ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ: θεατρικό για την 25η Μαρτίου με διαλόγους από τον “Καπετάν Μιχάλη” του Καζαντζάκη

Θεατρικό έργο για την 25η Μαρτίου

 

 

“Παραμονές της Επανάστασης”

 

πρόσωπα:

Θανάσης – Θανάσαινα

Λενιώ – Μαριώ (οι κόρες τους)

Οι προεστοί:

Μιχάλης Κότσιαρος (έμπορος)

Ανέστης Αηδονίδης (δάσκαλος)

Πανάγος (προεστός)

Καπετάν Βαγγέλης (ναυτικός)

 

 

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Γυναίκααα! Λενιώ, Μαριώ, πού χαθήκατε, μωρέ και σας γυρεύει ο πατέρας σας;;

ΘΑΝΑΣΑΙΝΑ: Εδώ είμαι άντρα μου, τι έπαθες και σκούζεις έτσι, λες και σφάζουν;

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Πώς να μη σκούζω. Η ώρα πέρασε. Σε λίγο θα φτάσουν οι μουσαφίρηδες. Ετοίμασες ό,τι σου είπα;

ΘΑΝΑΣΑΙΝΑ: Όλα είναι έτοιμα. Μην ανησυχείς. Για τη μαγειρική της κυρά Θανάσαινας όλος ο Μοριάς έχει να λέει.

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Δε με νοιάζει για όλο το Μοριά. Εγώ τον καπετάν Βαγγέλη θέλω να ευχαριστήσω που θα κοπιάσει στο φτωχικό μου. Και τους άλλους προεστούς του τόπου μας.

ΘΑΝΑΣΑΙΝΑ: Ωχ, βρε χριστιανέ μου, μη φοβάσαι. Σ’ έχω απογοητεύσει ποτέ;

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Έφτιαξες όπως σου είπα τις κότες;

ΘΑΝΑΣΑΙΝΑ: Φυσικά και τις έφτιαξα. Δυο κότες είχαμε όλες κι όλες τις έσφαξα και τις μαγείρεψα όπως μου είπες. Τώρα να δούμε τι θα φάμε όλο το χρόνο.

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Ντολμάδες έκαμες;

ΘΑΝΑΣΑΙΝΑ: Ναι, άντρα μου, σταμάτα να ανακατεύεσαι στις δουλειές μου. Και ντολμάδες σας έφτιαξα με μπόλικο πιπεράκι. Και μυζηθρόπιτα. Να φαν να σκάσουν!

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Σε παρακαλώ, γυναίκα, μίλα με σεβασμό για τους προεστούς του χωριού μας!

ΘΑΝΑΣΑΙΝΑ: Ε, μα, μ’ έσκασες, χριστιανέ μου! Τι δουλειά έχεις κι ανακατεύεσαι στη μαγειρική μου;

(Εμφανίζονται οι κόρες του κυρ-Θανάση που στρώνουν το τραπέζι)

ΘΑΝΑΣΑΙΝΑ: Ανακατεύτηκα εγώ ποτέ στις κουβέντες σας και στις μάζωξές σας που κάθεστε και μιλάτε κάθε μέρα για λευτεριά και επανάσταση;

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Σκασμός και σ’ ακούν τα κορίτσια! Σκασμός! Μίλα ψιθυριστά. Ποιος σου είπε μωρέ πως μιλάμε για λευτεριά όταν συναντιόμαστε τα βράδια;

ΘΑΝΑΣΑΙΝΑ: Ε, γιατί μιλάτε;

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Να μη σ’ ενδιαφέρει, βρε, γιατί μιλάμε! Είναι μυστικό.

ΜΑΡΙΩ: Τι μυστικό, πατέρα; Όλοι πια το ξέρουν. Όπου νάναι το Ρωμέικο ξεσηκώνεται.

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Νάτα μας! Είδες, μωρή, κακόχρονο να ’χεις τι γίνεται όταν μιλάς μπροστά στα κορίτσια;

ΘΑΝΑΣΑΙΝΑ: Θα μιλάω όσο θέλω. Κατάλαβες; Αν εσύ είσαι κιοτής, τα κορίτσια μου δε θα σου μοιάσουν.

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Εγώ, κιοτής; Ποιον είπε μωρέ κιοτή;

ΘΑΝΑΣΑΙΝΑ: Εσένα είπα.

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Και δε με φοβάσαι;

ΘΑΝΑΣΑΙΝΑ: Σιγά μη σε φοβηθώ. Εγώ βρε είμαι κόρη του Ανέστη του Μήτρακα, που διαφέντευε τα βουνά του Μοριά και τον έτρεμε όλη η Τουρκιά. Κι όταν κατέβαινε με τα παλικάρια του στον κάμπο, έβγαιναν οι χωριάτες στους δρόμους και φώναζαν: “Γεια σου, Ανέστη Μήτρακα, λεβέντη μας, καμάρι του Μοριά”. Να γιατί δε σε φοβάμαι, Θανάση Δήμτσαινα. Γιατί δεν έμοιαξες ούτε μια στάλα του πατέρα μου.

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Ε, τι να κάνω, αγρότης γεννήθηκα. Όλη τη μέρα στο αλέτρι, ζεμένος με τα βόδια. Εγώ φταίω;

ΘΑΝΑΣΑΙΝΑ: Άντε τώρα πηγαίνω στην κουζίνα, γιατί βαρέθηκα να σ’ ακούω.

(μουρμουρίζει) Κιοτή, ε κιοτή…

(Η κυρα Θανάσαινα φεύγει)

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Μαριώ, αν σε ξανακούσω να μιλάς για ξεσηκωμό, θα σου κόψω τη γλώσσα.

ΜΑΡΙΩ: Γιατί, πατέρα; Κακό είναι;

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Κοίτα που μου αντιμιλάει κιόλας. Λενιώ, πες καμιά κουβέντα στην αδελφή σου, μήπως και βάλει λίγο μυαλό.

ΛΕΝΙΩ: Γιατί; Μήπως έχει άδικο;

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: (Έκπληκτος) Κι εσύ, Λενιώ; Συμφορά μου, τι έπαθα ο κακομοίρης. Θα μου το κλείσουν το σπίτι οι θυγατέρες μου. Ελάτε, βρε, και οι δυο, και πείτε μου. Ποιος σας έβαλε τέτοιες ιδέες στο μυαλό;

ΜΑΡΙΩ: Ήταν ένας τραγουδιστής, Ρήγας τ’ όνομά του. Και μίλαγε για λευτεριά! Τον σκότωσαν οι Τούρκοι. Όμως τα τραγούδια του δεν πέθαναν. Έχουν μείνει ακόμα ζωντανά.

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Ωραίος τραγουδιστής να σου πετύχει! Εγώ μέχρι τώρα ήξερα πως οι τραγουδιστάδες τραγουδούν στους γάμους και στις χαρές.

ΛΕΝΙΩ: Όχι, πατέρα, δεν ήταν τέτοιος τραγουδιστής. Τραγουδιστής της λευτεριάς ήταν!

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Τραγουδιστής της λευτεριάς; Άλλο πάλι κι αυτό…

ΜΑΡΙΩ: Σ’ ένα τραγούδι του έλεγε πως είναι καλύτερα να ζήσεις μιας ώρας ελεύτερη ζωή παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή.

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Τέτοιες εξυπνάδες έλεγε αυτός ο… πώς τον είπες;

ΛΕΝΙΩ: Ρήγας. Κήρυττε την ισότητα μεταξύ των ανθρώπων.

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Ισότητα; Άλλο πάλι κι αυτό.

ΛΕΝΙΩ: Όλοι το ίδιο είμαστε πατέρα. Έτσι έλεγε ο Ρήγας. Μια μέρα, δεν είναι μακριά, όλοι οι άνθρωποι του κόσμου θα ζήσουμε ελεύθεροι, σαν αδέλφια.

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Κι ο Μπέης; Θα γίνει κι αυτός ίσος με μας;

ΛΕΝΙΩ: Όπως το ’πες. Ίσος.

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Και σε ποιανού χωράφια θα δουλεύουμε τότε;

ΜΑΡΙΩ: Στα δικά μας!

ΛΕΝΙΩ: Γι αυτό και πρέπει να ξεσηκωθούμε, πατέρα. Να διώξουμε τους Τούρκους. Όχι για να βάλουμε κάποιον άλλο Μπέη στο κεφάλι μας, Ρωμιό αυτή τη φορά. Μα για να είμαστε λεύτεροι! Με τη δική μας γη! Να μπορούμε να διαθέτουμε όπως θέλουμε εμείς τον καρπό μας. Όχι να κάνουμε ό,τι μας λέει ο Μπέης.

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Τι είναι αυτά που λες, Λενιώ μου; Έλα στα συγκαλά σου. Για ποια λευτεριά μιλάς τόση ώρα; Δούλοι θα ’μαστε μια ζωή. Βάλ’ το καλά στο μυαλό σου. Αφέντη θα ’χουμε στο κεφάλι μας.

(Ακούγεται θόρυβος)

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Θαρώ πως έρχονται οι μουσαφίρηδες. Τρέξτε γρήγορα στην κουζίνα. Και προσέξτε. Δε θα βγάλετε τσιμουδιά. Καταλάβατε; Στόμα έχετε και μιλιά δεν έχετε. Θα πούμε αντρίκιες κουβέντες.

ΛΕΝΙΩ: Κατάλαβα, πατέρα. Μείνε ήσυχος.

ΜΑΡΙΩ: Εντάξει, πατέρα. Μην ανησυχείς.

(Εμφανίζονται οι προεστοί)

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΤΣΙΑΡΟΣ: Γεια και χαρά σου, Θανάση.

ΘΑΝΑΣΗΣ: Καλώς ήλθατε. Κοπιάστε στο φτωχικό μου.

ΠΑΝΑΓΟΣ: Ώρα σου καλή, Θανάση. Δεν πιστεύω να ξεφούρνισες πουθενά για τη συνάντησή μας;

ΘΑΝΑΣΗΣ: Όχι, κυρ Πανάγο μου. Τρελός δεν είμαι. Κατέχω μαθές πως κι οι τοίχοι έχουν αυτιά. Κι ό,τι γίνεται στο χωριό μας γρήγορα φτάνει στο κονάκι του Μπέη.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Προς το παρόν δεν υπάρχει κίνδυνος. Ο Μπέης έφυγε το μεσημέρι για την Τριπολιτσά. Κάτι ψυλιάστηκαν νομίζω οι Τουρκαλάδες κι άρχισαν να παίρνουν τα μέτρα τους.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΤΣΙΑΡΟΣ: Μη φοβάσαι, δάσκαλε. Μέχρι να πάρουν χαμπάρι εκεί στην Τριπολιτσά τι συμβαίνει, η φωτιά θα ’χει φτάσει στα μπατζάκια τους.

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Φωτιά; Ποια φωτιά; Τι ’ναι αυτά που βγαίνουν απ’ το στόμα σου, κυρ Μιχάλη; Εσύ, ένας έμπορος κοσμογυρισμένος, είναι δυνατόν να λές τέτοιες αποκοτιές;

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΤΣΙΑΡΟΣ: Αχ, Θανάση μου, όταν πολυσυχάζει το νερό, βουρκιάζει. Έτσι κι η ψυχή σου απ’ την πολλή ησυχία βούρκιασε. (Ν. Καζαντζάκης: “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται”) Καλός και άγιος είσαι, δε λέω, μα το μυαλό σου, πολύ στενό, βρε παιδάκι μου. Δε βλέπεις τι γίνεται γύρω σου…

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Τι γίνεται δηλαδή, κυρ Μιχάλη μου και δεν το βλέπω;

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΤΣΙΑΡΟΣ: Ο κόσμος αλλάζει. Αυτό γίνεται. Παντού, όχι μόνο στο Μοριά. Σ’ όλο τον κόσμο. Φραντσέζοι, Εγγλέζοι, Αμερικάνοι, όλοι βγαίνουν στους δρόμους και ζητάνε λευτεριά. Καιρός δεν είναι να ξυπνήσει κι ο δόλιος ο ραγιάς; 400 χρόνια σκλαβιά είναι αυτά.

ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΓΓΕΛΗΣ:Δεν είναι παίξε γέλασε η φυλή μας. Έχουμε τα κακά μας – δε λέω. Πήραμε στραβό δρόμο, σαν το ακυβέρνητο πλεούμενο. Μα δεν είμαστε και ντιπ για πέταμα. Και να είμαστε για πέταμα, πάλι δε θα χαθούμε. Θέλουμε δε θέλουμε, θα ζήσουμε. Θα ζήσουμε και θα θεριέψουμε και θα δοξαστούμε, όπως και πρώτα (Α. Καρκαβίτσας: “Λόγια της πλώρης”).

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Έχω παράπονο του Θεού που δε μας έκανε ατσαλένια τα κορμιά μας, να μπορούμε να βαστάξουμε εκατό, διακόσια, τρακόσια χρόνια (Ν. Καζαντζάκης: “Καπετάν Μιχάλης”), όσο να λευτερώσουμε την πατρίδα μας.

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Αν προσευχόμαστε στο Θεό, ίσως…

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Άκουσε, κυρ Θανάση, είναι λαοί κι ανθρώποι που φωνάζουν το Θεό με την προσευκή και με τα κλάματα. Ή με βλαστήμιες. Οι Ρωμιοί με το ντουφέκι. (Φράση από τον “Καπετάν Μιχάλη” του Καζαντζάκη μόνο που αναφέρεται στους Κρητικούς) Κι αυτή τη φορά θα μας ακούσει ο Μεγαλοδύναμος. Να ’σαι βέβαιος…

ΠΑΝΑΓΟΣ: Ψυχραιμία, δάσκαλε, πήρες φόρα και δεν ξέρεις τι λες. Μη πιάνεις στο στόμα σου το όνομα του Θεού χωρίς λόγο. Έτσι θα ’λεγε κι ο παπα-Μανώλης αν ήταν μαζί μας.

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Αλήθεια γιατί δεν ήρθε απόψε ο παπα-Μανώλης.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Δεν τον βαστούν πια τα πόδια του. Πέρασε τα 80 εδώ και χρόνια. Μου έδωκε όμως να σας φέρω την εικόνα του Χριστού. Όποια απόφαση πάρουμε απόψε, να ορκιστούμε στο Χριστό να μας δώσει δύναμη. (Κοιτάζει ψηλά) Ως πότε, Κύριε; Πόσες γενιές και γενιές, πόσες χιλιάδες Ρωμιοί έχουν σηκώσει σαν και μένα τα χέρια τους στον ουρανό φωνάζοντας! Δεν είμαστε πέτρες και ξύλα, ψυχή έχουμε, ψυχή μας έδωκες, άνθρωποι είμαστε. Δεν αντέχουμε! (Ν. Καζαντζάκης: “Καπετάν Μιχάλης”.)

ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Τι είναι αυτά που λες, δάσκαλε. Η πέτρα, το σίδερο, το ατσάλι δεν αντέχουν. Ο άνθρωπος αντέχει! (Ν. Καζαντζάκης: “Καπετάν Μιχάλης“) Βάλτο καλά στο μυαλό σου!

ΠΑΝΑΓΟΣ: Νομίζω, πως βιάζεστε. Αν θέλετε τη γνώμη μου, δεν ήρθε ακόμα η ώρα για επανάσταση.

ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Και γιατί το λες αυτό, Πανάγο; Πώς ξέρεις ότι δεν ήρθε η ώρα του ξεσηκωμού;

(μπαίνουν η Λενιώ κι η Μαριώ και σερβίρουν)

ΠΑΝΑΓΟΣ: Μα τι είμαστε μπροστά στους Τούρκους; Μια φούχτα άνθρωποι δίχως ντουφέκια, δίχως αρχηγό, δίχως οργάνωση.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΤΣΙΑΡΟΣ: Σ’ αυτό έχει δίκιο ο Πανάγος.

ΠΑΝΑΓΟΣ: Αν καταφέρναμε να σηκωθούμε όλοι και να πιάσουμε το Μοριά, προτού καταλάβουν οι Τούρκοι τι τρέχει, τότε ναι. Μα χρειαζόμαστε καιρό μέχρι να οργανωθούμε. Αυτή είναι η γνώμη μου.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΤΣΙΑΡΟΣ: Νομίζεις πως βιαζόμαστε;

ΠΑΝΑΓΟΣ: Ναι, θαρρώ, βιαζόμαστε. Πότε θα βάλουμε για όνομα του Θεού γνώση; Πόσες φορές δεν κινήσαμε τις φοβέρες, μα δεν είχαμε κουράγιο να πάμε παραπέρα, να πετάξουμε τους Τούρκους όξω απ’ το Μοριά, στο ανάθεμα – και να τα χάλια μας! Παίρνουμε χιλιάδες ψυχές στο λαιμό μας! Και τώρα τι θέλετε; Να αιματοκυλήσουμε πάλι το Μοριά; (Φράση από τον “Καπετάν Μιχάλη” του Καζαντζάκη μόνο που αναφέρεται πάλι στους Κρητικούς).

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Να ελευθερώσουμε την πατρίδα! Αυτό θέλουμε.

ΠΑΝΑΓΟΣ: Για να τα λες αυτά, κυρ Δάσκαλε, πάει να πει πως έφερες κιόλα καραβιές τα τουφέκια και τα μπαρουτόβολα και τ’ αλεύρια και τ’ αλόγατα. Και κάμποσα κανόνια να πατήσουμε τα κάστρα. Πάει να πει πως συνεννοήθηκες με το Μόσκοβο, κι όλοι θα χυθούμε του Σουλτάνου. Σίγουρα πράματα! Πες μας το λοιπόν, κυρ δάσκαλε, πες μας το μυστικό ν’ αγαλλιάσει η καρδιά μας! (Καζαντζάκης: “Καπετάν Μιχάλης”)

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: (Τα χάνει) Όχι… Όχι… Δεν έχουμε κάνει τόσες ετοιμασίες.

ΠΑΝΑΓΟΣ: Βλέπεις λοιπόν πως δεν ήρθε ακόμα η ώρα;

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Έτσι που τα λες, κυρ Πανάγο, σα να έχεις δίκιο. Μάλλον βιάστηκα και του λόγου μου… Με συγχωρείς, μα μ’ έπιασε η αγάπη για την πατρίδα…

ΠΑΝΑΓΟΣ: Όλοι την αγαπάμε την πατρίδα μας. Και γι’ αυτό πρέπει να κάνουμε υπομονή. Δεν ήρθε ακόμη η ώρα.

ΛΕΝΙΩ: Και πότε θα ’ρθει, κυρ Πανάγο, με το συμπάθειο, αυτή η ώρα;

(μουρμουρητό από όλους)

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Πώς τολμάς και πετάγεσαι, Λενιώ; Φύγε γρήγορα μη σου πω καμιά κουβέντα.

(σηκώνει το χέρι να τη χτυπήσει – επεμβαίνει ο καπετάν Βαγγέλης)

ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Ασ’ το κορίτσι, κυρ Θανάση, να πει τη γνώμη του. Μήπως μας ξεστραβώσει μια στάλα.

ΠΑΝΑΓΟΣ: Μα κορίτσι πράμα; Είναι δυνατόν;

ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Σιωπή, κυρ Πανάγο. Σε μια τόσο δύσκολη ώρα, όλοι πρέπει να λένε τη γνώμη τους. (γυρνάει προς τη Λενιώ) Λενιώ, τι είχες σκοπό να πεις; Είμαστε όλοι πρόθυμοι ν’ ακούσουμε.

ΛΕΝΙΩ: Να… Μια σκέψη τριγυρνάει μέρα νύχτα στο μυαλό μου. Ως πότε θα ζούμε σκλάβοι και θα ’μαστε ευχαριστημένοι με τα ψίχουλα που μας πετάει ο Μπέης; Πες μου, κυρ Πανάγο. Ως πότε θα δεχόμαστε να σκύβουμε το κεφάλι στην Τουρκιά; Πώς το ανέχεστε, εσείς, οι άρχοντες του τόπου; Μου λες, σε παρακαλώ, κυρ Μιχάλη, τι θα πεις μεθαύριο στα παιδιά σου όταν σε ρωτήσουν γιατί δεν πάλεψες για την ελευτερία της πατρίδας; Κι εσύ, κυρ Δάσκαλε, τι θα πεις μεθαύριο στους μαθητές σου;

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Λενιώ, ζουρλάθηκες; Συγχωρέστε με, άρχοντές μου, το κορίτσι μου δεν ξέρει τι λέει.

ΠΑΝΑΓΟΣ: Και δε σέβεται τους γεροντότερους. Της λείπει η φρονιμάδα.

ΛΕΝΙΩ: Πότε η φρονιμάδα ξεσήκωσε τους ανθρώπους να παρατήσουν τα σπίτια τους, το χουζούρι τους και να πιάσουν τα βουνά, να ζητούν λευτεριά; (Καζαντζάκης: “Καπετάν Μιχάλης”) Παλικαριά, κυρ Πανάγο, θα πει να κινάς και να μην είσαι σίγουρος. Αν περιμένουμε ν’ αράξουν οι καραβιές που θες και να κατέβει η ρώσικη αρκούδα απ’ το βορρά για το χατίρι μας, ποτέ δε θα λευτερωθούμε. Και μήτε θα ’μαστε, ο Θεός να με σχωρέσει, άξιοι να λευτερωθούμε.

ΜΑΡΙΩ: Ξυπνήστε, βρε ραγιάδες. Ξυπνήστε και πολεμήστε! Δεν είμαστε αρνιά, το αίμα των σκοτωμένων βουάει, σηκωθείτε απάνω, αδέρφια, Ελευτερία ή Θάνατος! Έλληνες, πάρτε τα όπλα, μη κιοτεύετε!

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΤΣΙΑΡΟΣ: Σωστά μιλάν οι θυγατέρες σου, κυρ Θανάση. Ο Θεός δε σου έδωσε γιο, μα νομίζω πως οι δυο τους αξίζουν για δέκα γιους. Μας έβαλαν όλους τα γυαλιά. (Κοιτάζει τον καπετάν Βαγγέλη) Για πες μας κι εσύ, καπετάν Βαγγέλη, που μια ζωή έφαγες τη θάλασσα με το κουτάλι. Έχει βάρος η γνώμη σου. Τι νομίζεις για όλα αυτά;

ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Αδέρφια, δημογέροντες, καλά το κατέχετε, δεν μπορώ εγώ να κλώθω τα λόγια. Θα μιλήσω το λοιπόν τσεκουράτα και ξερά, και να με συμπαθάτε. Έχει δίκιο το Λενιώ. Χίλιες φορές δίκιο. Δεν είναι η λευτεριά πέσε πίτα να σε φάω. Είναι κάστρο, και το παίρνεις με το σπαθί σου. Όποιος δέχεται από ξένα χέρια τη λευτεριά, είναι σκλάβος. Φωτιά, το λοιπόν, στα χωριά, τσεκούρι στα δεντρά, και πάλι να σηκωθούμε, να ξαναρχίσει το πάλεμα και το θρήνο το Ρωμέικο. Εκατό, διακόσια, τρακόσια χρόνια, δεν κατέχω. Μα μια μέρα -άλλος δρόμος δεν υπάρχει, μια μέρα θα δούμε λευτεριά! (Καζαντζάκης: “Καπετάν Μιχάλης”)

ΛΕΝΙΩ: Μπράβο, Καπετάν Βαγγέλη! Γεια στο στόμα σου! Λευτεριά ή θάνατος!

ΜΑΡΙΩ: Λευτεριά ή θάνατος!

(Χτυπάει η πόρτα – εμφανίζεται ο Δημητρός)

ΔΗΜΗΤΡΟΣ: Άρχοντές μου, ήρθε χαμπέρι πως ο Κολοκοτρώνης μάζεψε 5000 παλικάρια στην Καρύταινα. Ο Πετρόμπεης είναι μαζί του. Το λιανοντούφεκο αντηχεί στις πλαγιές των Μοραϊτικων βουνών. Ο αγώνας άρχισε. Έφτασε η ώρα για τον ξεσηκωμό του Γένους.

ΛΕΝΙΩ: Και μη ξεχνάτε. Είμαστε Έλληνες, όχι ραγιάδες!

ΠΑΝΑΓΟΣ: Εμπρός λοιπόν. Ολοι να αγωνιστούμε για τη λευτεριά!

ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Μπράβο, Πανάγο. Τώρα συλλογάσαι καλά.

ΛΕΝΙΩ: Και συλλογάται καλά, όποιος συλλογάται ελεύθερα (Ρήγας Φεραίος).

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Αδέρφια, περίμενετε. Να φιλήσουμε όλοι την εικόνα του Χριστού. Να πάρουμε την ευλογία του. Μας περιμένουν δύσκολες ώρες τώρα που πήραμε τη γενναία απόφαση. Και να θυμάστε. Κάθε Έλληνας που δεν παίρνει, ας είναι και μια φορά στη ζωή του, μια γενναία απόφαση, προδίνει τη ράτσα του (Καζαντζάκης: “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται”).

(Ένας ένας φιλάνε την εικόνα του Χριστού)

ΔΗΜΗΤΡΟΣ: Δυο πράματα έχει ο Ρωμιός, αυτά ’ναι αλάκερο το βιος του -το Θεό και το τουφέκι. (Καζαντζάκης: “Καπετάν Μιχάλης” -η φράση όμως αναφέρεται στους Κρητικούς)

ΚΥΡ ΘΑΝΑΣΗΣ: Μωρέ, εμείς οι Ρωμιοί είμαστε αθάνατη ράτσα. Μας ξεριζώνουν, μας καίνε, μας σφάζουν, μα δεν το βάνουμε κάτω! Πιάνουμε τα όπλα, τα κονίσματα και το Ευαγγέλιο, και δωσ’ του πάλι απ’ την αρχή. (Ν. Καζαντζάκης: “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται”)

ΔΗΜΗΤΡΟΣ: Χαίρουμαι, άνθρωπος είμαι, όταν μου τύχει ένα καλό, μα πιο πολύ χαίρουμαι όταν πλακώσει η δύσκολη ώρα! Γιατί λέω: τώρα θα δείξεις, Δημητρό, αν είσαι άντρας αληθινός ή κουνέλι. (Ν. Καζαντζάκης: “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται”)

ΛΕΝΙΩ: Εμπρός, αδέλφια, να ξεσηκωθούμε! Από τη Μακεδονία ως την Κρήτη! Από την Ήπειρο ως το Μοριά!

ΤΡΑΓΟΥΔΙ

 

“Τσάμικος”

Μουσική: Μ. Χατζιδάκης

Στίχοι: Ν. Γκάτσος

 

 

 

2 Responses to ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ: θεατρικό για την 25η Μαρτίου με διαλόγους από τον “Καπετάν Μιχάλη” του Καζαντζάκη

  1. Pingback: σχολικές γιορτές και διδασκαλία της ιστορίας « λογομνήμων…

  2. Pingback: ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ « Τόνοι καὶ Πνεύματα ….

Υποβολή απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s