«Ο ΚΑΛΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΚΛΑΟΥΣ» θεατρικό για την 28η Οκτωβρίου

Ο ΚΑΛΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΚΛΑΟΥΣ

Τα πρόσωπα:

κ. Διονύσης – κ. Μάρθα

Ορέστης (φοιτητής αρχαιολογίας, γιος τους)

 Έλλη (αδελφή του Ορέστη)

Ιωσήφ Μισράχι (Εβραίος, φίλος του Ορέστη)

Κλάους (Γερμανός, εκπαιδευόμενος αρχαιολόγος που ήρθε στην Ελλάδα για να γνωρίσει τους αρχαιολογικούς της θησαυρούς)

Αφηγητής 1

Αφηγητής 2

Λίγα λόγια για το έργο: Ο Γερμανός Κλάους Χόφμαν, εκπαιδευόμενος αρχαιολόγος, φιλοξενείται από μια ελληνική οικογένεια για τρεις μήνες στην Ελλάδα. Φεύγει λίγο πριν ξεσπάσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Όμως επιστρέφει μετά από τρία χρόνια ως Γερμανός στρατιώτης…

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Βρισκόμαστε στα 1939. Λίγο πριν το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Στο σπίτι του κ. Διονύση και της κ. Μάρθας επικρατεί αναστάτωση.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Ο αγαπημένος τους καλεσμένος, ο Γερμανός εκπαιδευόμενος αρχαιολόγος, Κλάους Χόφμαν, ετοιμάζεται να επιστρέψει στη Γερμανία.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Την ίδια ώρα στην πατρίδα του, ένας παρανοϊκός δικτάτορας, ο Αδόλφος Χίτλερ, προετοιμάζει τα καταχθόνια σχέδιά του…

 

Α΄  ΣΚΗΝΗ

ΙΩΣΗΦ: Γεια σας, κυρία Μάρθα, τι κάνετε;

Κ. ΜΑΡΘΑ: Μια χαρά, αγόρι μου. Πέρασε μέσα.

ΙΩΣΗΦ: Α, τι μυρίζει έτσι υπέροχα;

(Εμφανίζεται ο Ορέστης)

ΟΡΕΣΤΗΣ: Γεια σου, Ιωσήφ. Έβαλα τη μάνα μου να φτιάξει το αγαπημένο κέικ του Κλάους.

Κ. ΜΑΡΘΑ: Τώρα που φεύγει το παλικάρι και επιστρέφει στη Γερμανία, να φάει κάτι νόστιμο να μας θυμάται.

(Εμφανίζεται η Έλλη)

ΕΛΛΗ: Μα δε φεύγει για πάντα. Να κάνει το στρατιωτικό του και θα ξανάρθει.

ΙΩΣΗΦ: Είσαι σίγουρη πως θα ξανάρθει στην Ελλάδα;

ΕΛΛΗ: Μα τι σπούδαζε τόσα χρόνια αρχαιολογία στη Γερμανία; Για να κάνει ανασκαφές εδώ στην Ελλάδα.

ΟΡΕΣΤΗΣ: (Συμφωνώντας με την Έλλη) Γι’ αυτό άλλωστε ήρθε εδώ εκπαιδευτικό ταξίδι. Για να γνωρίσει τους αρχαιολογικούς μας θησαυρούς.

ΙΩΣΗΦ: Το κακό είναι πως τα πράγματα στην Ευρώπη δεν πάνε καλά. Φοβάμαι πως αργά ή γρήγορα θα έχουμε πόλεμο.

Κ. ΜΑΡΘΑ: Χτύπα ξύλο, αγόρι μου. Εσείς δε ξέρετε τι θα πει πόλεμος. Ρωτήστε κι εμάς τους μεγαλύτερους που περάσαμε πολέμους και ξεριζωμούς…

(Εμφανίζεται ο πατέρας)

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Ποιος μίλησε για πόλεμο;

ΙΩΣΗΦ: Εγώ, κύριε Διονύση. Στην Ευρώπη φαίνεται πως το πάνε για πόλεμο.

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Δυστυχώς κι εγώ αυτό πιστεύω.

Κ. ΜΑΡΘΑ: Αφήστε τα τώρα αυτά. Δε βρισκόμαστε στα 1922. 1939 έχουμε. Ο κόσμος έχει προοδεύσει.

(Χτυπάει η πόρτα)

ΕΛΛΗ: (Με ενθουσιασμό) Έρχεται ο Κλάους! (Ανοίγει την πόρτα)

ΚΛΑΟΥΣ: Γεια χαρά σε όλους σας. Τι κάνετε;

Κ. ΜΑΡΘΑ: Καλά, αγόρι μου.

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Ετοίμασες τα πράγματά σου;

ΚΛΑΟΥΣ:  Ναι. Σε μία ώρα φεύγει το τρένο. Από τη μια είμαι χαρούμενος που επιστρέφω στη Γερμανία, από την άλλη όμως λυπάμαι που θα αποχωριστώ την Ελλάδα.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Μη κάνεις έτσι. Θα ‘ρθουμε να σε δούμε.

ΚΛΑΟΥΣ: Οπωσδήποτε θα έρθετε. Κι εσύ, Έλλη.

ΕΛΛΗ: Φυσικά.

ΙΩΣΗΦ: Εγώ δεν μπορώ να πω το ίδιο.

ΚΛΑΟΥΣ: Γιατί;

ΙΩΣΗΦ: Γιατί είμαι Εβραίος. Και ξέρεις, Κλάους, τι τραβάνε οι Εβραίοι στη Γερμανία.

ΚΛΑΟΥΣ: Υπερβολές. Μην πιστεύεις  τι λένε τα ραδιόφωνα των Άγγλων.

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Για πες μου, Κλάους. Εσύ, βλέπεις να γίνεται πόλεμος;

ΚΛΑΟΥΣ: Όχι, βέβαια. Ο Χίτλερ είναι υπέρ της ειρήνης. Αυτό διακηρύσσει συνέχεια.

ΙΩΣΗΦ: Όμως τα πολεμικά του εργοστάσια δουλεύουν συνεχώς.

ΚΛΑΟΥΣ: Για να είμαστε έτοιμοι σε περίπτωση επίθεσης των Άγγλων.

Κ. ΜΑΡΘΑ: Ε, φτάνει επιτέλους. Είπαμε, σήμερα δε θα μιλήσουμε για πόλεμο.

ΚΛΑΟΥΣ: Ορέστη, θέλω  να σ’  ευχαριστήσω ιδιαίτερα. Τρεις μήνες τώρα με γύρισες σ’ όλα τα αρχαία της πατρίδας σου.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Μα με όρισε το πανεπιστήμιο. Μπορούσα να πω όχι;

ΚΛΑΟΥΣ: Ναι, αλλά εσύ, στάθηκες δίπλα μου, σα να ήσουν ο καλύτερός μου φίλος. Μου έδειξες την Ακρόπολη, τους Δελφούς, την Επίδαυρο. Τώρα νομίζω θα μπορέσω να γίνω ένας καλός Αρχαιολόγος.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Έπρεπε να πάμε και στη Μακεδονία, στις ανασκαφές που κάνει ο καθηγητής Ρωμαίος, αλλά δεν προλάβαμε. Την επόμενη φορά, Κλάους. (Οι πρώτες ανασκαφές που έγινα στη Βεργίνα πραγματοποιήθηκαν την περίοδο 1938-1940 από τον καθηγητή  κ. Ρωμαίο. Στην ομάδα του ήταν και ο Μανόλης Ανδρόνικος).

ΕΛΛΗ: Κάνε το στρατιωτικό σου με το καλό, κι όταν επιστρέψεις θα έρχομαι κι εγώ στις εκδρομές σας.

ΚΛΑΟΥΣ: Δε θα ξεχάσω ποτέ την Ελλάδα. Τώρα την αισθάνομαι σα δεύτερη πατρίδα μου. Γεια σας, φίλοι μου.

Κ. ΜΑΡΘΑ: Καλέ, πού πας; Δε δοκίμασες το κέικ!

ΚΛΑΟΥΣ: Δεν προλαβαίνω. Το τρένο φεύγει σε λιγότερο από μία ώρα. Γεια σας.

ΕΛΛΗ: Είπες θα γυρίσεις. Το υποσχέθηκες!

ΚΛΑΟΥΣ: Πολύ σύντομα. Στο υπόσχομαι, Έλλη.

(Ο Κλάους φεύγει)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Μέσα σε λίγες μέρες από την αναχώρηση του Κλάους, ήρθε τελικά ο πόλεμος, αρχικά στην Ευρώπη, αργότερα και στην Ελλάδα.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Στις 28 Οκτωβρίου 1940 ο Μουσολίνι, σύμμαχος του Χίτλερ έστελνε εκείνο το άθλιο τελεσίγραφο στο δικτάτορα της Ελλάδας, τον Ιωάννη Μεταξά.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Η απάντηση φυσικά ήταν ΟΧΙ!

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Ακολούθησε η ηρωική εποποιία του ελληνικού στρατού στα χιονισμένα βουνά της Βορείου Ηπείρου και η επίθεση των Γερμανών από τα σύνορα με τη Βουλγαρία.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Τον Απρίλιο του 1941 οι Γερμανοί καταλαμβάνουν οριστικά την Ελλάδα.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Και έρχονται μαύρα χρόνια σκλαβιάς για τους Έλληνες.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Πείνα, εκτελέσεις και βασανιστήρια.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Ας δούμε όμως τι κάνουν οι ήρωες του έργου μας.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Βρισκόμαστε στα 1943, στο σπίτι του κυρίου Διονύση.

 

Β΄ ΣΚΗΝΗ

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: (Έρχεται από έξω. Κρατάει στο χέρι του μια ρέγκα, τυλιγμένη σε χαρτί εφημερίδας, μισό μπουκάλι λάδι και δυο λεμόνια) Μάρθα, πού είσαι;

Κ. ΜΑΡΘΑ: Εδώ είμαι, χριστιανέ μου. Εσύ, τι απέγινες; Γιατί άργησες;

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Ξέρεις πόση ώρα περίμενα στην ουρά για να τα βρω αυτά;

Κ. ΜΑΡΘΑ: (Τα βλέπει και λέει ειρωνικά) Πάλι θα σκάσουμε σήμερα.

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Άλλοι δεν έχουν τίποτα να φάνε. Γι’ αυτό μη γκρινιάζεις. Τράβα και τηγάνισε τη ρέγκα. Για τα παιδιά. Εγώ θα φάω χόρτα, με λεμόνι.

Κ. ΜΑΡΘΑ: Καφέ δε βρήκες;

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Όχι, δε βρήκα… Αχ και τι δε θα ‘δινα για λίγο καφέ… Δε μου λες, τι κάνουν τα παιδιά;

ΟΡΕΣΤΗΣ: Εδώ είμαστε, πατέρα. Έλα, Ιωσήφ. Μη φοβάσαι.

ΙΩΣΗΦ: Τρόμαξα πολύ. Νόμισα πως ήρθαν να με βρουν.

ΕΛΛΗ: Λες ακόμα να σε ψάχνουν;

ΙΩΣΗΦ: Οι Γερμανοί δε θα ησυχάσουν άμα δε βρουν όσους Εβραίους το έσκασαν.

(Ακούγονται χτυπήματα στην πόρτα)

ΟΡΕΣΤΗΣ: Ιωσήφ, γρήγορα στην κρυψώνα σου. Δεν ξέρουμε ποιος μπορεί να είναι τέτοια ώρα.

ΕΛΛΗ: Πήγαινε Ιωσήφ. Θα ανοίξω εγώ. (Πηγαίνει με αργές κινήσεις προς την πόρτα)

(Εμφανίζεται ο Κλάους, ντυμένος Γερμανός στρατιώτης. Κρατάει στο χέρι του ένα πακέτο)

ΕΛΛΗ: (ταραγμένη) Είναι ο Κλάους…

(Όλοι τον κοιτάζουν φοβισμένα. Κανείς δεν πλησιάζει να τον αγκαλιάσει ή να του κάνει χειραψία)

ΟΡΕΣΤΗΣ: Κλάους, είσαι ζωντανός λοιπόν; Δεν το πιστεύω!

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Όχι μόνο ζωντανός, μα υπηρετεί και στην Ελλάδα.

Κ. ΜΑΡΘΑ: Κοίτα πώς του πάει η στολή.

ΕΛΛΗ: Μαμά, μπορεί να είναι ο Κλάους, μα δεν παύει να είναι Γερμανός στρατιώτης. Μην το ξεχνάς αυτό.

Κ. ΜΑΡΘΑ: Ναι, κορίτσι μου. Έχεις δίκιο…

ΚΛΑΟΥΣ: Μα τι πάθατε όλοι και με κοιτάτε έτσι παγωμένοι. Ο Κλάους είμαι. Ο φίλος σας. Δεν άλλαξα.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Πώς δεν άλλαξες. Φοράς στολή τώρα.

ΚΛΑΟΥΣ: Μα τι σημασία έχει. Κάτω από τη στολή παραμένω  ο ίδιος άνθρωπος. (Ακουμπάει το πακέτο στο τραπέζι) Να, κι αν δε με πιστεύετε, ανοίξτε να δείτε τι σας έφερα.

ΕΛΛΗ: Τι μας έφερες, Κλάους;

ΚΛΑΟΥΣ: Ξέρω ότι σας λείπουν τρόφιμα. Γι’ αυτό σας έφερα λάδι, ελιές, 3 καρβέλια ψωμί, παστό μπακαλιάρο, σοκολάτες και λίγο καφέ.

Κ. ΜΑΡΘΑ: (Ενθουσιασμένη) Μπράβο, αγόρι μου. (Πάει να ανοίξει το πακέτο)

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Μια στιγμή, Μάρθα. Μην ανοίγεις το πακέτο.

Κ. ΜΑΡΘΑ: Γιατί;

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Θα σου εξηγήσω. (Κοιτάζει τον Κλάους) Δε μου λες, Κλάους, το λάδι από πού είναι;

ΚΛΑΟΥΣ: Δικό μου είναι. Μας το έδωσαν στο στρατόπεδο.

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Άλλο θέλω να πω, το ξέρω πως σας το έδωσαν στο στρατόπεδο. Όμως από τι ελιές είναι; Γερμανικές;

ΚΛΑΟΥΣ:… Δε σας καταλαβαίνω…

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Άκουσε, Κλάους, αγόρι μου. Αυτό το λάδι και οι ελιές που μας έφερες είναι από την Ελλάδα. Κάποιοι αγρότες Έλληνες το στερήθηκαν γιατί το άρπαξαν  οι συμπατριώτες σου. Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να το δεχτούμε…

Κ. ΜΑΡΘΑ: Καλέ, μεθυσμένος είσαι;

ΟΡΕΣΤΗΣ: Σώπα, μάνα. Δίκιο έχει ο πατέρας. Δεν μπορούμε να δεχτούμε προϊόντα που έκλεψαν οι Γερμανοί στρατιώτες.

ΚΛΑΟΥΣ: Ε, όχι και τα κλέψαμε. Τα πληρώσαμε.

ΕΛΛΗ: Ναι, με τα κατοχικά σας μάρκα που δεν έχουν καμία αξία.

ΚΛΑΟΥΣ: Κοιτάξτε, μόλις τελειώσει ο πόλεμος θα σας πληρώσουμε για όλα τα προϊόντα που αναγκάστηκε να πάρει ο γερμανικός στρατός. Τι να κάνουμε, πόλεμος είναι!

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Κλάους, σήμερα το μεσημέρι γυρίζοντας σπίτι, είδα δύο ανθρώπους πεθαμένους από την πείνα. Αυτούς πώς θα τους ξεπληρώσετε;

ΚΛΑΟΥΣ: …

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Ευχαριστούμε για την πρωτοβουλία σου, μα θα τα καταφέρουμε μόνοι μας.

Κ. ΜΑΡΘΑ: Ούτε τον καφέ θα δεχτείς;

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Ούτε τον καφέ…

ΚΛΑΟΥΣ: Το ήξερα πως είστε περήφανοι, μα δεν περίμενα και τόσο…

Κ. ΜΑΡΘΑ: Αχ, αγόρι μου. Αν ήξερες τι αγύριστο κεφάλι είναι ο άντρας μου…

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Μάρθα, σταμάτα, γιατί…

Κ. ΜΑΡΘΑ: Καλά, σταματάω. Ας αλλάξουμε κουβέντα. Πες μας, Κλάους, είσαι καιρό στην Ελλάδα;

ΚΛΑΟΥΣ: Ναι, υπηρετούσα για αρκετό καιρό στα Καλάβρυτα κι ήρθα πριν λίγες μέρες στην Αθήνα.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Καλάβρυτα, είπες, Κλάους; Άκουσα καλά; Ήσουν στα Καλάβρυτα;

ΚΛΑΟΥΣ: (Χαμηλώνει το βλέμμα του) Ναι, ήμουν.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Για μια σφαγή που έγινε εκεί, άκουσες τίποτα; (Η σφαγή των Καλαβρύτων έγινε στις 13/12/1943).

ΚΛΑΟΥΣ: Αντίποινα ήταν, όχι σφαγή.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Αντίποινα είναι να σκοτώνεις αθώους πολίτες και δεκαπεντάχρονα παιδιά;

ΚΛΑΟΥΣ: Μα πρώτοι οι αντάρτες σκότωσαν τους αιχμαλώτους τους. Γερμανούς στρατιώτες! Φίλους μου…

ΕΛΛΗ: Οι αντάρτες, όχι οι απλοί άνθρωποι των Καλαβρύτων.

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Αυτοί δεν έφταιξαν σε τίποτα.

ΚΛΑΟΥΣ: Τι να κάνουμε, ο πόλεμος είναι σκληρός.

ΕΛΛΗ: Δε μου λες, Κλάους, ήσουν κι εσύ στο εκτελεστικό απόσπασμα;

ΚΛΑΟΥΣ: (Δε μιλάει)

Κ. ΜΑΡΘΑ: Γιατί δεν απαντάς στην Έλλη;

ΚΛΑΟΥΣ: Μα τι να έκανα; Θα με περνούσαν στρατοδικείο…

ΕΛΛΗ: Κατάλαβα…

ΚΛΑΟΥΣ: Όχι, Έλλη, δεν κατάλαβες. Είμαι καλός στρατιώτης!  Και πρέπει να υπακούω…

ΕΛΛΗ: Βέβαια… Είσαι καλός στρατιώτης. Το βλέπω…

ΚΛΑΟΥΣ: Μη με ειρωνεύεσαι. Εμείς οι Γερμανοί κάναμε κάποια πράγματα στην Ελλάδα που δεν έπρεπε να γίνουν. Σ’ αυτό συμφωνώ. Μα μετά τον πόλεμο θα φροντίσουμε να επανορθώσουμε. Δε θα σας αφήσουμε έτσι…

ΟΡΕΣΤΗΣ: Για τα ορφανά παιδιά πώς θα φροντίσετε;

ΚΛΑΟΥΣ: Θα φροντίσουμε, Ορέστη. Αυτό στο υπόσχομαι. Για ό,τι κακό κάναμε στην Ελλάδα… Όμως για άλλο ήρθα σήμερα εδώ. Όχι μόνο για τα δώρα, που δυστυχώς δεν τα δεχθήκατε.

Κ. ΜΑΡΘΑ: Τι άλλο θέλεις από εμάς, Κλάους;

ΚΛΑΟΥΣ: Να, ανάμεσα στους Εβραίους που δεν παρουσιάστηκαν όταν τους μαζέψαμε να τους στείλουμε στα ειδικά στρατόπεδα ήταν και ο Ιωσήφ Μισράχι. Θυμάμαι πως ήταν φίλος του Ορέστη.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Και λοιπόν;

ΚΛΑΟΥΣ: Αύριο το πρωί θα έρθουν τα ΕΣ ΕΣ να ερευνήσουν το σπίτι σας. Μόλις το έμαθα, ήρθα να σας ειδοποιήσω. Ελπίζω να μην έχετε κάνει καμιά κουταμάρα να τον κρύψετε εδώ, γιατί σας περιμένει όλους εκτέλεση.

Κ. ΜΑΡΘΑ: Σ’ ευχαριστούμε, Κλάους, που μας ειδοποίησες.

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Έχεις ακόμα λίγη ανθρωπιά μέσα σου.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Κλάους, να σου κάνω μια ερώτηση. Πώς έμαθαν τα ΕΣ ΕΣ ότι ο Ιωσήφ είναι φίλος μου;

ΚΛΑΟΥΣ: (Δε μιλάει)

ΕΛΛΗ: Κλάους, εσύ τους το είπες;

ΚΛΑΟΥΣ: Μα αφού το ήξερα, τι να έκανα; Να μην το έλεγα; Είμαι καλός στρατιώτης, Έλλη…

ΕΛΛΗ: Ναι, Κλάους, πρέπει να είσαι περήφανος. Είσαι ένας καλός στρατιώτης…

ΚΛΑΟΥΣ: Συνεχίζεις να με ειρωνεύεσαι, αλλά να ξέρεις, διακινδύνεψα τη θέση μου και ίσως και τη ζωή μου για να έρθω εδώ να σας ειδοποιήσω. Και αισθάνομαι πως έκανα αυτό που έπρεπε.

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗ: Σ’ ευχαριστούμε, Κλάους.

Κ. ΜΑΡΘΑ: Στο καλό.

(Ο Κλάους παίρνει το πακέτο και φεύγει. Σταματάει στην πόρτα)

ΚΛΑΟΥΣ: Ξέρετε, δε σας είπα όλη την αλήθεια. Δε θα μείνω πολύ καιρό εδώ στην Αθήνα.

ΕΛΛΗ: Γιατί;

ΚΛΑΟΥΣ: Φεύγω για το ρωσικό μέτωπο. Εκεί πάνω φαίνεται πως ο στρατός μας χρειάζεται ενισχύσεις.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Τα βρήκατε σκούρα, λοιπόν, με τους Ρώσους.

ΚΛΑΟΥΣ: Τι να κάνουμε… Η πατρίδα μου με χρειάζεται. Δεν μπορώ να αρνηθώ. Γεια σας.

(Ο Κλάους φεύγει)

ΟΡΕΣΤΗΣ: Καημένε, Κλάους… Μου φαίνεται πως δε θα σε ξαναδούμε…

ΕΛΛΗ: Γιατί το λες αυτό;

ΟΡΕΣΤΗΣ: Κανείς δε γυρίζει απ’ το ρωσικό μέτωπο…

(Βγαίνει από το δωμάτιο ο κρυμμένος Ιωσήφ)

ΙΩΣΗΦ: Πρέπει να φύγω! Άμα με πιάσουν εδώ, θα σας εκτελέσουν.

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Εντάξει, αγόρι μου. Έχεις κάπου να πας;

ΙΩΣΗΦ: Μη σας απασχολεί αυτό. Θέλω να σας ευχαριστήσω  για ό,τι κάνατε μέχρι τώρα. Δε θα το ξεχάσω ποτέ!

Κ. ΜΑΡΘΑ: Να ‘σαι καλά, αγόρι μου.

ΕΛΛΗ: Και να προσέχεις.

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Μα πού θα πας τώρα; Δε μας είπες…

ΟΡΕΣΤΗΣ: Θα τον πάω στο φίλο μας τον Οδυσσέα. Γι’ αργότερα βλέπουμε.

(Ο Ιωσήφ βγάζει από την τσέπη του ένα σακούλι λίρες)

ΙΩΣΗΦ: Κύριε Διονύση, θέλω να πάρετε αυτές τις λίρες. Δεν έχω άλλο τρόπο να σας ευχαριστήσω για τους πέντε μήνες που με κρύψατε σπίτι σας.

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: (Αρνείται να τις δεχτεί) Πάρε αγόρι μου τις λίρες σου. Δεν τις θέλουμε.

ΙΩΣΗΦ: κ. Διονύση, επιμένω.

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Εκεί που θα πας, θα τις χρειαστείς. Εμείς δεν τις έχουμε ανάγκη.

Κ. ΜΑΡΘΑ: Όχι και δεν τις έχουμε ανάγκη…

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Μάρθα, άκουσες τι είπα; Δεν τις έχουμε ανάγκη. Τελεία και παύλα.

ΙΩΣΗΦ: Μα διακινδυνέψατε τη ζωή σας…

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Δεν το κάναμε για τα λεφτά. Κι αν μπορούσαμε μακάρι να κρύβαμε και τους γονείς σου, που τους πήραν τα θηρία και ποιος ξέρει τι απέγιναν…

ΙΩΣΗΦ: Ορέστη, μίλα στον πατέρα σου.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Και να ήθελε ο πατέρας μου να δεχτεί τις λίρες, Ιωσήφ, δε θα τον άφηνα εγώ.

Κ. ΜΑΡΘΑ: Τα ίδια μυαλά κουβαλάτε…

ΙΩΣΗΦ: Τι να πω. Δε βρίσκω λόγια να σας ευχαριστήσω.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Τώρα πρέπει να φύγουμε, γιατί σε δυο ώρες αρχίζει η απαγόρευση της κυκλοφορίας.

ΕΛΛΗ: Προσοχή μην πέσετε σε καμιά γερμανική περίπολο.

ΙΩΣΗΦ: Ορέστη, εσύ θα κάτσεις εδώ. Ξέρω το δρόμο μέχρι τον Οδυσσέα. Δε χρειάζομαι βοήθεια. Μη σας  βάζω άλλο σε κίνδυνο. Γεια σας και καλή αντάμωση.

(Ο Ιωσήφ φεύγει – Όλοι τον χαιρετάνε)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Πέρασε λίγος ακόμα καιρός κι η Ελλάδα τελικά ελευθερώθηκε.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Τον Οκτώβριο του 1944 οι Γερμανοί φεύγουν οριστικά από την Ελλάδα.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Αφού πρώτα όμως διέλυσαν, ρήμαξαν και αποδεκάτισαν αυτή τη χώρα.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Οι πληγές των βασανισμένων Ελλήνων δεν επουλώθηκαν εύκολα.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Και βέβαια οι αποζημιώσεις για τις οποίες μιλούσε ο Κλάους δεν ήρθαν ποτέ…

 

Γ΄ ΣΚΗΝΗ

ΟΡΕΣΤΗΣ: Πατέρα, μητέρα, Έλλη! Πού είστε;

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Τι συμβαίνει;

ΟΡΕΣΤΗΣ: Τέλειωσε ο πόλεμος! Είμαστε ελεύθεροι!

Κ. ΜΑΡΘΑ: Άσε τα αστεία, αγόρι μου.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Δε λέω αστεία. Έχει μισή ώρα που έφυγαν και οι τελευταίοι Γερμανοί στρατιώτες.

ΕΛΛΗ: Γι’ αυτό είναι όλοι έξω;

ΟΡΕΣΤΗΣ: Ναι, είναι έξω και πανηγυρίζουν. Τέλος η σκλαβιά!

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Μάρθα, φέρε το κρασάκι. Θα το γιορτάσουμε.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Αργότερα θα πιεις. Τώρα είναι ώρα να βγούμε στους δρόμους να πανηγυρίσουμε!

ΕΛΛΗ: Μάνα, πού έχεις βάλει τη γαλανόλευκη; Δεν πιστεύω να την πέταξες;

Κ. ΜΑΡΘΑ: Όχι, βέβαια. Εδώ την έχω στο μπαούλο. Ολοκάθαρη, περίμενε την ώρα που θα φύγουν οι Γερμαναράδες.

(Βγάζει τη σημαία από το μπαούλο- την ίδια ώρα χτυπάει η πόρτα – Η Έλλη ανοίγει την πόρτα και αντικρίζει τον Ιωσήφ)

ΕΛΛΗ: Ιωσήφ! Είσαι ζωντανός λοιπόν; Κατάφερες να σωθείς;

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Μπράβο, αγόρι μου. Πολύ χαίρομαι που τα κατάφερες.

ΙΩΣΗΦ: Εγώ χαίρομαι που επιτέλους έφυγαν οι Γερμανοί!

Κ. ΜΑΡΘΑ: Τώρα ίσως θα μάθεις επιτέλους τι απέγιναν οι δικοί σου.

ΙΩΣΗΦ: Δυστυχώς, ξέρω, κ. Μάρθα, τι απέγιναν. Από το Άουσβιτς κανείς δεν επέζησε.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Καμιά φορά γίνονται και θαύματα…

ΙΩΣΗΦ: Άλλο θαύμα έγινε.

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Τι συμβαίνει;

ΙΩΣΗΦ: Ακούω πως πρόκειται να ιδρυθεί επιτέλους στην Παλαιστίνη κράτος του Ισραήλ. Σε λίγες μέρες θα φύγω κι εγώ. Εκεί ανήκω. Με τους υπόλοιπους Εβραίους, όσους απέμειναν. (Το κράτος του Ισραήλ τελικά ιδρύθηκε το 1948).

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Και οι Παλαιστίνιοι που ζουν εκεί;

ΙΩΣΗΦ: Υπάρχουν πολλά εδάφη εκεί κάτω. Θα ζήσουμε όλοι ειρηνικά κι αγαπημένα.

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Μακάρι…

ΙΩΣΗΦ: Κύριε Διονύση, τα εγκλήματα τελείωσαν. Οι άνθρωποι από δω και πέρα θα ζουν ειρηνικά.

Κ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ: Το εύχομαι…

Κ. ΜΑΡΘΑ: Αφήστε τώρα τις συζητήσεις. Ελάτε να βγούμε στους δρόμους να πανηγυρίσουμε.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Καλά λέει η μάνα μας. Εμπρός πάμε να πανηγυρίσουμε.

ΕΛΛΗ: Ζήτω η Ελευθερία!

ΟΡΕΣΤΗΣ: Ζήτω η Ελλάδα μας!

(Φεύγουν όλοι χαρούμενοι)

ΤΕΛΟΣ

 

Το έργο γράφτηκε από τον Θωμά Μενεξέ τον Αύγουστο του 2010

6 Responses to «Ο ΚΑΛΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΚΛΑΟΥΣ» θεατρικό για την 28η Οκτωβρίου

  1. Συγχαρητήρια, κ. Μενεξέ! Είναι ένα θεατρικό που δεν εξάπτει πάθη και μίση μεταξύ των λαών. Δείχνει μόνο την αλλοτρίωσή τους μέσα σε κάθε πόλεμο. Μου άρεσε πολύ! Μπράβο και πάλι!

  2. Ο/Η Δέσποινα λέει:

    Κύριε Μενεξε, καταρχήν να σας συγχαρώ για τα τόσο όμορφα και μεστά νοηματων, έργα σας. Είμαι καθηγήτρια φιλόλογος και πέρσι στην εορτή του πολυτεχνείου, ανεβάσαμε με τους μαθητές μου, στο γυμνάσιο Δραβησκου Σερρών, το εξαιρετικό θεατρικό σας, εμένα με νοιάζει. Εφέτος, στο 2 γυμνάσιο Σερρών, σκοπευουμε, με την άδεια σας βέβαια, να ανεβάσουμε το θεατρικό ο καλός στρατιώτης Κλάους. Είμαι σίγουρη ότι θα εντυπωσιάσει και θα συγκινήσει όλους. Σας ευχαριστώ πολύ και σας εύχομαι καλή σχολική χρονιά.

  3. Ο/Η Θωμάς λέει:

    Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τα καλά σας λόγια και σας εύχομαι βέβαια καλή επιτυχία.

  4. Ο/Η Άλεξ Κατερίνης λέει:

    Χαχα θα το παιξουμε αε λιγες μερες στο σχολειο και θα κανω τον κλαους😂😂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s