ΣΑΝ ΤΟ ΑΛΑΤΙ ΚΙ ΑΚΟΜΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ: Θεατρικό για παιδιά βασισμένο στη γνωστή ιστορία

 

ΣΑΝ ΤΟ ΑΛΑΤΙ ΚΙ ΑΚΟΜΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ

(Μια διαφορετική εκδοχή της γνωστής ιστορίας)

Θεατρικό έργο για παιδιά

Πρόσωπα του έργου (12):

Βασιλιάς                                            Λύδια (κόρη του βασιλιά)

Αρχιμάγειρας                                    Μέγας Λογοθέτης

Μάγιστρος                                         Κουροπαλάτης

Πρωτοσπαθάριος                              Σακελλάριος

Βιβλιοθηκάριος                                Φρουρός – Αφηγητής 1

Φρουρός – Αφηγητής 2                   Φρουρός – Αφηγητής 3

 


Η υπόθεση του έργου:

Ο βασιλιάς θύμωσε με την κόρη του γιατί του είπε πως τον αγαπάει σαν το αλάτι και την έδιωξε από το παλάτι.
Έξι χρόνια αργότερα αποφασίζει να τη συγχωρέσει όχι όμως για το λόγο που νομίζει η κόρη του αλλά γιατί έχει κάτι άλλο στο μυαλό του…

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Άσπαρτο κι αφύτευτο στο σακί δεμένο, τι είναι;

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Το αλάτι.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Σε κήπο δε φυτεύεται, σε περιβόλι όχι, κι ο βασιλιάς το γεύεται κι όλος ο κόσμος τόχει, τι είναι;

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Το αλάτι ξανά.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Ο ήλιος το κάνει, ο ήλιος το θρέφει κι όταν σμίξει με τη μάνα του πεθαίνει, τι είναι.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Το αλάτι και πάλι. Ας πούμε και λίγες παροιμίες. Αλάτι πάει στην αλυκή και ξύλα πάει στο λόγγο.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Όποιος κατουράει στη θάλασσα, το βρίσκει στο αλάτι.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Αλήθεια, χωρίς ψέματα, φαΐ χωρίς αλάτι.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Κι ιστορία χωρίς αλάτι, άνοστη και βαρετή.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Γι’ αυτό την ιστορία που σήμερα θα πούμε, μ’ αλάτι μπόλικο θα τη διηγηθούμε.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Συνέβη κάποτε στα χρόνια τα παλιά, σε μια χώρα που είχε βασιλιά.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Την ξέρετε όλοι την ιστορία αυτή, μια βασιλοπούλα όμορφη πολύ…

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: …είπε στον μπαμπά της στο παλάτι, πως τον αγαπάει σαν το αλάτι.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Εκείνος θύμωσε κι οργίστηκε πολύ και την εξόρισε σε χώρα μακρινή.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Κι ύστερα διέταξε όλους στο παλάτι, να μαγειρεύουν πάντοτε χωρίς αλάτι.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Σ’ ολόκληρη τη χώρα του απ’ άκρη σ’ άκρη, το αλάτι εξαφανίστηκε ακόμα κι απ’ το δάκρυ.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Κι όποιος να βάλει αλάτι στο φαγητό τολμούσε, ο βασιλιάς ο ίδιος τον τιμωρούσε.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Χρόνια περάσαν, κοντεύουν έξι, κανείς δεν μπόρεσε τέτοιο κακό ν’ αντέξει.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Να μαγειρεύουν όλοι χωρίς αλάτι, απ’ τις καλύβες ως το παλάτι.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Η ιστορία μας αυτή δεν έγινε στ’ αλήθεια, στη φαντασία ανήκει, στα παραμύθια.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Μα θυμηθείτε, τα παραμύθια κάνουνε καλό, διδάσκουν στα παιδιά ποιο είναι το σωστό.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Και πως στον κόσμο αυτό σαν το αλάτι, αξία έχει και παραπάνω μόνο η αγάπη.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Ας δούμε τώρα τι τρέχει στο παλάτι, και τι τραβάν οι άνθρωποι χωρίς αλάτι.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Δυο ανθρώπους βλέπω, συνομιλούνε, την ιστορία αυτή θα μας την πούνε.

 

ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Δεν μπορώ άλλο, βιβλιοθηκάριε. Αυτό δεν είναι επάγγελμα. Είναι μαρτύριο! Ακούς εκεί, να είσαι μάγειρας και να μην μπορείς να χρησιμοποιήσεις αλάτι! Πού ξανακούστηκε αυτό; Όχι, πες μου, πού ξανακούστηκε;

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Πουθενά. Έχεις όλα τα δίκια του κόσμου.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Εγώ φταίω που βρέθηκε αυτή η ανάποδη κόρη του βασιλιά και του είπε πως τον αγαπάει σαν το αλάτι;

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Όχι, βέβαια.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Ναι, αλλά εγώ τραβάω το ζόρι. Πώς να φτιάξω νόστιμα φαγητά χωρίς αλάτι; Όλοι γκρινιάζουν πως ο προηγούμενος μάγειρας μαγείρευε τάχα καλύτερα. Αλλά πες μου, σε παρακαλώ, γιατί έφυγε τότε απ’ το παλάτι;

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Αν θυμάμαι καλά, γιατί δεν μπορούσε να μαγειρεύει χωρίς αλάτι.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Ακριβώς. Την κοπάνησε ο κύριος κι ύστερα έφεραν εμένα να βγάλω τα κάστανα απ’ τη φωτιά. Κατάλαβες αδικία;

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Κατάλαβα. Αλήθεια, εσύ, πώς τα καταφέρνεις και μαγειρεύεις χωρίς αλάτι;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Ένας θεός ξέρει τι σκαρφίζομαι. Πότε βάζω μπόλικο λεμόνι, πότε μπόλικο ξύδι, κάτι τέλος πάντων να ξεγελαστεί ο ουρανίσκος να μην καταλάβει την έλλειψη του αλατιού.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Και αρκεί αυτό;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Έχω κι άλλες τεχνικές. Για παράδειγμα στη σάλτσα ρίχνω μέσα και λίγο αλεσμένο ψάρι, καμιά σαρδέλα, κανένα σκουμπρί, νόστιμα, λιπαρά ψάρια. Εννοείται, τα ρίχνω χωρίς να τα πλύνω πρώτα για να μείνει όσο γίνεται περισσότερο αλάτι.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Και δε σε καταλαβαίνουν;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Ρίχνω τόσο λίγο που κανείς δεν παίρνει χαμπάρι. Γιατί αν με καταλάβουν, αλίμονό μου. Ξέρεις πόσο αυστηρή είναι η νομοθεσία; Μέχρι και το θαλασσινό νερό απαγορεύουν στους πολίτες.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Το ξέρω, πώς δεν το ξέρω, για μια στάμνα θαλασσινό νερό έφαγα 15 ξυλιές στην πλάτη.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Ε, αφού ξέρουν πως όποιος μαζεύει θαλασσινό νερό, το κάνει για να εξοικονομήσει το αλάτι του. Ξέρεις τι σκέφτονται μερικοί; Μαζεύουν τον ιδρώτα τους και τον ιδρώτα των παιδιών τους που έχει αλάτι!

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Ωραία ιδέα! Πώς δεν το είχα σκεφτεί;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Μόνο που τον τελευταίο καιρό το αλάτι έχει εξαφανιστεί ακόμη κι απ’ τον ιδρώτα.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Κρίμα. Δε μου λες πώς αντέχεις; Γιατί δεν παραιτείσαι από την κουζίνα;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Ούτε εγώ ξέρω γιατί δεν παραιτούμαι. Τώρα που είπες κουζίνα, θυμήθηκα πως έχω να ετοιμάσω μια σάλτσα αντσούγιας για τον βασιλιά. Γεια σου, βιβλιοθηκάριε, θα τα πούμε το απόγευμα.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Γεια σου Αρχιμάγειρα. Κι εγώ έχω να τακτοποιήσω τη βιβλιοθήκη μου.

(Ο βιβλιοθηκάριος φεύγει)

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Έλα ντε, γιατί δεν παραιτούμαι; Μωρέ θα το είχα ήδη κάνει, αλλά δεν μπορώ να ζήσω χωρίς να εργάζομαι στην κουζίνα μου. Είναι η γυναίκα μου, η οικογένειά μου, τα πάντα. Ναι, αυτή είναι η αλήθεια, δεν έχω παντρευτεί ποτέ και ούτε πρόκειται να παντρευτώ, η κουζίνα είναι για μένα η γυναίκα μου. Αν την αποχωριστώ, θα πεθάνω. Η αγάπη μου για την κουζίνα και το μαγείρεμα με κρατάει εδώ στο παλάτι, τίποτε άλλο, ούτε τα λεφτά ούτε τα αξιώματα.

(τέλος πρώτης σκηνής)

 

ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΚΗΝΗ

 

ΦΡΟΥΡΟΣ –  ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Αυτά στην κουζίνα ο Αρχιμάγειρας τραβάει, μα στο παλάτι πάνω ο βασιλιάς σκάει και ξεφυσάει.

ΦΡΟΥΡΟΣ –  ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Έχει βέβαια τους συμβούλους του που τον βοηθάνε και τα μεγάλα τα προβλήματα μαζί του συζητάνε.

ΦΡΟΥΡΟΣ –  ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Το σημερινό όμως το πρόβλημα δεν είναι και μικρό, είναι αρκετά επικίνδυνο και σοβαρό.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Κουροπαλάτη, τι ήταν αυτά σήμερα στον ιππόδρομο; Γιατί με αποδοκίμασε έτσι ο κόσμος;

ΚΟΥΡΟΠΑΛΑΤΗΣ: Ο λαός πεινάει, βασιλιά μου. Οι καιροί είναι δύσκολοι.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Κατάλαβα, ξέρω τη λύση. Ετοιμάστε μια μεγάλη γιορτή για όλο τον κόσμο. Να φάνε, να πιούνε, να διασκεδάσουν. Κουροπαλάτη, φώναξε μου τον Αρχιμάγειρα να του πω να κάνει τις απαραίτητες ετοιμασίες.

ΚΟΥΡΟΠΑΛΑΤΗΣ: Μάλιστα, βασιλιά μου. Φρουρέ, πήγαινε στην κουζίνα και φώναξε τον Αρχιμάγειρα να έλθει αμέσως εδώ που τον θέλει ο βασιλιάς.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Θέλω επίσης να καλέσετε μουσικούς και γελωτοποιούς, να περάσει ωραία ο κόσμος, να ξεχάσει για λίγες μέρες την πείνα του. Σακελλάριε, ετοίμασε τα χρήματα που απαιτούνται.

ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ: Βασιλιά μου τα ταμεία του κράτους είναι άδεια. Τα λεφτά δε φτάνουν ούτε για τους μισθούς του μήνα.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Κι εσύ τι κάνεις γι’ αυτό; Βρες μια λύση. Βάλε περισσότερους φόρους.

ΜΑΓΙΣΤΡΟΣ: Κι άλλους φόρους, Βασιλιά μου; Τότε είναι που θα ξεσηκωθούν όλοι.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Το βρήκα. Νοικιάστε τα καράβια μας στους Βεστφαλούς.

 

ΜΑΓΙΣΤΡΟΣ: Τα νοικιάσαμε, βασιλιά μου, το ξέχασες;

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Τότε δώστε τα λιμάνια.

ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ: Κι αυτά τα δώσαμε. Για 80 χρόνια στους Λουζιτανούς.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Τότε τα χρυσωρυχεία μας.

ΚΟΥΡΟΠΑΛΑΤΗΣ: Τα πήραν για 120 χρόνια οι Γενοβέφοι.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Τι άλλο μας έμεινε; Σκεφτείτε.

ΠΡΩΤΟΣΠΑΘΑΡΙΟΣ: Τα εργαστήρια παραγωγής μεταξιού, αλλά τα παραχωρήσαμε στους Βαράγκους έναντι του προηγούμενου χρέους μας.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Δεν έχουμε κάτι άλλο να δώσουμε;

ΜΑΓΙΣΤΡΟΣ: Βασιλιά μου, το μόνο που μας έμεινε είναι το ορυχείο αλατιού και οι αλυκές μας αλλά τα έχεις κλείσει εδώ και χρόνια από τότε που μάλωσες με την κόρη σου και την εξόρισες.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Α, ναι, έχετε δίκιο. Σκεφτείτε λοιπόν, όλοι σας, τι σας πληρώνω;

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Εγώ, έχω μια ιδέα.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Λέγε, Λογοθέτη, τι περιμένεις.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Βασιλιά μου, θυμάσαι όταν πάντρεψες τις δυο σου κόρες τι περιουσία σου έδωσαν οι γαμπροί;

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Αν θυμάμαι, λέει! Πράγματι τις καλοπάντρεψα. Γέμισαν τα μπαούλα του παλατιού από χρυσά φλουριά και υπέρπυρα.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Ναι, τόσο ο Πρίγκηπας της Αλσατίας όσο και ο διάδοχος του θρόνου των Μονεγάσκων μας έδωσαν μια περιουσία για τις κόρες σου.

ΠΡΩΤΟΣΠΑΘΑΡΙΟΣ: Που κάποιοι όμως την έφαγαν σε σπατάλες και διασκεδάσεις, Λογοθέτη.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Τι εννοείς, Πρωτοσπαθάριε; Ότι εγώ φταίω που η οικονομία μας δεν πάει καλά;

ΠΡΩΤΟΣΠΑΘΑΡΙΟΣ: Ποιος φταίει; Εγώ; Ο δικός σου βίος είναι γεμάτος χλιδή και πολυτέλεια. Και των φίλων σου. Εγώ ακόμα κοιμάμαι στο πάτωμα και σκεπάζομαι με λινή κουβέρτα χειμώνα καλοκαίρι.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Βασιλιά μου, ο Πρωτοσπαθάριος με κατηγορεί χωρίς αποδείξεις. Απαιτώ επανόρθωση.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Τώρα δεν είναι ώρα να μαλώνετε. Πρωτοσπαθάριε, μη διακόπτεις τον Μέγα Λογοθέτη. Κάτι προσπαθεί να μας πει που ίσως φέρει τη σωτηρία. Συνέχισε Λογοθέτη, τι έχεις στο μυαλό σου;

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Να παντρέψεις και την τρίτη σου την κόρη.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Μα είναι εξόριστη εδώ και 6 χρόνια.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Δεν είναι πια. Την κάλεσα να επιστρέψει στο παλάτι πριν από δυο μέρες.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Πώς τόλμησες να κάνεις κάτι τέτοιο χωρίς να με ρωτήσεις;

ΚΟΥΡΟΠΑΛΑΤΗΣ: Αν μυριστεί ψητό ο Μέγας Λογοθέτης για όλα είναι ικανός.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Κουροπαλάτη, κι εσύ τολμάς να με κατηγορείς; Την ώρα που προσπαθώ να βρω μια λύση να σωθούμε όλοι;

ΚΟΥΡΟΠΑΛΑΤΗΣ: Μόνο για τον εαυτό σου ενδιαφέρεσαι. Για κανέναν άλλο.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Η αχαριστία σας δεν έχει όριο. Βασιλιά μου, δεν είχα χρόνο να σε ρωτήσω. Όπως είδες κι εσύ, ο λαός πεινάει, είναι έτοιμος να ξεσηκωθεί ενώ τα ταμεία μας είναι άδεια. Καράβια δεν έχεις πια να κάνεις εμπόριο, ούτε και λιμάνια. Ο θρόνος σου κινδυνεύει.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Αυτό το ξέρω.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Ενώ ο πρίγκιπας της Άνω Ρενανίας ψάχνει εδώ και καιρό νύφη για τον γιο του.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Της Άνω Ρενανίας; Μα ο γιος του είναι πιο μεγάλος κι από μένα!

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Ε, καλά τώρα. 65 χρονών είναι. Δεν τον πήραν και τα χρόνια! Όλη η οικογένειά του έχει γερή κράση. Ο πατέρας του είναι 85 και είναι ακόμη μια χαρά. Κι από χρυσάφι μας υπόσχεται 3 καραβάνια γεμάτα δώρα.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Τρία καραβάνια; Αυτά είναι πολλά λεφτά. Μα ζητάει μεγάλο αντάλλαγμα. Την κόρη μου…

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Η κόρη σου θα ζήσει ευτυχισμένη. Μέσα στα πλούτη.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Ναι, αλλά είναι γέρος.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Μα τι σημασία έχουν λίγα χρόνια διαφοράς ηλικίας;

ΚΟΥΡΟΠΑΛΑΤΗΣ: Σαράντα χρόνια είναι λίγα;

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Για πρίγκιπες και βασιλιάδες είναι πολύ λίγα.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Εντάξει, με έπεισες. Κάλεσε την κόρη μου να την δω και να της μιλήσω. Πες της ότι την συγχώρεσα και θέλω να τη σφίξω στην αγκαλιά μου.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Εντάξει, βασιλιά μου. Θα την φωνάξω εγώ ο ίδιος. Κάπου στο παλάτι είναι και τριγυρνάει. Μου είπε πως θέλει να θυμηθεί τα παλιά της λημέρια.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Δε χρειάζεται να ψάξεις. Ξέρω πού θα τη βρεις. Στην κουζίνα θα βρίσκεται. Το μαγείρεμα ήταν πάντα η αδυναμία της. Σαν τη συγχωρεμένη τη μάνα της.

ΜΑΓΙΣΤΡΟΣ: Αχ, βασιλιά μου, αν δε θύμωνες τότε που σου είπε πως σε αγαπάει σαν το αλάτι, όλα θα ήταν καλύτερα τώρα.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Μη μου θυμίζεις αυτή την ιστορία. Εκνευρίζομαι πολύ και δε θέλω όταν τη συναντήσω να έχω τα νεύρα μου.

ΜΑΓΙΣΤΡΟΣ: Με συγχωρείς.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Βασιλιά μου, θέλω να σου ζητήσω μια χάρη.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Τι χάρη;

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Σε παρακαλώ πολύ, μη της μιλήσεις αμέσως για το προξενιό που της ετοιμάζουμε. Άσε να το χειριστώ εγώ το ζήτημα. Με διπλωματία.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Ποια διπλωματία, Λογοθέτη. Εδώ χρειάζεται σιδερένια πυγμή. Πάει και τελείωσε. Θα κάνει αυτό που της λέω. Αλλιώς…

ΚΟΥΡΟΠΑΛΑΤΗΣ: Τι αλλιώς, βασιλιά μου; Ξέχασες πως προτίμησε να μείνει εξόριστη για 6 χρόνια παρά να σου ζητήσει συγγνώμη;

ΠΡΩΤΟΣΠΑΘΑΡΙΟΣ: Και τώρα πιστεύεις πως θα είναι εύκολο να την πείσεις να παντρευτεί έναν γέρο;

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Θα καταλάβει. Πρέπει να το κάνει για το καλό της πατρίδας της.

ΠΡΩΤΟΣΠΑΘΑΡΙΟΣ: Και για το δικό σου καλό.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Πρωτοσπαθάριε, σταμάτα τα υπονοούμενα γιατί θα μαλώσουμε άσχημα.

ΠΡΩΤΟΣΠΑΘΑΡΙΟΣ: Εντάξει, εγώ σταματάω. Αλλά είμαι περίεργος να δω πώς θα την πείσετε.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Αυτό είναι δική μας δουλειά. Εσύ να μην ανακατεύεσαι.

(Οι φρουροί – αφηγητές βγαίνουν μπροστά στη σκηνή)

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Γάμος χωρίς αγάπη είναι φαΐ χωρίς αλάτι.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Κι όποιος τέτοιο γάμο αποφασίζει, στο τέλος θύελλες θερίζει.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Όπως στις πληγές όταν πέφτει αλάτι, έτσι πονάει ο γάμος όταν του λείπει η αγάπη.

 

ΤΕΛΟΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΣΚΗΝΗΣ


ΤΡΙΤΗ ΣΚΗΝΗ

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Πάει και τελείωσε, βιβλιοθηκάριε, είμαστε οι πιο αδικημένοι στο παλάτι.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Πράγματι. Είναι τυχαίο που μόνο εμείς εργαζόμαστε στο υπόγειο;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Καθόλου τυχαίο. Κανείς δε μας υπολογίζει.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Δυστυχώς έτσι είναι.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Κι όταν με θέλει ο βασιλιάς είναι μόνο για να γκρινιάξει για τα φαγητά μου. Λες και φταίω εγώ που δεν έχω δικαίωμα να βάλω λίγο αλατάκι να τα νοστιμέψω.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Κι όμως υπάρχει κάτι χειρότερο από την γκρίνια.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Ποιο;

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Η αδιαφορία. Αυτό που αντιμετωπίζω εγώ. Αμφιβάλλω αν ο βασιλιάς γνωρίζει πού βρίσκεται η βιβλιοθήκη. Ώρες ώρες αμφιβάλλω ακόμα και αν γνωρίζει πως υπάρχω.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Δε διαβάζει βιβλία ο βασιλιάς;

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Νάταν μόνο ο βασιλιάς… Κανείς αξιωματούχος δεν ενδιαφέρεται για διάβασμα. Πώς άλλωστε φτάσαμε εδώ που φτάσαμε; Κανείς τους δεν ανοίγει τα στραβά του να διαβάσει. Ο νους τους είναι μόνο στη διασκέδαση και στο πιοτό.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Αχ, φίλε μου βιβλιοθηκάριε, πόσο σε καταλαβαίνω.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Κάποια μέρα θα πάρω τη γυναίκα μου και θα φύγω μακριά απ’ το παλάτι. Πέρα στο βουνό, να ησυχάσω. Έρχεσαι;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Αυτό δε γίνεται. Εμένα η γυναίκα μου είναι εδώ και δεν μπορώ να την πάρω μαζί μου.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Πού εδώ;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Έλα να σου δείξω.

(Φτάνουν έξω από την κουζίνα – Ο Αρχιμάγειρας ανοίγει την πόρτα)

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Ορίστε η γυναίκα μου (και μπαίνουν μέσα στην κουζίνα).

(Εκεί βρίσκεται ένα κορίτσι που μαγειρεύει)

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Η γυναίκα σου; Δηλαδή είσαι παντρεμένος; Από πότε;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Δε με κατάλαβες. Εγώ…

ΛΥΔΙΑ: Γεια σας (μαγειρεύοντας)

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Τι κάνεις εδώ; Πώς τολμάς;

ΛΥΔΙΑ: Καλά έτσι κάνεις εσύ; Παρατάς στη μέση το φαγητό σου και φεύγεις;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Πήγα να φέρω φρέσκο βασιλικό από τον κήπο.

ΛΥΔΙΑ: Βασιλικό στη σάλτσα αντσούγιας;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Τολμάς να μου κάνεις παρατήρηση; Ποια είσαι τέλος πάντων;

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Φοβάμαι πως έμπλεξα σε συζυγικό καβγαδάκι. Καλύτερα να πηγαίνω.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Μα ποιο συζυγικό καβγαδάκι. Με παρεξήγησες. Άλλο εννοούσα.

ΛΥΔΙΑ: Τι άλλο εννοούσες. Αφού το είπες καθαρά. Στη σάλτσα αντσούγιας βάζεις βασιλικό.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Επειδή ο βασιλιάς σιχαίνεται το δεντρολίβανο, όχι γιατί το θέλω εγώ.

ΛΥΔΙΑ: Κοιτάξτε ένα μάγειρα που ακούει τι λέει ο ένας και ο άλλος.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Ο βασιλιάς δεν είναι ο ένας και ο άλλος.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Με συγχωρείτε, εγώ πρέπει να φύγω.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Δε θα πας πουθενά. Δεν σου εξήγησα ακόμη τι συμβαίνει.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Μα είναι φανερό τι συμβαίνει.

ΛΥΔΙΑ: Ολοφάνερο. Ένας μάγειρας που δεν έχει το θάρρος να φτιάξει τα φαγητά του όπως αυτός νομίζει.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Είσαι τρελή; Τι προσπαθείς; Να μ’ εκνευρίσεις; Φύγε αμέσως απ’ την κουζίνα μου.

ΛΥΔΙΑ: Μόλις τελειώσω το πιλάφι.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Ποιο πιλάφι. Πώς τόλμησες;

ΛΥΔΙΑ: Το πιλάφι που θα φάει ο βασιλιάς.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Κανένα πιλάφι δε θα φάει ο βασιλιάς. Να το πετάξεις.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: (Προς το κοινό) Πώς μ’ αρέσει να βλέπω καβγαδάκια ερωτευμένων. Πάντα καταλήγουν σε φιλάκια κι αγκαλιά. Ενώ τα καβγαδάκια με τη γυναίκα μου τελειώνουν με …παντόφλα στο κεφάλι. (πιάνει το κεφάλι του)

(Ο βιβλιοθηκάριος φεύγει)

ΛΥΔΙΑ: Άκουσε καλά, του βασιλιά του αρέσει το πιλάφι.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Πράγματι του αρέσει, αλλά εσύ πώς το ξέρεις;

ΛΥΔΙΑ: Μα είμαι η κόρη του.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Είσαι η κόρη του βασιλιά; Αλήθεια;

ΛΥΔΙΑ: Αλήθεια.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Η εξόριστη;

ΛΥΔΙΑ: Ναι, η εξόριστη.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Με συγχωρείτε, μεγαλειοτάτη (γονατίζει). Δεν το ήξερα.

ΛΥΔΙΑ: Α, τώρα έγινα μεγαλειοτάτη, ε;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Σας ζητώ συγγνώμη. (δοκιμάζει λίγο απ’ το πιλάφι). Έβαλες σταφίδες στο πιλάφι; Είσαι τρελή;

ΛΥΔΙΑ: Ωραίο σεβασμό δείχνεις.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Ούτε κρόκο έβαλες (ρίχνει λίγο κρόκο).

ΛΥΔΙΑ: Βάζεις κρόκο στο πιλάφι;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Γιατί όχι; Δίνει νοστιμιά, είναι υγιεινό κι ο βασιλιάς έχει αδυναμία στον κρόκο.

ΛΥΔΙΑ: Κατάλαβα…

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Τι κατάλαβες;

ΛΥΔΙΑ: Θα μου επιτρέψεις να σου δώσω μια συμβουλή;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Εσύ, να δώσεις σε μένα συμβουλή;

ΛΥΔΙΑ: Ναι, άκουσέ με και δε θα χάσεις. Να έχεις το θάρρος της γνώμης σου. Μη φοβάσαι να φτιάχνεις τα φαγητά σου όπως εσύ νομίζεις και όχι όπως αρέσουν του βασιλιά ή του Μεγάλου Λογοθέτη. Να υψώνεις το ανάστημά σου.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Ακόμη και στον βασιλιά;

ΛΥΔΙΑ: Ναι, ακόμη και στον βασιλιά. Μόνο έτσι θα εκτιμήσει τις γνώσεις και τις ικανότητές σου.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Ποιες ικανότητες. Εσύ έλεγες πως δεν έχω ικανότητες.

ΛΥΔΙΑ: Ε, κοίτα. Δεν είσαι και εντελώς άσχετος από μαγειρική. Το θάρρος σου λείπει.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Εσύ, όμως είσαι άσχετη. Άκου να βάλεις σταφίδες στο πιλάφι.

(Εμφανίζεται ο Αφηγητής – Φρουρός 1)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ – ΦΡΟΥΡΟΣ 1: Ο βασιλιάς μας, Αρχιμάγειρα, θέλει να σου μιλήσει. Από κοντά θα σου τα πει και θα σου εξηγήσει.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Τι είναι πάλι; Δεν το αντέχω αυτό. Όλο παράπονα είναι.

ΛΥΔΙΑ: Πώς να μην είναι όλο παράπονα. Αφού δεν ξέρεις να μαγειρεύεις.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ – ΦΡΟΥΡΟΣ 1: Αυτή τη φορά δε σκοπεύει να γκρινιάξει. Στο λέω κι είμαι σίγουρος, ούτε θα σε φωνάξει.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: (Προς τη Λύδια) Πρέπει να φύγω.

ΛΥΔΙΑ: Να φύγεις. Μήπως μπορέσω και σώσω τη σάλτσα.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Τη σάλτσα να την αφήσεις ήσυχη. Μ’ ακούς; Θα επιστρέψω σε δύο λεπτά.

ΛΥΔΙΑ: Δηλαδή να την αφήσω να καεί;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Ε… όχι βέβαια. Τέλος πάντων, κάνε ό,τι νομίζεις. Αφού έτσι κι αλλιώς ο βασιλιάς ποτέ δεν είναι ευχαριστημένος.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ – ΦΡΟΥΡΟΣ 1: Αυτοί οι δύο τελικά είν’ όλο μαλωμένοι. Περίεργο μου φαίνεται, μπας κι είναι ερωτευμένοι;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Έρχομαι. Πάμε.

 

(Ο Αρχιμάγειρας φεύγει μαζί με τον φρουρό1. Εμφανίζονται οι άλλοι δύο φρουροί – αφηγητές)

 

 

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Τα πλούτη έχουνε δύναμη, τα πλούτη έχουνε χάρη

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Μα σαν αρχίσουν να ερωτεύονται κόρη και παλικάρι

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Όλα στην άκρη μπαίνουνε, κακία δε ζυγώνει

ΦΡΟΥΡΟΣ ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Κι όσο και να μαλώνουνε η αγάπη τους φουντώνει.

ΤΕΛΟΣ ΤΡΙΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ

 

 

ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΚΗΝΗ

ΜΑΓΙΣΤΡΟΣ: Βασιλιά μου, όλα τακτοποιήθηκαν, ο ίδιος ο Μέγας Λογοθέτης πήγε να φωνάξει την κόρη σου.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Έξι χρόνια πέρασαν από τότε που έφυγε. Η Λύδια πρέπει να έχει γίνει τώρα σωστή γυναίκα.

ΚΟΥΡΟΠΑΛΑΤΗΣ: Εγώ αναρωτιέμαι αν θα την αναγνωρίσω.

ΠΡΩΤΟΣΠΑΘΑΡΙΟΣ: Βασιλιά μου, ήρθε ο Αρχιμάγειρας.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Τι θέλεις τώρα, Αρχιμάγειρα;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Μα, βασιλιά μου, εσείς με ζητήσατε.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Α, ναι, το ξέχασα. Κουροπαλάτη, τι θα γίνει τελικά με το θέμα της γιορτής;

ΚΟΥΡΟΠΑΛΑΤΗΣ: Να δούμε πρώτα τι θα γίνει με τη βασιλοπούλα.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Α, ναι, δίκιο έχεις. Αρχιμάγειρα, περίμενε λίγο στην άκρη. Έχω πρώτα να τακτοποιήσω ένα άλλο ζήτημα.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Βασιλιά, έφτασε η κόρη σου, η Λύδια.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Πες της να περάσει γρήγορα.

ΛΥΔΙΑ: Πατέρα!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Κορούλα μου, αγαπημένη!

(Πατέρας και κόρη αγκαλιάζονται)
ΛΥΔΙΑ: Πατέρα μου, σ’ αγαπώ πολύ.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Κορούλα μου, σε πεθύμησα.

ΛΥΔΙΑ: Πέρασαν έξι χρόνια από τότε που με εξόρισες.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Ναι, γι’ αυτό σε κάλεσα πίσω. Ήθελα να σε σφίξω στην αγκαλιά μου πριν πεθάνω.

ΛΥΔΙΑ: Μη λες τέτοιες κουβέντες, πατέρα. Γιατί να πεθάνεις; Νέος είσαι ακόμα.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Κόρη μου, είναι κάτι που θέλω να σου πω. Κάτι πολύ ευχάριστο.

ΛΥΔΙΑ: Αλήθεια; Τι είναι πατέρα;

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Θα σου τα πει καλύτερα ο Μέγας Λογοθέτης.

ΛΥΔΙΑ: Ο Μέγας Λογοθέτης; Δε μ’ αρέσει αυτό πατέρα. Απ’ το στόμα του τίποτε καλό δε βγαίνει.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Αυτή τη φορά, βασιλοπούλα μου, δεν έχεις δίκιο. Δε φαντάζεσαι τι καλό νέο έχω να σου πω.

ΛΥΔΙΑ: Για λέγε, Μεγάλε Λογοθέτη.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Ο πατέρας σου σου βρήκε γαμπρό!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Εσύ τον βρήκες, όχι εγώ.

ΛΥΔΙΑ: Γαμπρό; Δεν το πιστεύω.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Ένα όμορφο και πλούσιο πριγκιπόπουλο.

ΛΥΔΙΑ: Ε, βέβαια, πλούσιο θα μου έβρισκες. Τι άλλο; Πάντως, σας το λέω από τώρα, δεν ενδιαφέρομαι να παντρευτώ, αν και από περιέργεια, θα ήθελα να μάθω ποιος είναι αυτός ο γαμπρός.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Ο γιος του Δούκα της Άνω Ρενανίας.

ΛΥΔΙΑ: Αυτός ο παλιόγερος;

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Ε, όχι και παλιόγερος. Ούτε 65 χρονών δεν είναι.

ΚΟΥΡΟΠΑΛΑΤΗΣ: Ναι, στο άνθος της ηλικίας του.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Κουροπαλάτη, σταμάτα. Εσένα δε σε ρώτησε κανείς.

ΛΥΔΙΑ: Γι’ αυτό με φώναξες, λοιπόν, εδώ πατέρα; Κι εγώ που νόμιζα πως ήθελες να με συγχωρέσεις.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Να σε συγχωρέσω ήθελα, αγάπη μου. Στο ορκίζομαι, δεν ήταν δικιά μου ιδέα, του Λογοθέτη ήταν η ιδέα.

ΛΥΔΙΑ: Ακύρωσέ την τότε.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Δε γίνεται. Τα ταμεία του κράτους είναι άδεια. Ο γάμος σου θα δώσει μια οικονομική ανάσα στην πατρίδα μας.

ΜΑΓΙΣΤΡΟΣ: Σε σένα θα δώσει οικονομική ανάσα.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Άντε πάλι. Θα σταματήσετε επιτέλους αυτές τις άθλιες κατηγορίες;

ΛΥΔΙΑ: Πρωτοσπαθάριε, εσύ με ξέρεις από παιδάκι. Στα γόνατά σου με μεγάλωσες. Θα αφήσεις να με παντρέψουν με ένα γέρο;

ΠΡΩΤΟΣΠΑΘΑΡΙΟΣ: Λυπάμαι, κορίτσι μου. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω.

ΛΥΔΙΑ: Κι εσύ, Μάγιστρε, που μου έλεγες ωραία παραμύθια κι ένα σωρό ιστορίες για το όμορφο βασιλόπουλο που θα έρθει να με παντρευτεί;

ΜΑΓΙΣΤΡΟΣ: Η ζωή, βασιλοπούλα μου, δεν είναι σαν τα παραμύθια.

ΛΥΔΙΑ: Κι αν σας πω ότι αρνούμαι να παντρευτώ τον πρίγκιπα της Άνω Ρενανίας;

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Βασιλοπούλα μου, τα πράγματα είναι σοβαρά. Άσε τα πείσματα. Ο βασιλιάς έχει τη δύναμη να σε φυλακίσει ή να κάνει κάτι ακόμα χειρότερο που δεν τολμώ να το πω…

ΛΥΔΙΑ: Να με αποκεφαλίσει; αυτό θες να πεις, Μεγάλε Λογοθέτη;

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Όχι, κορίτσι μου, δε θα έκανα ποτέ κάτι να σε βλάψω. Αρκεί όμως κι εσύ να είσαι υπάκουη.

(Εμφανίζεται ο βιβλιοθηκάριος)

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Βασιλιά μου, αυτός ο γάμος δεν μπορεί να γίνει. Είναι αδύνατο να γίνει!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Τι θέλεις, βιβλιοθηκάριε; Γιατί πετάγεσαι χωρίς πρώτα να ζητήσεις άδεια;

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Γιατί η κόρη σου, βασιλιά μου, δεν τολμώ να το πω…

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Λέγε, θα με σκάσεις.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Βασιλιά μου, η κόρη σου είναι ήδη παντρεμένη!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Με ποιον;

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Με τον Αρχιμάγειρα!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Τι είπες;

ΑΥΛΙΚΟΙ (όλοι μαζί): Τι είπες;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Τι είπες;

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Πριν από λίγο, ο Αρχιμάγειρας μου αποκάλυψε στην κουζίνα το μυστικό του. Πως έχει παντρευτεί την κόρη σου. Εγώ στην αρχή δεν τη γνώρισα. Είχα τόσα χρόνια να την δω. Μόλις όμως κατάλαβα ποια είναι έτρεξα να σε ενημερώσω.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Άτιμε, θα πεθάνεις.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Πιάστε τον αμέσως!

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Όχι, πρόκειται για παρεξήγηση. Αφήστε με να σας εξηγήσω.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Βάλτε τον στη φυλακή να σαπίσει εκεί μέσα.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Μα είμαι αθώος, ρωτήστε και τη βασιλοπούλα.

ΜΑΓΙΣΤΡΟΣ: Βασιλοπούλα μου, είναι αλήθεια πως είσαι ήδη παντρεμένη με τον Αρχιμάγειρα;

ΠΡΩΤΟΣΠΑΘΑΡΙΟΣ: Όπως καταλαβαίνεις, αν έχει συμβεί κάτι τέτοιο είναι αδύνατο να παντρευτείς τον πρίγκιπα της Άνω Ρενανίας.

ΚΟΥΡΟΠΑΛΑΤΗΣ: Σ’ αυτή την περίπτωση ο γάμος που σου ετοιμάζει ο Μέγας Λογοθέτης θα πρέπει να ματαιωθεί.

ΜΑΓΙΣΤΡΟΣ: Δεν μπορούμε να στείλουμε για νύφη μια παντρεμένη!

ΛΥΔΙΑ: Δηλαδή, αν ομολογήσω πως είμαι παντρεμένη θα αποφύγω αυτό τον γάμο;

ΠΡΩΤΟΣΠΑΘΑΡΙΟΣ: Εννοείται. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς.

ΛΥΔΙΑ: Και δε θα με στείλετε στην Άνω Ρενανία;

ΜΑΓΙΣΤΡΟΣ: Ούτε στην Άνω ούτε στην Κάτω.

ΛΥΔΙΑ: Ε, τότε το ομολογώ. Ναι, αλήθεια είναι. Παντρευτήκαμε μυστικά χθες το βράδυ.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Εγώ, να παντρευτώ, εσένα. Είσαι με τα καλά σου;

ΛΥΔΙΑ: Γιατί; Λίγη σου πέφτω;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Μα δεν έχεις ιδέα από μαγειρική.

ΛΥΔΙΑ: Ποιος μιλάει. Αυτός που βάζει βασιλικό στη σάλτσα αντσούγιας.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Πολύ καλά κάνει.

ΛΥΔΙΑ: Τόσο ξέρεις κι εσύ, πατέρα, τόσο μιλάς.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Μα, παιδί μου, δικιά μου εντολή είναι ο βασιλικός στη σάλτσα αντσούγιας.

ΛΥΔΙΑ: Ξέχασες πως η μητέρα δεν έβαζε ποτέ βασιλικό στη σάλτσα αντσούγιας;

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Βασιλιά μου, αφήστε τις συζητήσεις για τη μαγειρική. Έχουμε σπουδαιότερα ζητήματα να ασχοληθούμε.

ΛΥΔΙΑ: Νομίζεις αυτό που συζητάμε δεν είναι σπουδαίο;

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Είναι αλλά…

ΛΥΔΙΑ: Πατέρα δε μου απάντησες. Την ξέχασες εντελώς τη μητέρα μου;

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Καθόλου δεν την ξέχασα, παιδί μου…

ΛΥΔΙΑ: Εγώ πάντως όποτε σκέφτομαι την ιστορία της βουρκώνω… Εσύ;

(Οι φρουροί αφηγητές αφηγούνται την ιστορία της μητέρας της Λύδιας. Οι ηθοποιοί μένουν ακίνητοι)

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Από μακριά τη φέρανε την όμορφη κοπέλα, καλή κι ευγενική με πρίγκιπα πατέρα.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Αδέλφια και γονείς χαιρέτησε με δάκρυ κι ήρθε να ζήσει εδώ στης άλλης γης την άκρη.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Τον βασιλιά παντρεύτηκε κι οι δυο τους πώς ταιριάζαν, στην ομορφιά, στα νιάτα τους όλοι πώς τους θαυμάζαν.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Μα τόχει η μοίρα φαίνεται, σε κάποιους μόνο ανθρώπους να δίνει πίκρες στη σειρά με χίλιους δύο τρόπους.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Λόγο καλό δεν άκουσε, ευχαριστώ ούτε ένα. Κι ο λόγος; τρία κορίτσια γέννησε, διάδοχο κανένα.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Τα τρία τα κορίτσια της μεγάλωσαν μ’ αγάπη και φέρναν γέλια και χαρές σε όλο το παλάτι

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Μα σαν αρχίσαν να ‘ρχονται τα προξενιά απ’ τα ξένα και είδε τα κορίτσια της να φεύγουν ένα ένα

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Δεν άντεξε η δύσμοιρη να χάνει τα παιδιά της, μαράζωσε και έλιωσε και έσβησε η καρδιά της.

(Οι φρουροί – αφηγητές αποχωρούν)

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Άστα κορίτσι μου, αυτά τώρα. Είναι στενάχωρα πράγματα.

ΛΥΔΙΑ: Έχεις δίκιο, πατέρα, είναι πράγματι στενάχωρα.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Βασιλιά μου, ας ρωτήσουμε επιτέλους και τον Αρχιμάγειρα να μας πει τι έχει συμβεί.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Να τον ρωτήσουμε. Βεβαίως να τον ρωτήσουμε. .

ΛΥΔΙΑ: Μόνο για μαγειρική μη τον ρωτάτε.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Γιατί; Τόσες νόστιμες συνταγές έχω κάνει.

ΛΥΔΙΑ: Όμως έκανες ποτέ μια δική σου συνταγή;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Αμέτρητες. Και πεντανόστιμες.

ΛΥΔΙΑ: Να μη σχολιάσω τον κρόκο που έβαλες στο πιλάφι.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Μιλάς εσύ που γέμισες το πιλάφι σταφίδες λες και είναι γλυκό;

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Θα σταματήσετε επιτέλους και οι δυο σας;

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Συζυγικό καβγαδάκι, βασιλιά μου. Συζυγικό καβγαδάκι. Πώς τους ζηλεύω!

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Ποιον ζηλεύεις, βιβλιοθηκάριε, που με τις ανοησίες σου κοντεύεις να με καταστρέψεις.

ΛΥΔΙΑ: Ε, όχι και να σε καταστρέψει. Βασιλικό σύζυγο σε έκανε. Απ’ το τίποτα που ήσουνα.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Τίποτα; Εγώ, ήμουνα ο Αρχιμάγειρας του παλατιού.

ΛΥΔΙΑ: Ένας Αρχιμάγειρας που δεν έχει ιδέα από μαγειρική.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Δεν αντέχω άλλο. Αν δε σταματήσετε, θα διατάξω να συλληφθείτε και οι δυο σας. Καταλάβατε;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Μάλιστα.

ΛΥΔΙΑ: Εντάξει, πατέρα.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Κουροπαλάτη, πες μου τη γνώμη σου. Πιστεύεις ότι παντρεύτηκαν αυτοί οι δύο;

ΚΟΥΡΟΠΑΛΑΤΗΣ: Εγώ, βασιλιά μου, ένα συμπέρασμα βγάζω. Είτε έγινε είτε δεν έγινε ο γάμος, μικρή σημασία έχει, καθώς αυτοί οι δύο νέοι αγαπιούνται.

ΜΑΓΙΣΤΡΟΣ: Ναι, σ’ αυτό θα συμφωνήσω κι εγώ. Φαίνεται πως είναι ερωτευμένοι.

ΠΡΩΤΟΣΠΑΘΑΡΙΟΣ: Ερωτευμένοι σαν νεόνυμφοι.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Μα πού τους είδατε τους ερωτευμένους. Θέλετε να με τρελάνετε. Εγώ μιλούσα στον βιβλιοθηκάριο προσπαθώντας να του εξηγήσω την αγάπη μου για την κουζίνα.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Εγώ, βασιλιά καταλαβαίνω πως γάμος δεν έχει γίνει. Συνεπώς δε βρίσκω το λόγο να μη στείλουμε την κόρη σου στην Άνω Ρενανία.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Κι αν έγινε γάμος;

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Αφού ο Αρχιμάγειρας το αρνείται. Γιατί να μην τον πιστέψουμε;

ΜΑΓΙΣΤΡΟΣ: Αρχιμάγειρα, θα σε ρωτήσω για τελευταία φορά. Πρόσεξε, από την απάντησή σου θα εξαρτηθούν πολλά για το μέλλον αυτής της χώρας. Αν παντρευτήκατε, όπως καταλαβαίνεις η βασιλοπούλα δεν μπορεί να παντρευτεί τον πρίγκιπα της Άνω Ρενανίας.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Κι εσύ όμως θα κινδυνέψεις με αποκεφαλισμό.

ΠΡΩΤΟΣΠΑΘΑΡΙΟΣ: Μη τον φοβίζεις, σε παρακαλώ. Θα δούμε αργότερα τις συνέπειες αυτής της πράξης. Αν έγινε ποτέ οποιαδήποτε πράξη.

ΚΟΥΡΟΠΑΛΑΤΗΣ: Αν δεν την παντρεύτηκες, η βασιλοπούλα φεύγει αύριο πρωί να συναντήσει τον μελλοντικό της σύζυγο.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Και η χώρα μας σώζεται.

ΜΑΓΙΣΤΡΟΣ: Απάντησε, Αρχιμάγειρα!

ΛΥΔΙΑ:  Μίλα, λοιπόν, φοβάσαι να πεις την αλήθεια;

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Μίλα, αρχίζω να χάνω την υπομονή μου.

ΛΥΔΙΑ: Σιγά μη μιλήσει. Καμιά σχέση δεν έχει ο Αρχιμάγειρας ούτε με θάρρος ούτε με μαγειρική τέχνη.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Ε, λοιπόν θα μιλήσω. Ναι, την παντρεύτηκα τη βασιλοπούλα. Χθες το βράδυ.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Δεν είναι δυνατόν!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Ώστε είναι αλήθεια! Καλά γιατί την παντρεύτηκες;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Γιατί την παντρεύτηκα; Γιατί την αγαπώ. Γιατί άλλο;

ΛΥΔΙΑ: Τι είπες; Με αγαπάς;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Ναι, σ’ αγαπώ.

ΛΥΔΙΑ: Πόσο μ’ αγαπάς;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Σαν το αλάτι.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Όχι, πάλι αυτό το αλάτι! Όχι το αλάτι!

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Σ’ αγαπάω σαν το αλάτι κι ακόμα παραπάνω.

ΛΥΔΙΑ: Αλήθεια λες ή με δουλεύεις;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Αλήθεια λέω. Ξέρεις κάτι; Η συμβουλή σου ήταν πολύ σωστή. Πρέπει επιτέλους να υψώσω το ανάστημά μου, να λέω την αλήθεια. Και αυτή είναι η αλήθεια. Σ’ αγαπάω σαν το αλάτι κι ακόμα παραπάνω!!

ΛΥΔΙΑ: Κι εγώ σ’ αγαπάω !

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Σοβαρά;

ΛΥΔΙΑ: Πολύ σοβαρά!

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Νιώθω πολύ ευτυχισμένος. Από εδώ και πέρα θα λέω πάντα την αλήθεια. Βασιλιά μου, ο βασιλικός στη σάλτσα αντσούγιας δεν πάει. Στο λέω να το ξέρεις.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Μα εσύ άλλα μου έλεγες.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Ήθελα να σου κάνω τον καλό. Η αλήθεια όμως είναι πως δεν πάει και γι’ αυτό δεν πρόκειται να τον βάλω ξανά στη σάλτσα αντσούγιας. Α, και βασιλιά μου, τι ρούχα φοράς; Ποιος σου τα έραψε;

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: (Κοιτάει τα ρούχα του) Δεν είναι καλά; Ο βασιλικός ράφτης μου τα έραψε.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Χάλια είναι. Και εκτός μόδας. Θα σου δώσω εγώ τη διεύθυνση ενός ράφτη…

ΛΥΔΙΑ: Μήπως το παρακάνεις; Είπαμε να λες την αλήθεια αλλά πρόσεξε μη βρεις τον μπελά σου…

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Λες;

ΛΥΔΙΑ: Ε, βέβαια, λέω.

(Οι δύο ερωτευμένοι πιάνονται χέρι χέρι και ακούγονται οι αφηγητές)

 

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Σαν το αλάτι αγάπη μου κι ακόμα παραπάνω, θα σ’ αγαπάω πάντοτε μέχρι που να πεθάνω

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Κι όταν γεράσουμε μαζί, στο πλάι σου θα γέρνω, το χέρι σου για να κρατώ και δύναμη να παίρνω.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Γιατί η ομορφιά δε χάνεται, καθώς περνούν τα χρόνια, όσο υπάρχει αγάπη θα διατηρείται αιώνια

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Έχει η αγάπη δύναμη, σαν το αλάτι μόνο, να διατηρεί ανέπαφη την ομορφιά στο χρόνο.

(οι αφηγητές αποχωρούν)

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Βασιλιά μου, πρέπει να πάρεις μέτρα. Αλλιώς θα ξεσπάσει σκάνδαλο.

ΚΟΥΡΟΠΑΛΑΤΗΣ: Κανένα σκάνδαλο δε θα ξεσπάσει. Δυο νέοι αγαπήθηκαν. Ούτε οι πρώτοι είναι ούτε οι τελευταίοι.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Μα ο γάμος αυτός είναι καταστροφή για τη χώρα.

ΜΑΓΙΣΤΡΟΣ: Καμία καταστροφή δεν είναι. Βασιλιά μου, δες το κι αισιόδοξα. Δεν έπρεπε κάποια στιγμή να αποκτήσεις διάδοχο; Να λοιπόν η ευκαιρία.

ΠΡΩΤΟΣΠΑΘΑΡΙΟΣ: Μα φυσικά. Με ένα διάδοχο σιγουρεύεις τη θέση σου. Κανείς δε θα τολμήσει να διεκδικήσει τον θρόνο.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Και πώς θα βρεθούν χρήματα να πληρωθούν οι μισθοί σας και οι μισθοί μου;

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Κάποια άλλη λύση πρέπει να βρούμε.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Πάντως το χρυσάφι της Άνω Ρενανίας αποκλείεται να το βρείτε.

ΛΥΔΙΑ: Κι όμως καλέ μου πατέρα, αυτή η χώρα έχει κάτι που αξίζει όλο το χρυσάφι του κόσμου.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Τι έχει;

ΛΥΔΙΑ: Το αλάτι. Τόσο τα ορυχεία όσο κι οι αλυκές μπορούν να μας δώσουν πολλά φορτία αλάτι κάθε μέρα που είναι περιζήτητο σε όλο τον κόσμο.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Άσε δε γίνεται τίποτα. Το έψαξαν οι σύμβουλοί μου. Κανείς δεν αγοράζει ένα ορυχείο αλατιού που θέλει μήνες για να επισκευαστεί.

ΛΥΔΙΑ: Μα δε σου λέω να το πουλήσεις.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Να το νοικιάσω λες; Για πόσα χρόνια; Για 80; Για 100;

ΛΥΔΙΑ: Όχι, πατέρα. Ούτε να το νοικιάσεις σου λέω.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Και πώς θα βγάλω χρήματα αν δεν το πουλήσω και δεν το νοικιάσω;

ΛΥΔΙΑ: Θα το δουλέψουμε εμείς.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Τι εννοείς εμείς;

ΛΥΔΙΑ: Οι απλοί άνθρωποι που είναι υπήκοοί σου και πεινάνε τον τελευταίο καιρό.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Μα την προηγούμενη φορά το δουλέψαμε εμείς οι ίδιοι και μπήκαμε μέσα. Μόνο χρέη μας άφησε το ορυχείο αλατιού. Το ξέχασες;

ΛΥΔΙΑ: Γιατί όρισες διοικητή του ορυχείου τον Μέγα Λογοθέτη. Κι αυτός το κατάκλεψε.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Βασιλιά μου, διαμαρτύρομαι. Η κόρη σας με κατηγορεί άδικα.

ΛΥΔΙΑ: Τι άδικα; Όλος ο κόσμος το ξέρει. Έφαγες με χρυσά κουτάλια από το ορυχείο αλατιού. Εσύ και οι φίλοι σου.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Δεν έχεις αποδείξεις.

ΛΥΔΙΑ: Τι αποδείξεις χρειάζομαι. Μου φτάνει που καταχρεώθηκε το ορυχείο.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Έφταιγε η διεθνής οικονομική συγκυρία.

ΛΥΔΙΑ: Άσε τις αερολογίες. Δεν πιάνουν πια.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Σακελλάριε, εσύ που κρατάς τα ταμεία του κράτους, ποια είναι η γνώμη σου;

ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ: Η αλήθεια είναι πως το ορυχείο μόνο χρέη μας άφησε. Αλλά με μια καλύτερη διαχείριση ίσως καταφέρει να μας ξελασπώσει. Άλλωστε είναι η τελευταία ευκαιρία που έχουμε για να πετύχουμε επιτέλους την οικονομική ανάκαμψη.

ΜΑΓΙΣΤΡΟΣ: Και τι θα κάνουμε μέχρι να βγουν τα πρώτα φορτία;

ΛΥΔΙΑ: Υπάρχουν αμέτρητες αλυκές σ’ όλη τη χώρα. Είναι λίγο το αλάτι που θα βγάζουν αλλά θα αρχίσει πάλι να δουλεύει η οικονομία. Ο κόσμος που βγάζει αλάτι θα το ανταλλάζει με άλλα προϊόντα κι έτσι όλοι θα έχουν ένα λόγο να δουλεύουν.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Βασιλιά μου, είναι και κάτι άλλο. Δουλεύω Αρχιμάγειρας εδώ και χρόνια και μπορώ να σε πληροφορήσω πως κάθε βδομάδα πετάμε στα σκουπίδια αμέτρητα ψάρια γιατί χαλάνε και μυρίζουν. Ενώ αν είχαμε αλάτι να τα παστώνουμε και να τα διατηρούμε κανείς δε θα πείναγε σ’ αυτή τη χώρα.

ΛΥΔΙΑ: Κι όχι μόνο αυτό αλλά θα κάναμε και εξαγωγές σε παστά ψάρια.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Το ίδιο και με το κρέας. Ξέρεις πόσο κρέας μύρισε τις προάλλες κι αναγκαστήκαμε να το πετάξουμε;

ΛΥΔΙΑ: Καιρός είναι λοιπόν να σταματήσεις την απαγόρευση αλατιού στη χώρα.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Έχεις δίκιο, κόρη μου. Από σήμερα επιτρέπεται ξανά το αλάτι στα φαγητά. Κι όποιος έχει δικιά του αλυκή όσο μικρή κι αν είναι, επιτρέπεται να αρχίσει να την δουλεύει. Και το αλάτι που βγάζει να το φέρνει στην αγορά να το πουλάει ή να το ανταλλάζει με ό,τι του λείπει.

ΛΥΔΙΑ: Μπράβο πατέρα. Έτσι θα ζωντανέψει πάλι ο τόπος.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Και θα ζήσουμε ξανά με αξιοπρέπεια.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Μα τι είναι αυτά που λέτε; Μας έπεσε τέτοια τύχη και θέλετε να την πετάξετε; Ο Δούκας της Άνω Ρενανίας θα ψάξει αλλού νύφη για τον γιο του.

ΛΥΔΙΑ: Ας ψάξει αλλού. Εγώ έτσι κι αλλιώς είμαι παντρεμένη.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Κι ο άντρας σου σε αγαπάει.

ΛΥΔΙΑ: Πόσο;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Μα σου το έχω πει.

ΛΥΔΙΑ: Θέλω να τ’ ακούω.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Σ’ αγαπάω σαν το αλάτι κι ακόμα παραπάνω!

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Καταραμένο αλάτι, τι μου έκανες!!

(Εμφανίζονται οι φρουροί αφηγητές)

ΦΡΟΥΡΟΣ ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Το συμφέρον τελικά νικιέται απ’ την αγάπη

ΦΡΟΥΡΟΣ ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Όταν αυτή είναι άφθονη σαν της θάλασσας τ’ αλάτι

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Κάπου εδώ το έργο μας τελειώνει…

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Όχι, δεν τελειώνει το έργο!! Ακούς τι σου λέω; Δεν τελειώνει!! Βασιλιά μου, βρήκα λύση για το πρόβλημα μας. Χωρίς να χρειαστεί να ν’ ανοίξουμε το ορυχείο αλατιού και να κάνουμε ριψοκίνδυνα πράγματα.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Λέγε, σε ακούω.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Ο Δούκας της Άνω Ρενανίας έχει και μια κόρη.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Και λοιπόν;

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Γιατί να μην παντρευτείς εσύ την κόρη αυτή;

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Με δουλεύεις; Αυτή είναι 60 χρονών και κακάσχημη.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Υπερβολές, βασιλιά μου. Την έχω δει. Δεν είναι και τόσο άσχημη. Ούτε και τόσο μεγάλη.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Λογοθέτη, δε μου τα λες καλά.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Μα βασιλιά μου, ξέρεις πόσο χρυσάφι μας προσφέρει ο δούκας;

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Ξέρω. Τρία καραβάνια, μου το ξανάπες.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Και θα τα χάσουμε;

ΛΥΔΙΑ: Πατέρα, έχει δίκιο ο Μέγας Λογοθέτης. Νομίζω πως η ιδέα του είναι πολύ ωραία.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Λύδια, είσαι καλά; Συμφωνείς μαζί του;

ΛΥΔΙΑ: Βεβαίως και συμφωνώ. Ένας γάμος με την κόρη του Δούκα της Άνω Ρενανίας μόνο επωφελής θα είναι.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Μπράβο, βασιλοπούλα μου. Επιτέλους έρχεσαι στα λόγια μου.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Και τι προτείνεις; Να παντρευτώ την κόρη του Δούκα; Την γριά και κακάσχημη;

ΛΥΔΙΑ: Όχι εσύ.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Τότε ποιος;

ΛΥΔΙΑ: Ο ίδιος ο Μέγας Λογοθέτης. Δικιά του δεν ήταν η ιδέα;

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Όχι, όχι. Βασιλιά μου αυτό δεν μπορεί να γίνει.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Ωραία ιδέα. Πώς δεν το είχα σκεφτεί; Κουροπαλάτη, εσύ τι λες;

ΚΟΥΡΟΠΑΛΑΤΗΣ: Συμφωνώ απόλυτα. Έτσι ο Μέγας Λογοθέτης θα κάνει επιτέλους και κάτι καλό για την πατρίδα του.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Μα τι λες Κουροπαλάτη; Είσαι στα καλά σου;

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Πρωτοσπαθάριε, εσύ τι πιστεύεις;

ΠΡΩΤΟΣΠΑΘΑΡΙΟΣ: Συμφωνώ κι εγώ, βασιλιά μου.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Σακελλάριε, η δικιά σου γνώμη ποια είναι;

ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ: Τέλεια ιδέα. Πώς δεν το είχαμε σκεφτεί τόσο καιρό.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Δε θέλω. Σας παρακαλώ.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Λογοθέτη, συγχαρητήρια. Θα σε καμαρώσουμε όλοι γαμπρό!

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Όχι, βασιλιά μου, μην μου το κάνεις αυτό.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Είναι αργά πια. Το αποφάσισα ήδη. Ετοιμάσου, σε μία ώρα φεύγεις με όλη την απαραίτητη συνοδεία.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Όχι, δε θέλω. Μη μου το κάνετε αυτό. Θα αλλάξω χαρακτήρα. Σακελλάριε, δε θα κλέβω λεφτά απ’ το ταμείο του κράτους, Κουροπαλάτη, θα φέρω πίσω τα λεφτά που έχω στις τράπεζες της Άνω Ρενανίας.

ΚΟΥΡΟΠΑΛΑΤΗΣ: Α, εκεί τα έχεις κρυμμένα τα κλεψιμέικά σου!

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Πρωτοσπαθάριε, θα δηλώσω στην εφορία όλα τα κρυφά μου οικόπεδα και σπίτια.

ΠΡΩΤΟΣΠΑΘΑΡΙΟΣ: Τώρα είναι πολύ αργά πια.

ΜΕΓΑΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: Αρχιμάγειρα, θα τρώω όλο το φαΐ μου!

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Καλό σου ταξίδι.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Άδικα χάνεις τον καιρό σου. Δεν θα προλάβεις να ετοιμαστείς.

ΛΥΔΙΑ: Καλό σου ταξίδι, Κυρ Λογοθέτη. Και να μας γράφεις.

(Όλοι μαζί): ΚΑΛΟ ΣΟΥ ΤΑΞΙΔΙ! ΚΑΙ ΚΑΛΟΥΣ ΑΠΟΓΟΝΟΥΣ!!!!

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Καλό σου ταξίδι κυρ Λογοθέτη, καλό σου ταξίδι αρχικλέφτη και ψεύτη

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Έκλεψες, έφαγες με χρυσά κουτάλια, κι άρχισες τώρα τα παρακάλια.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Στη ζωή δυστυχώς είν’ αλήθεια, οι κλέφτες γλυτώνουν χωρίς τιμωρία

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Μα ευτυχώς στα παραμύθια, εκεί τιμωρείται η κάθε αδικία.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Να λέτε παραμύθια στα παιδιά σας, όσο τα έχετε κοντά σας.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Στα παραμύθια τα παιδιά μαθαίνουν, πως όσοι κάνουν το κακό κάτι παθαίνουν.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Και πως στον κόσμο αυτό ΔΕΝ έχει αξία το συμφέρον η κλεψιά κι η αδικία.

ΤΕΛΟΣ

 

Το έργο αυτό γράφτηκε από τον Θωμά Μενεξέ τον Ιούνιο του 2013

 

One Response to ΣΑΝ ΤΟ ΑΛΑΤΙ ΚΙ ΑΚΟΜΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ: Θεατρικό για παιδιά βασισμένο στη γνωστή ιστορία

  1. Παράθεμα: Σαν το αλάτι κι ακόμα παραπάνω | όταν ήμουν δάσκαλος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s