί να μη μου πεις.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ξέρεις, είναι πολύ σοβαρό.
Εμφανίζεται η κυρία Νικολαϊδου.
ΚΥΡΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ: Θυρωρός! Θυρωρός!
ΘΥΡΩΡΟΣ: Ορίστε, κυρία Νικολαΐδου. Πείτε μου.
ΚΥΡΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ: Βούλωσε η τουαλέτα μας. Επειγόντως να φωνάξεις τον υδραυλικό.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Εντάξει, κυρία Νικολαΐδου. Θα το φροντίσω.
ΚΥΡΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ: Τώρα αμέσως. Πλημμυρίσαμε.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Μην ανησυχείτε, κυρία Νικολαΐδου.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θανάση, να σου πω αυτό που θέλω;
ΘΥΡΩΡΟΣ: Όχι, τώρα Χριστόφορε. Πνίγομαι.
Ο Χριστόφορος φεύγει. Ο θυρωρός παίρνει τηλέφωνο.
ΘΥΡΩΡΟΣ: (Στο τηλέφωνο) Γεια σου, Μπάμπη. Είμαι ο Θανάσης ο θυρωρός, από Στουρνάρα 213. Έλα αμέσως στην πολυκατοικία μας. Πλημμύρισε η τουαλέτα στο διαμέρισμα της κ. Νικολαΐδου… Όχι σε μία ώρα. Τώρα να έρθεις. Άντε παλικάρι μου, είναι ανάγκη.
ΚΥΡΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ: Εντάξει; Έρχεται;
ΘΥΡΩΡΟΣ: Σε δέκα λεπτά θα είναι εδώ, κυρία Νικολαΐδου.
Η κυρία Νικολαΐδου φεύγει. Έρχεται ο κύριος Αντώνης.
ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ: Διαζύγιο! Διαζύγιο! Παίρνω το καπελάκι μου και φεύγω!
ΘΥΡΩΡΟΣ: Τι συμβαίνει, κύριε Αντώνη; Τι πάθατε;
ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ: Η γυναίκα μου. Μου είπε «σκασμός Αντωνάκη μου».
ΘΥΡΩΡΟΣ: Τι σας είπε; Σκασμός;
ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ: Ναι, «σκασμός Αντωνάκη μου».
ΘΥΡΩΡΟΣ: Ε, καλά τώρα, κύριε Αντωνάκη. Δώστε λίγο τόπο στην οργή. Δεν ήρθε και το τέλος του κόσμου.
ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ: Μα τι λες, Θανάση; Τι χειρότερο μπορεί να μου πει ώστε να φτάσω στο διαζύγιο;
ΘΥΡΩΡΟΣ: Δείτε και το καλό της υπόθεσης.
ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ: Ποιο είναι το καλό;
ΘΥΡΩΡΟΣ: Σας είπε «σκασμός Αντωνάκη μου», δε σας είπε «σκασμός Αντωνάκη». Έβαλε και το «μου».
ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ: Και είναι αυτό καλό;
ΘΥΡΩΡΟΣ: Βεβαίως. Σημαίνει πως σας αγαπάει ακόμα.
ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ: Λες;
ΘΥΡΩΡΟΣ: Μα φυσικά, κύριε Αντώνη. Δεν το βλέπετε;
ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ: Δηλαδή, μου λες να της δώσω μια ακόμα ευκαιρία;
ΘΥΡΩΡΟΣ: Εννοείται.
ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΑΚΗΣ: Εντάξει, Θανάση. Με έπεισες. Ας μη γίνομαι υπερβολικός.
Φεύγει ο κύριος Αντώνης. Έρχεται ο Ηλίας.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Τι κάνεις, Ηλία; Πώς από εδώ;
ΗΛΙΑΣ: Θανάση, ήρθα να σου μιλήσω για το γνωστό ζήτημα.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Για την αδελφή σου;
ΗΛΙΑΣ: Τι θα γίνει επιτέλους; Πότε θα έρθεις να τη ζητήσεις;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Μόλις παντρέψω τις αδελφές μου.
ΗΛΙΑΣ: Με δουλεύεις, Θανάση; Θα παντρέψεις πέντε αδελφές;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Γιατί όχι; Τι έχουν; Όλες είναι όμορφες.
ΗΛΙΑΣ: Ναι, αλλά φτωχές.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Και το Μαρικάκι φτωχό είναι αλλά θα την παντρευτώ.
ΗΛΙΑΣ: Θανάση, σου δίνω διορία μία εβδομάδα. Αν δεν έρθεις να τη ζητήσεις, θα την αρραβωνιάσω μ’ ένα μεγαλέμπορο.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Τι λες Ηλία; Σοβαρά μιλάς; Και τι είναι η αδελφή σου; Εμπόρευμα;
ΗΛΙΑΣ: Θανάση, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Έχεις διορία μία εβδομάδα. Αλλιώς ξέχασε το Μαρικάκι.
Ο Ηλίας φεύγει.
ΘΑΝΑΣΗΣ: (Μονολογεί) Α, ρε Ηλία. Μαχαιριά στην καρδιά μου έριξες. Άμα χάσω το Μαρικάκι, προτιμώ να πεθάνω.
Έρχεται ο Χριστόφορος.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θανάση, μπορώ τώρα να σου μιλήσω;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Όχι, Χριστόφορε. Δεν μπορείς. Καίγομαι τώρα.
Ο Χριστόφορος φεύγει. Έρχεται ο βουλευτής Καλοχαιρέτας.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Α, ο κύριος βουλευτής. Κύριε Καλοχαιρέτα. Καλημέρα σας.
ΚΑΛΟΧΑΙΡΕΤΑΣ: Γεια σου, Θανάση. Τι θέλεις;
ΘΥΡΩΡΟΣ: Ήθελα να σας ρωτήσω τι γίνεται με την υπόθεσή μου.
ΚΑΛΟΧΑΙΡΕΤΑΣ: Θύμισε μου, ποια υπόθεση εννοείς, γιατί ως βουλευτής χειρίζομαι αμέτρητες υποθέσεις.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Να, για τον αρραβωνιαστικό της αδελφής μου πρόκειται, κύριε Καλοχαιρέτα. Τι θα γίνει; Θα τον διορίσετε;
ΚΑΛΟΧΑΙΡΕΤΑΣ: Ετελείωσε, Θανάση μου. Ετελείωσε.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Αλήθεια λέτε;
ΚΑΛΟΧΑΙΡΕΤΑΣ: Βεβαίως. Πριν από λίγο μίλησα με τον υπουργό. Η υπόθεσή σου ε-τε-λεί-ω-σε!
ΘΥΡΩΡΟΣ: Αμήν, Παναγίτσα μου. Να παντρευτεί κι αυτή η δόλια η αδελφή μου να πάρουν σειρά οι άλλες. Ξέρετε, κύριε βουλευτά, πέντε τις έχω.
ΚΑΛΟΧΑΙΡΕΤΑΣ: Να τις χαίρεσαι, Θανάση.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Και, αν επιτρέπεται δηλαδή, πότε θα μας έρθει το χαρτί του διορισμού;
ΚΑΛΟΧΑΙΡΕΤΑΣ: Ε, καλά τώρα. Θανάση, γνωρίζεις πως αυτές οι υποθέσεις αργούν. Είναι βλέπεις η γραφειοκρατία. Σε λίγους μήνες πάντως όλα θα έχουν τακτοποιηθεί.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Σε λίγους μήνες; Α, δε με βλέπω καλά μέχρι τότε.
ΚΑΛΟΧΑΙΡΕΤΑΣ: Άντε, γεια σου Θανάση.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Γεια σας, κύριε Καλοχαιρέτα. (μονολογεί) Βρε, θα τον παντρέψω εγώ τον Νικηφόρο με την αδελφή μου κι αν δε διοριστεί ας πάει να βγάλει άκρη με τον Καλοχαιρέτα.
Έρχεται η Τασία, η άλλη αδελφή του Θανάση. Είναι κλαμένη.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Τασία, σου έχω ευχάριστα νέα.
ΤΑΣΙΑ: Τι έγινε, Θανάση;
ΘΥΡΩΡΟΣ: Ο Νικηφόρος, ο αρραβωνιαστικός της αδελφής σου, της Ουρανίας, διορίζεται στο δημόσιο. Μου το επιβεβαίωσε ο βουλευτής, ο κύριος Καλοχαιρέτας.
ΤΑΣΙΑ: Αυτό είναι πολύ ευχάριστο.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Μα τι έχεις εσύ; Κλαις;
ΤΑΣΙΑ: Όχι, δεν κλαίω.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Ε, πώς δεν κλαις; Αφού τα μάτια σου είναι κόκκινα. Σου έκανε κάτι ο Μηνάς;
ΤΑΣΙΑ: Δε φταίει αυτός.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Θα μου εξηγήσεις τι έγινε;
ΤΑΣΙΑ: Να, πριν από λίγο είδα στον δρόμο τον Μηνά με τον πατέρα του. Κι ο Μηνάς έκανε πως δε με είδε.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Αχ, κορίτσι μου. Τι κάθεσαι και χαλάς την καρδιά σου. Ένα κακομαθημένο πλουσιόπαιδο είναι ο Μηνάς.
ΤΑΣΙΑ: Τον αγαπάω.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Γιος του Δελησταύρου δεν είναι; Τι νομίζεις; Πως θα σε παντρευτεί;
ΤΑΣΙΑ: Μου το υποσχέθηκε.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Τους πλούσιους να μην τους εμπιστεύεσαι, Τασία μου. Μόνο την τσέπη τους κοιτάζουν.
ΤΑΣΙΑ: Ο Μηνάς δεν είναι έτσι.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Μπορεί να μην είναι έτσι αλλά μόλις του τρίξει τα δόντια ο πατέρας του και του κόψει το χαρτζιλίκι, να δεις πώς θα σε ξεχάσει.
ΤΑΣΙΑ: Μ’ αγαπάει!
ΘΥΡΩΡΟΣ: Κι άλλοι σ’ αγαπάνε.
ΤΑΣΙΑ: Ποιοι;
ΘΥΡΩΡΟΣ: Ο Μπάμπης, ο υδραυλικός. Σαν τρελός κάνει για σένα.
ΤΑΣΙΑ: (Με περιφρόνηση) Ο Μπάμπης;
ΘΥΡΩΡΟΣ: Ναι, ο Μπάμπης. Γιατί, τι του λείπει; Άσχημο παιδί είναι; Και δουλευταράς.
ΤΑΣΙΑ: Ε, όχι και ο Μπάμπης.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Α, νάτος.
Έρχεται ο Μπάμπης με μια τσάντα που έχει τα εργαλεία του.
ΜΠΑΜΠΗΣ: Γεια σας, δεσποινίς Τασία. Τι κάνετε;
Η Τασία φεύγει.
ΜΠΑΜΠΗΣ: Μα τι θα γίνει με την αδελφή σου, Θανάση; Σημασία δε μου δίνει.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Μπάμπη, να σου δώσω μια συμβουλή;
ΜΠΑΜΠΗΣ: Βεβαίως.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Την Τασία να την ξεχάσεις.
ΜΠΑΜΠΗΣ: Γιατί;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Γιατί αγαπάει άλλον.
ΜΠΑΜΠΗΣ: Τώρα με στεναχωρείς.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Μα κόλλησες με την Τασία. Έχω κι άλλες αδελφές.
ΜΠΑΜΠΗΣ: Το ξέρω αλλά…
ΘΑΝΑΣΗΣ: Η Θάλεια λιώνει για σένα.
ΜΠΑΜΠΗΣ: Αλήθεια; Πώς δεν το κατάλαβα τόσο καιρό;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Γιατί έχεις μάτια μόνο για την Τασία. Τι λες σ’ αρέσει η Θάλεια;
ΜΠΑΜΠΗΣ: Φυσικά και μ’ αρέσει.
Έρχεται η κυρία Νικολαΐδου.
ΚΥΡΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ: Θανάση, τι θα γίνει; Πού είναι ο υδραυλικός;
ΘΥΡΩΡΟΣ: Εδώ είναι, κυρία Νικολαΐδου. Μόλις έφτασε.
ΚΥΡΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ: Κι αντί να τον στείλεις επάνω κάθεστε και μιλάτε; Μα είναι δυνατόν; Εμείς πνιγόμαστε!
ΜΠΑΜΠΗΣ: Έρχομαι, κυρία Νικολαΐδου.
ΚΥΡΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ: Άντε, πάμε.
Ο Μπάμπης και η κυρία Νικολαΐδου φεύγουν.
Έρχεται ο κύριος Αντώνης.
ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ: Διαζύγιο! Διαζύγιο! Παίρνω το καπελάκι μου και φεύγω!
ΘΑΝΑΣΗΣ: Τι συνέβη, πάλι, κύριε Αντώνη;
ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ: Η γυναίκα μου. Ξέρεις τι μου είπε τώρα; «Σκασμός, Αντωνάκη». Χωρίς «μου».
ΘΑΝΑΣΗΣ: Εντάξει, κύριε Αντώνη. Μη φέρνετε την καταστροφή.
ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ: Μα πώς να μην τη φέρνω.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ας δούμε το θέμα από την καλή του πλευρά. Σας είπε «σκασμός Αντωνάκη». Σας έκοψε το «μου». Αλλά τουλάχιστον σας είπε «Αντωνάκη». Με το χαϊδευτικό σας. Άρα σας αγαπάει ακόμα.
ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ: Λες;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Μα φυσικά.
ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ: Δηλαδή να τη συγχωρέσω;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Βεβαίως να τη συγχωρέσετε.
ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ: Εντάξει, Θανάση. Μ’ έπεισες. Θα της δώσω μια τελευταία ευκαιρία.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Δε θα το μετανιώσετε, κύριε Αντώνη.
Ο κύριος Αντώνης φεύγει.
Εμφανίζεται ο κύριος Δελησταύρου.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Καλημέρα σας, κύριε Δελησταύρου.
ΚΥΡΙΟΣ ΔΕΛΗΣΤΑΥΡΟΥ: Καλημέρα, Θανάση. Τι κάνεις.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Καλά, κύριε Δελησταύρου. Δόξα τω θεώ.
ΚΥΡΙΟΣ ΔΕΛΗΣΤΑΥΡΟΥ: Δε μου λες, αυτή η γριά στο ισόγειο γιατί δε μου ανοίγει την πόρτα; Μια ώρα χτυπάω το κουδούνι.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Δεν ακούει καλά, κύριε Δελησταύρου.
ΚΥΡΙΟΣ ΔΕΛΗΣΤΑΥΡΟΥ: Και τι θα γίνει; Τέσσερα νοίκια μου χρωστάει.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Κάντε υπομονή, κύριε Δελησταύρου. Στον καιρό της ήταν φημισμένη τραγουδίστρια. Αυτή και η Σοφία Βέμπο.
ΚΥΡΙΟΣ ΔΕΛΗΣΤΑΥΡΟΥ: Βρε ας είναι κι η Μάγια Μελάγια. Δε μ’ ενδιαφέρει. Εγώ τα νοίκια μου θέλω να πάρω.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Μου είπε πως θα σας ξοφλήσει σιγά σιγά.
ΚΥΡΙΟΣ ΔΕΛΗΣΤΑΥΡΟΥ: Άντε να δούμε. Γιατί κι εγώ, όπως καταλαβαίνεις Θανάση, δεν είμαι φιλανθρωπικό ίδρυμα. Από αυτή την πολυκατοικία ζω. Με τα νοίκια που παίρνω.
Ο κύριος Δελησταύρου κάνει να φύγει και ξαναγυρνάει.
ΚΥΡΙΟΣ ΔΕΛΗΣΤΑΥΡΟΥ: Δε μου λες, Θανάση… Η Τασία, η αδελφή σου, αγαπάει τον γιο μου, έτσι δεν είναι;
ΘΥΡΩΡΟΣ: Μάλιστα, κύριε Δελησταύρου.
ΚΥΡΙΟΣ ΔΕΛΗΣΤΑΥΡΟΥ: Αυτό το τεμπελόσκυλο βρήκε κι αγάπησε;
ΘΥΡΩΡΟΣ: Μη μιλάτε έτσι, κύριε Δελησταύρου. Ο Μηνάς είναι καλό παιδί.
ΚΥΡΙΟΣ ΔΕΛΗΣΤΑΥΡΟΥ: Βρε το ξέρω πως είναι καλό παιδί. Γι’ αυτό κι εγώ αποφάσισα να τον στρώσω. Θα τον βάλω να δουλέψει στο γραφείο μου.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Μπράβο, κύριε Δελησταύρου.
ΚΥΡΙΟΣ ΔΕΛΗΣΤΑΥΡΟΥ: Κι αποφάσισα να τον παντρέψω. Να νοικοκυρευτεί επιτέλους, καιρός του είναι. Λοιπόν, ελάτε το Σάββατο το βράδυ στο σπίτι μου με την Τασία να γνωριστούμε και να επισημοποιήσουμε τον δεσμό των παιδιών.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Τι εννοείτε, κύριε Δελησταύρου;
ΚΥΡΙΟΣ ΔΕΛΗΣΤΑΥΡΟΥ: Να τα αρραβωνιάσουμε τα παιδιά. Αφού ο γιος μου αγαπάει την Τασία να την παντρευτεί. Τι νόμιζες, Θανάση; Ότι είμαι κανένας παλιάνθρωπος; Όχι, βέβαια. Είμαι λίγο σκληρός με τους ενοικιαστές μου, αλλά ως εκεί. Άντε η ώρα η καλή.
Φεύγει ο κύριος Δελησταύρου.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Αχ, Παναγία μου. Την αρραβώνιασα την Τασία. Άντε να δούμε τι θα γίνει με τις άλλες.
Έρχεται ο Νικηφόρος.
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ: Θανάση, τι έγινε; Μίλησες με τον βουλευτή;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Μίλησα, Νικηφόρε κι έχω ευχάριστα νέα. Διορίζεσαι στο δημόσιο.
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ: Αλήθεια;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Ο βουλευτής μου το υποσχέθηκε. Τώρα μπορείς να αρραβωνιαστείς και επίσημα την αδελφή μου. Έλα την Κυριακή στο σπίτι.
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ: Μήπως να περιμένουμε πρώτα τον διορισμό;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Μα τι λες, Νικηφόρε; Σαν παντρεμένος θα έχεις μεγαλύτερο μισθό στο δημόσιο. Δε σε συμφέρει να διοριστείς ελεύθερος.
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ: Άμα είναι έτσι.
ΘΑΝΑΣΗΣ: Έτσι είναι. Την Κυριακή έχουμε αρραβώνα και την άλλη εβδομάδα ο γάμος.
Φεύγει ο Νικηφόρος.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Μωρέ θα σε παντρέψω εγώ κι ύστερα τρέχα στον Καλοχαιρέτα να βγάλεις άκρη.
Έρχεται ο Μπάμπης.
ΜΠΑΜΠΗΣ: Θανάση, όλα εντάξει με την τουαλέτα της κυρίας Νικολαΐδου.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Μπράβο, Μπάμπη.
ΜΠΑΜΠΗΣ: Δε μου λες, εκείνο που είπες για την αδελφή σου την Θάλεια είναι αλήθεια; Λιώνει για μένα;
ΘΥΡΩΡΟΣ: Αλήθεια είναι. Κάθε μέρα για σένα μιλάει.
ΜΠΑΜΠΗΣ: Ωραία. Θα έρθω το Σάββατο να τη ζητήσω.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Όχι το Σάββατο, ούτε την Κυριακή. Έλα τη Δευτέρα. Πολλή δουλειά έπεσε βλέπεις.
ΜΠΑΜΠΗΣ: Εντάξει, Θανάση. Θα τα πούμε τη Δευτέρα. Άντε γεια σου.
Ο Μπάμπης φεύγει. Έρχεται ο Χριστόφορος.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θανάση, θέλω να σου μιλήσω και δε σηκώνω αντίρρηση.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Τι θέλεις, Χριστόφορε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Από το πρωί προσπαθώ να σου πω κάτι και είσαι όλο απασχολημένος.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Μίλα, Χριστόφορε, γιατί έχω δουλειές.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Αγαπώ την αδελφή σου και θέλω να την παντρευτώ!
ΘΥΡΩΡΟΣ: Ποια; Την Τασία; Την αρραβώνιασα!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Όχι την Τασία.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Τη Θάλεια; Κι αυτή την αρραβώνιασα. Την Ουρανία; Κι αυτή τον ίδιο.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Όχι, ούτε τη Θάλεια ούτε την Ουρανία. Εγώ αγαπάω την Ευτέρπη.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Αυτή σε θέλει;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Βεβαίως. Τα συζητήσαμε και τα συμφωνήσαμε.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Κρυφά από εμένα;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θανάση, αυτές οι δουλειές δε γίνονται φανερά. Ειδικά από τον αδελφό της κοπέλας.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Εντάξει. Δίκιο έχεις. Αφού την αγαπάς, κι αφού συμφωνεί κι η Ευτέρπη, έλα την Τρίτη στο σπίτι, μαζί με τον πατέρα σου, να τη ζητήσετε και επισήμως.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Εντάξει, Θανάση. Δε θα το μετανιώσεις.
Φεύγει ο Χριστόφορος.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Παναγίτσα μου. Τέσσερις αρραβώνιασα σε μια μέρα. Λες να γίνει κανένα θαύμα να αρραβωνιάσω και την Αγλαΐα, τη μεγαλύτερη;
Έρχεται ο κύριος Αντώνης.
ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ: Διαζύγιο! Διαζύγιο! Παίρνω το καπελάκι μου και φεύγω!
ΘΥΡΩΡΟΣ: Τι συμβαίνει, κύριε Αντώνη. Τι έγινε πάλι;
ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ: Ξέρεις τι μου είπε, Θανάση; «Σκασμός». Ούτε «Αντωνάκη μου» ούτε «Αντωνάκη» σκέτο. Μόνο «σκασμός».
ΘΥΡΩΡΟΣ: Αυτό είναι σοβαρό, κύριε Αντώνη.
ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ: Το ξέρω. Γι’ αυτό κι εγώ παίρνω το καπελάκι μου και φεύγω.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Για μια στιγμή, κύριε Αντώνη. Για μια στιγμή.
ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ: Τι θέλεις, Θανάση. Μη μου αλλάξεις πάλι γνώμη.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Υπάρχει ένα πρόβλημα. Πού θα πάτε, κύριε Αντώνη;
ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ: Σε ξενοδοχείο.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Και ποιος θα σας μαγειρεύει; Ποιος θα σας πλένει τα ρούχα; Ποιος θα τα σιδερώνει;
ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ: Δεν ξέρω.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Κύριε Αντώνη, η λέξη «σκασμός» δε θεωρείται αιτία διαζυγίου. Το διαζύγιο θα βγει εις βάρος σας.
ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ: Σα να έχεις δίκιο.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Θα πληρώνετε διατροφή. Και με τρία παιδιά; Θα σας βγει ο κούκος αηδόνι.
ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ: Δηλαδή, με συμβουλεύεις να επιστρέψω;
ΘΥΡΩΡΟΣ: Μα φυσικά, κύριε Αντώνη. Πάνω στα νεύρα μας λέμε και καμιά κουβέντα παραπάνω. Έτσι και η γυναίκα σας.
ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ: Η αλήθεια είναι πως κι εγώ της μίλησα άσχημα.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Βλέπετε λοιπόν;
ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ: Τι μου είπε η γυναικούλα μου; Ένα «σκασμός». Σιγά, ας μη το κάνουμε θέμα. Εντάξει, Θανάση. Μ’ έπεισες. Επιστρέφω στο σπίτι μου.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Έτσι μπράβο, κύριε Αντώνη.
Ο κύριος Αντώνης φεύγει. Έρχεται ο κύριος Αγησίλαος
ΚΥΡΙΟΣ ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ: Παρακαλώ πολύ, έμαθα πως ενοικιάζεται ένα διαμέρισμα στον πρώτο όροφο. Μπορώ να το δω;
ΘΥΡΩΡΟΣ: Βεβαίως, κύριε. Ελάτε να σας το δείξω.
ΚΥΡΙΟΣ ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ: Θανάση, εσύ είσαι;
ΘΥΡΩΡΟΣ: Αγησίλαε; Τι κάνεις εδώ; Δεν είσαι στην Αμερική;
ΚΥΡΙΟΣ ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ: Γύρισα, Θανάση. Μετά από 20 χρόνια κουράστηκα κι αποφάσισα να επιστρέψω στην πατρίδα μου.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Έκανες οικογένεια;
ΚΥΡΙΟΣ ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ: Όχι, Θανάση. Θυμάσαι που ήρθα να ζητήσω την αδελφή σου την Αγλαΐα κι ο πατέρας σου με έδιωξε γιατί ήμουν φτωχός;
ΘΥΡΩΡΟΣ: Ε, δε σε έδιωξε μόνο γιατί ήσουν φτωχός. Ήσασταν και πολύ μικροί για γάμο.
ΚΥΡΙΟΣ ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ: Τι κάνει η Αγλαΐα; Παντρεύτηκε;
ΘΥΡΩΡΟΣ: Όχι, Αγησίλαε. Ελεύθερη είναι ακόμη. Κι έχει ακόμη τη φωτογραφία σου στο κομοδίνο της.
ΚΥΡΙΟΣ ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ: Τι λες, Θανάση; Μ’ αγαπάει ακόμα;
ΘΥΡΩΡΟΣ: Δεν αγάπησε άλλον η Αγλαΐα μας.
ΚΥΡΙΟΣ ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ: Θανάση, μου τη δίνεις; Θέλω να την παντρευτώ.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Αν στη δίνω, λέει. Πάρ’ την Αγησίλαε. Έλα την Πέμπτη στο σπίτι μου για τους αρραβώνες.
ΚΥΡΙΟΣ ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ: Σ’ ευχαριστώ, Θανάση. Μ’ έκανες τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο του κόσμου.
Ο κύριος Αγησίλαος πάει να φύγει.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Πού πας, Αγησίλαε; Δε θα δεις το διαμέρισμα;
ΚΥΡΙΟΣ ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ: Τώρα που θα παντρευτώ την Αγλαΐα, θα ψάξω για ρετιρέ! Θα κάνουμε πολλά παιδιά!
ΘΥΡΩΡΟΣ: Μπράβο, Αγησίλαε. Χαρά στο κουράγιο σου.
Ο κύριος Αγησίλαος φεύγει.
ΘΥΡΩΡΟΣ: Αχ, Παναγίτσα μου. Τι μέρα κι η σημερινή! Κατάφερα και πάντρεψα πέντε αδελφές! Τώρα τρέχω να προλάβω το Μαρικάκι. Ήρθε επιτέλους κι η δικιά μου η σειρά.
ΤΕΛΟΣ

Το παραπάνω θεατρικό περιέχει σκηνές που είναι εμπνευσμένες από τις ταινίες: Ο ΠΑΠΑΤΡΕΧΑΣ, Η ΔΕ ΓΥΝΗ ΝΑ ΦΟΒΗΤΑΙ ΤΟΝ ΑΝΤΡΑ, ΣΤΟΥΡΝΑΡΑ 288

ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ – ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ (Α΄ ΣΚΗΝΗ)
Υπόθεση: Ένας ναυτικός επισκέπτεται την προξενήτρα του χωριού.
ΠΡΟΣΩΠΑ: ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΓΓΕΛΗΣ
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ (ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ)

ΚΑΠΕΤΑΝ-ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Γεια σου, κυρα-Θοδώρα.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Γεια σου, καπεταν Βαγγέλη. Κόπιασε στο φτωχικό μου.
ΚΑΠΕΤΑΝ-ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Με συγχωρείς που σ’ ενοχλώ τέτοια ώρα. Αν έχεις δουλειά να έρθω μιαν άλλη φορά.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Όχι, καπεταν Βαγγέλη. Δεν έχω δουλειά. Κάτσε εδώ που είναι αναπαυτικά.
ΚΑΠΕΤΑΝ-ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Όχι, δε θα καθίσω. Δυο κουβέντες ήρθα μόνο να σου πω.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Ε, τότε, λέγε. Σ’ ακούω με προσοχή.
ΚΑΠΕΤΑΝ-ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Να… δηλαδή… Εγώ… Εντάξει, δεν είμαι και νέο παιδί… Αλλά και γέρο δεν μπορείς να με πεις.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Καπεταν Βαγγέλη, μίλα επιτέλους. Τι έχεις στο μυαλό σου; Για προξενιό ήρθες;
ΚΑΠΕΤΑΝ-ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Ε, για τι άλλο, κυρα-Θοδώρα;
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Ε, πες το, χριστιανέ μου, μ’ έσκασες. Πες το να το καταλάβω.
ΚΑΠΕΤΑΝ-ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Νομίζω πως ήρθε κι η δική μου ώρα.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Φυσικά και ήρθε. Λοιπόν, γυναίκα αν θέλεις είναι το μόνο εύκολο. Μπόλικες είναι στο χωριό. Βλέπεις ήταν κι αυτός ο πόλεμος που βάσταξε τόσα χρόνια και λιγόστεψαν οι άντρες.
ΚΑΠΕΤΑΝ-ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Έχω μια στο μυαλό μου.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Άσε τι έχεις στο μυαλό σου. Λοιπόν άκου με προσεχτικά. Είναι το Κατερινιώ του Πέτρου του Γκαβού. Καλό κορίτσι. Τα μάτια όλο κάτω τα έχει. Κι από προίκα εκείνο το κτηματάκι δίπλα στον ανεμόμυλο θα σου το δώσει ο Γκαβός.
ΚΑΠΕΤΑΝ-ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Κυρα-Θοδώρα, εγώ έχω άλλη στο μυαλό μου.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Είναι κι η Φρόσω του Αρτέμη του φαροφύλακα. Αυτή είναι πιο φτωχιά, αλλά πάλι ένα αμπέλι προίκα το έχει. Α, ξέχασα. Μπορώ να σου κανονίσω προξενιό και με τη Μαργαρώ του Ανέστη του Φαφούτη. Αλλά σ’ αυτή την περίπτωση προίκα μην περιμένεις. Είναι όμως προκομένη γυναίκα. Και δυνατή. Να πιάσει την πέτρα και να την στύψει. Να ζευτεί το βόδι στο χωράφι και να στο οργώσει μέχρι να πεις κύμινο.
ΚΑΠΕΤΑΝ-ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Για μια στιγμή, κυρα Θοδώρα, πήρες φόρα και δεν έχεις σταματημό. Δε μ’ ενδιαφέρει καμιά απ’ αυτές τις γυναίκες που είπες. Εγώ άλλη αγαπάω.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Ποια;
ΚΑΠΕΤΑΝ-ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Τη Δέσπω της καπετάνισσας.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Τη Δέσπω; Μα αυτή γέρασε. Πάτησε τα 30.
ΚΑΠΕΤΑΝ-ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Αυτήν αγαπάω, κυρα-Θοδώρα. Θυμάσαι, που σ’ έστειλα πριν από 10 χρόνια να τη ζητήσεις και μ’ αρνήθηκε η μάνα της; Τώρα όμως έχω μεγάλη περιουσία.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Αχ, καημένε, καπεταν Βαγγέλη, αυτό νόμιζες ότι ήταν το πρόβλημα; Η περιουσία;
ΚΑΠΕΤΑΝ-ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Ε, ποιο ήταν;
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Η καπετάνισσα δε σε ήθελε για γαμπρό γιατί ήσουν ναυτικός. Από τότε που έχασε τον άντρα της σε ναυάγιο στ’ ανοιχτά της Αρτζεντίνας, ορκίστηκε: σε ναυτικό να μην τη δώσει την κόρη της. Κι έμεινε η καημένη η Δέσπω να γυαλίζει το ράφι.
ΚΑΠΕΤΑΝ-ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Άκου να δεις, κυρα Θοδώρα. Εγώ την αγαπάω τη Δέσπω και θα την παντρευτώ. Και να πεις στη μάνα της πως δε θέλω προίκα.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Μα πώς θα την παντρευτείς; Αφού σε ναυτικό δεν τη δίνει.
ΚΑΠΕΤΑΝ-ΒΑΓΓΕΛΗΣ: (βγάζει ένα χαρτί από την τσέπη του) Για κοίτα εδώ στο χαρτί τι γράφει…
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: (Διαβάζει το χαρτί) Εν Αθήναις, 22 Φεβρουαρίου 1956. Ενώπιον του συμβολαιογράφου κυρίου Πετεινάκη… (σταματάει το διάβασμα) Τι λέει εδώ, χριστιανέ μου, και δεν μπορώ να καταλάβω…
ΚΑΠΕΤΑΝ-ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Λέει πως αγόρασα το σπίτι και τα χωράφια του Αργύρη του Μπεκρή. Θα γίνω στεριανός!
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Ποια χωράφια; Αυτά στην αμμούδα; Τίποτα δε φυτρώνει εκεί. Κορόιδο σε πιάσανε.
ΚΑΠΕΤΑΝ-ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Αχ, κυρα-Θοδώρα, άλλαξαν οι καιροί και δεν το κατάλαβες.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Από τη μια να σου πω μπράβο που θα παρατήσεις το επάγγελμα του ναυτικού, γιατί όσο νάναι, αυτό δεν είναι επάγγελμα για οικογένεια, αλλά από την άλλη, τι να την κάνεις την αμμούδα;
ΚΑΠΕΤΑΝ-ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Σ’ αυτή την αμμούδα, που λες, θα χτίσω άλλα δύο σπιτάκια, μπροστά στη θάλασσα, και θα τα νοικιάζω στο καλοκαίρι στους τουρίστες.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Τουρίστες;;;;; Αυτούς τους ξεβράκωτους με τα σανδάλια που λιάζονται μέσα στην κάψα και γίνονται κόκκινοι σαν μπαρμπούνια; Αυτούς λες;
ΚΑΠΕΤΑΝ-ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Ναι, αυτούς. κυρα-Θοδώρα, το μέλλον του νησιού μας είναι στον τουρισμό. Πήγα χθες στο Λιμεναρχείο Πειραιά. Ξέρεις τι έμαθα;
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Τι;
ΚΑΠΕΤΑΝ-ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Από την 1η Ιουνίου το νησί μας θα έχει καθημερινή σύνδεση με τον Πειραιά. Ξέρεις πόσοι τουρίστες θα έρχονται κάθε μέρα;
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Τι να σου πω, καπεταν Βαγγέλη, δικά σου είναι τα λεφτά. Κάντα ό,τι θέλεις. Χτίσε σπίτια στην αμμούδα, βάλε μέσα τουρίστες, τι με νοιάζει εμένα, να δούμε όμως τι θα πει και η καπετάνισσα.
ΚΑΠΕΤΑΝ-ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Τι θες να πει; Θα μου τη δώσει.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Είσαι σίγουρος;
ΚΑΠΕΤΑΝ-ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Ναι, είμαι σίγουρος. Εδώ απαρνήθηκα τη θάλασσα για χάρη της Δέσπως και θα τολμήσει η καπετάνισσα να πει όχι;
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Μακάρι να πει το ναι. Εγώ μήπως δε θέλω να κερδίσω το ρεγάλο μου; Αλλά…
ΚΑΠΕΤΑΝ-ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Δεν υπάρχει αλλά. Τράβα τώρα στην καπετάνισσα και μην αργείς.
ΤΕΛΟΣ Α΄ ΣΚΗΝΗΣ

ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ – ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ (Β΄ ΣΚΗΝΗ)
Υπόθεση: Η προξενήτρα επισκέπτεται την Καπετάνισσα.
ΠΡΟΣΩΠΑ: ΚΥΡΑ ΘΟΔΩΡΑ (ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΑ
ΔΕΣΠΩ (ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΑΣ)

Η κυρα-Θοδώρα επισκέπτεται το σπίτι της Καπετάνισσας.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΑ: Γεια σου, κυρα-Θοδώρα. Για πέρνα μέσα.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Τι κάνεις καπετάνισσα; Είσαι καλά;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΑ: Καλά είμαι, κυρα-Θοδώρα. Εσύ, πες μου, για ποιο λόγο ήρθες; Για προξενιό;
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Ε, για τι άλλο; Η Δέσπω είναι εδώ;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΑ: Δέσπω, έλα λίγο.
Έρχεται η Δέσπω.
ΔΕΣΠΩ: Εσύ είσαι, κυρα-Θοδώρα; Δε βαρέθηκες ακόμα να μου κάνεις προξενιά;
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Αυτό το προξενιό που σου φέρνω, σίγουρα θα σ’ αρέσει.
ΔΕΣΠΩ: Ναι, σαν τον Λιάκο τον Λιάμπουρα, που ήταν 20 χρόνια μεγαλύτερός μου.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Όχι, καλό μου παιδί.
ΔΕΣΠΩ: Ή σαν τον Ανέστη τον Θαλασσοχωρίτη που ήταν δυο φορές χήρος.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Κι αυτό γιατί ήταν κακό;
ΔΕΣΠΩ: Μα ο άνθρωπος είναι γρουσούζης. Να τον παντρευτώ και σ’ ένα μήνα να χηρέψει για τρίτη φορά;
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Χτύπα ξύλο, κορίτσι μου. Χτύπα ξύλο. Τέλος πάντων, μ’ αυτό το προξενιό που σου έφερα σήμερα, εσύ, είμαι σίγουρη πως θα συμφωνήσεις. Η καπετάνισσα δεν ξέρω τι θα πει.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΑ: Λέγε, κυρα-Θοδώρα.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Τη Δέσπω τη ζητάει και πάλι ο Καπεταν Βαγγέλης.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΑ: Τι είναι αυτά που λες, κυρα-Θοδώρα; Αφού ξέρεις, σε ναυτικό δεν τη δίνω την κόρη μου!
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Μα δεν είναι πια ναυτικός. Παράτησε τη θάλασσα για χάρη της Δέσπως.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΑ: Αλήθεια;
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Ναι. Αγόρασε κάτι κτήματα στην αμμούδα και θα χτίσει σπιτάκια για τους τουρίστες.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΑ: Άμα παράτησε τη θάλασσα, τότε συμφωνώ. Θα του τη δώσω την κόρη μου.
ΔΕΣΠΩ: Ναι, αλλά τώρα δε συμφωνώ εγώ!
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Τι λες, κορίτσι μου; Είσαι με τα καλά σου; Θα απαρνηθείς τέτοια τύχη;
ΔΕΣΠΩ: Άκου, κυρα-Θοδώρα. Εγώ τον καπεταν Βαγγέλη τον γνώρισα καπετάνιο. Θυμάμαι, περπατούσα στο λιμάνι και τον άκουσα να δίνει διαταγές στους άντρες του: «Βίρα τις άγκυρες», φώναζε κι ύστερα «Όρτσα τα πανιά». Κι είπα, τέτοιο λεβέντη θα ‘θελα για άντρα. Αλλά τώρα για ποιο λόγο να τον παντρευτώ; Για να μαγειρεύω κεφτέδες στους τουρίστες; Ή να πλένω τα λερωμένα τους σεντόνια; Όχι, ευχαριστώ. Άμα είναι έτσι, κάθομαι σπίτι μου να πλένω τα δικά μου σεντόνια.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Μα, βρε κουτό, ο τουρισμός έχει λεφτά.
ΔΕΣΠΩ: Δε με νοιάζει! Αυτός ο τόπος, κυρα-Θοδώρα, έζησε τόσα χρόνια με αξιοπρέπεια χάρη στα καράβια και τους γενναίους ναυτικούς μας. Καπετάνισσα είναι η μάνα μου και μόλις μπαίνει στην εκκλησιά σηκώνονται όλες οι γυναίκες να της δώσουν τη θέση τους.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Μα το μέλλον είναι ο τουρισμός.
ΔΕΣΠΩ: Δεν το θέλω τέτοιο μέλλον. Τα καράβια μας έθρεψαν τόσα χρόνια κι αυτά θα μας θρέψουν άλλα τόσα.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Δηλαδή, τι να πω εγώ στον καπεταν-Βαγγέλη;
ΔΕΣΠΩ: Να του πεις πως εγώ τον θέλω για άντρα μου αλλά μόνο σαν καπετάνιο.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Κι η μάνα σου, τι λέει για όλα αυτά;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΑ: Τι να πω εγώ, κυρα-Θοδώρα; Δεν την ακούς; Σα να βλέπω τον εαυτό μου είκοσι χρόνια πριν. Δέσπω, κορίτσι μου, είσαι άξια να γίνεις Καπετάνισσα.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Κι αν γίνει χήρα σαν κι εσένα;
ΔΕΣΠΩ: Άμα είναι γραφτό μου να γίνω χήρα, ας γίνω. Αλλά θα είμαι μια άξια χήρα.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΑ: Λοιπόν, κυρα-Θοδώρα, πες του καπεταν Βαγγέλη πως άλλαξα γνώμη. Του τη δίνω την κόρη μου, αλλά υπό έναν όρο. Να μείνει καπετάνιος!
ΤΕΛΟΣ (Β΄ ΣΚΗΝΗΣ)

ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ – ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ (Γ΄ ΣΚΗΝΗ)
Υπόθεση: Η προξενήτρα επισκέπτεται τον καπεταν Βαγγέλη.
ΠΡΟΣΩΠΑ:
ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ (ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ) ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΓΓΕΛΗΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ (ΜΟΥΤΣΟΣ ΣΤΟ ΚΑΡΑΒΙ ΤΟΥ ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΓΓΕΛΗ)

Η κυρα-Θοδώρα φτάνει στο σπίτι του καπεταν-Βαγγέλη.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Καπεταν Βαγγέλη, σου έχω ένα ευχάριστο και ένα δυσάρεστο νέο.
ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Λέγε πρώτα το ευχάριστο.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Η Καπετάνισσα σου δίνει τη Δέσπω.
ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Μα αυτό δεν είναι απλώς ευχάριστο. Αυτό είναι το πιο χαρμόσυνο νέο που έχω ακούσει στη ζωή μου. Κυρα-Θοδώρα, να σε φιλήσω.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Μη βιάζεσαι. Περίμενε. Υπάρχει και δυσάρεστο.
ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Τι δυσάρεστο; Δε μου δίνει προίκα; Αφού σου είπα, δε θέλω προίκα.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Όχι, άλλο είναι το δυσάρεστο.
ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Λέγε, κυρα-Θοδώρα.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Δεν είναι κι εύκολο να το ξεστομίσω. Θέλει κουράγιο.
ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Θα μιλήσεις, επιτέλους;
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Να, η Δέσπω λέει πως θέλει να σε παντρευτεί, αλλά μόνο αν μείνεις καπετάνιος.
ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Τι είπες;
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Αυτό που άκουσες. Και το πιο τρελό. Συμφωνεί κι η μάνα της.
ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Δηλαδή σου είπαν, και οι δυο, πως με θέλουν μόνο καπετάνιο;
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Ναι.
ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Ε, αυτό πια είναι απ’ τα άγραφα. Φαίνεται πως τρελάθηκαν κι οι δυο τους. Αλλά εγώ, τι μπορώ να κάνω; Έδωσα τον λόγο μου στον καπεταν Γιάννη να του πουλήσω το καράβι μου.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Τον λόγο πάρε πίσω.
ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Εγώ; Ένας ναυτικός; Ο καπεταν Βαγγέλης με τ’ όνομα; Να πάρω τον λόγο μου πίσω;
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Ναι. Φαντάζεσαι τον εαυτό σου στεριανό; Σ’ ένα χρόνο θα έχεις μαραζώσει. Θα γεράσεις πριν την ώρα σου.
ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Η αλήθεια είναι πως δυο βδομάδες τώρα, που είμαι στη στεριά, κάθε πρωί πάω στη θάλασσα και την αγναντεύω. Αρμενίζει το μυαλό μου σε ταξίδια φανταστικά, παλεύω με τα κύματα και τα στοιχειά της θάλασσας και φεύγω ύστερα από ώρες.
ΚΥΡΑ-ΘΟΔΩΡΑ: Βλέπεις λοιπόν που έρχεσαι στα λόγια μου; Καπεταν Βαγγέλη, βάλ’ το στο μυαλό σου. Δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς τη θάλασσα.
Εμφανίζεται λαχανιασμένος ο Κωνσταντής που είναι μούτσος στο καράβι του Καπεταν Βαγγέλη.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ: Τι έκανες, καπεταν Βαγγέλη; Πούλησες το καράβι σου στον καπεταν Γιάννη;
ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Όχι ακόμα. Αλλά θα το κάνω. Έδωσα τον λόγο μου.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ: Κι εμάς δε μας σκέφτηκες; Το πλήρωμά σου;
ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Θα σας πάρει στη δούλεψή του ο καπεταν Γιάννης. Έτσι συμφωνήσαμε.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ: Μας μάζεψε σήμερα το πρωί στον καφενέ του Γιακουμή. Ξέρεις τι μας είπε;
ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Τι;
ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ: Να υπογράψουμε με τα μισά λεφτά. Αλλιώς θα μαζέψει πλήρωμα από την Μπαρμπαριά. Εκεί, λέει, δουλεύουν για ένα πιάτο φαΐ.
ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Δεν μπορεί να το κάνει. Δεν το επιτρέπει ο νόμος!
ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ: Αυτό του είπαμε κι εμείς, αλλά λέει πως μπορεί να το κάνει αν βάλει ξένη σημαία στο καράβι.
ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Ξένη σημαία στο καράβι μου; Θα τρίζουν τα κόκκαλα του πατέρα μου. Κωνσταντή, άκουσέ με. Σύρε και πες στον καπεταν Γιάννη πως τον λόγο μου τον παίρνω πίσω. Το καράβι μου δεν το δίνω.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ: Μπράβο, καπεταν Βαγγέλη.
ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Και πες στους ναύτες μου πως σε 15 μέρες μπαρκάρουμε για ταξίδι. Έχω πρώτα να παντρευτώ την άλλη Κυριακή. Κι είστε όλοι καλεσμένοι στον γάμο. Εσύ, κυρα-Θοδώρα, τι κάθεσαι; Ακόμα δεν έφυγες για το σπίτι της Καπετάνισσας; Άντε γρήγορα. Μη χάνουμε χρόνο. Παντρεύομαι! Κι ύστερα μπαρκάρω για λιμάνια ξένα!
ΤΕΛΟΣ

Το σπονδυλωτό θεατρικό έργο ΛΕΣ ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΧΘΕΣ γράφτηκε από τον Θωμά Μενεξέ τον Ιούλιο του 2016.

Επειδή το έργο είναι μεγάλο, όποιος συνάδελφος ενδιαφέρεται μπορεί να επιλέξει τα θεατρικά που εκείνος κρίνει ότι είναι ενδιαφέροντα.

Advertisements