ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ: (θεατρικό) αν δεν στοιχειώσετε άνθρωπο, γεφύρι δε στεριώνει…

ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ 

θεατρικό έργο του Θωμά Μενεξέ

Αν δε στοιχειώστε άνθρωπο, γεφύρι δε στεριώνει

Βρισκόμαστε στα τέλη του 19ου αιώνα, σε ένα χωριό ίσως της Ηπείρου. Το πέτρινο γεφύρι που χτίζεται στο γειτονικό ποτάμι δε λέει να στεριώσει και κάποιοι θυμούνται την παράδοση που θέλει τη γυναίκα του πρωτομάστορα να χτίζεται στο γεφύρι.
Η αλήθεια όμως είναι πολύ διαφορετική και, όταν θα λάμψει, ο υπαίτιος θα τιμωρηθεί όπως του αξίζει…

ΠΡΟΣΩΠΑ:

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ                         ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΙΣΣΑ

ΓΙΑΝΝΑΚΟΣ                                      ΜΠΑΡΜΠΑ ΖΙΩΓΑΣ

ΜΑΣΤΡΟ ΓΙΩΡΓΗΣ                          ΜΑΣΤΡΟ ΜΗΤΣΟΣ

ΜΑΣΤΡΟ ΝΙΚΟΛΑΣ                         ΜΑΣΤΡΟ ΓΙΑΝΝΗΣ

ΜΑΣΤΡΟ ΜΑΝΩΛΗΣ                     ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1

ΑΦΗΓΗΤΗΣ  2                                  ΑΦΗΓΗΤΗΣ  3

ΑΦΗΓΗΤΗΣ  4                                  ΑΦΗΓΗΤΗΣ  5

ΓΥΝΑΙΚΑ  1                                       ΓΥΝΑΙΚΑ  2  

ΓΥΝΑΙΚΑ  3


ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1:

Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες

Γιοφύρι εθεμέλιωναν σ’ ένα βαθύ ποτάμι

Ολημερίς το χτίζανε το βράδυ γκρεμιζόταν

Κι ο πρώτος απ’ τους μάστορες έλεγε απορώντας:

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ:

Τι φταίει και η γέφυρα δε στέκεται ολόρθη;

Ποιο μάτι μας εκάκιωσε, ποιος μας εκαταράστη;

Μη φταιν οι λίθοι που έχουμε και βάζουμε στη βάση;

Που ν’ απ’ της Άρτας τα βουνά τα ανεμοδαρμένα;

Ή μήπως ο ασβέστης μας που βάζουμε επάνω;

Τόσα γεφύρια έχτισα σε λόγγους και ραχούλες

Που ολημερίς διαβαίνουνε διαβάτες κουρασμένοι

Τσοπάνηδες και πιστικοί, λοτόμοι, αγωγιάτες

Τούρκοι, Αρβανίτες και Γραικοί, Βλάχοι, Σαρακατσάνοι

Όλα κατάγερα κι ορθά στέκονται εις τον χρόνο

Ούτ’ ένα δεν εράγισε, ούτ’ ένα δε γκρεμίσθη

ΓΙΑΝΝΑΚΟΣ:

Σώπασε μαστρο-Στέφανε και μη στεναχωριέσαι

Αν είναι μάτι φθονερό αυτό που μας κακιώνει

Δε θα κρατήσει για καιρό, δε θα βαστάξει χρόνο

Γιατί έχουμε μες στο χωριό άξιες ξεματιάστρες

Κι αν είν’ κατάρα που έπεσε στη γέφυρα επάνω

Θα φέρω την κυρα-μαμή από την Πέρα Ράχη

Που ‘χει στα ξένα εφτά παιδιά και μία θυγατέρα

Και λύνει μ’ ένα λόγο της και ξόρκια και κατάρες

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ:

Αχ Γιαννακό, λεβέντη μου, χιλιοαδικημένε

Σαράντα πέντε μάστοροι δεν έχουν το μυαλό σου

Κι οι εξήντα μαθητάδες μου δεν έχουν την ψυχή σου

Πάντα τον λόγο τον καλό ακούω από σένα

Και ξέρω πως για χάρη μου και στη φωτιά θα πέσεις

Μα εγώ σ’ αδίκησα πολύ και σ’ έχω τόσα χρόνια

Σα παραγιό, σα ψυχογιό, για τα θελήματα όλο

Άκουσε τώρα τι θα πω και κάνε ό,τι σου λέω

Τράβα και στείλε μήνυμα σε όλους τους μαστόρους,

Πετράδες, μα και μαραγκούς, χτιστάδες και τσιράκια

Τους θέλει ο πρωτομάστορας να ρθούνε να μ’ ακούσουν

Όσο πιο γρήγορα μπορούν, να μη χασομερήσουν

ΓΙΑΝΝΑΚΟΣ:

Τι θέλεις τώρα να τους πεις, αφέντη μου, καλέ μου;

Βλέπω στα μάτια σου στραβή απόφαση πως πήρες

Τρέμει το φυλλοκάρδι μου αν είναι αυτή που νιώθω.

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ:

Αχ, Γιαννακό, λεβέντη μου, με ξέρεις τόσα χρόνια

Δεν κιότεψα στα δύσκολα και δεν κιοτεύω τώρα

Μα έχω εχθρό που είναι θεριό, στοιχειό που δε νικιέται

Και ξέρεις δα πολύ καλά τι λεν οι παραδόσεις

για γέφυρες που χτίζονται και πέφτουν κάθε τόσο

λένε πως τη γυναίκα μου θα πρέπει να στοιχειώσω

αν θέλω το γεφύρι αυτό ν’ αντέξει να στεριώσει

ΓΙΑΝΝΑΚΟΣ

Δεν είναι πάντα φρόνιμο ν’ ακούς τις παραδόσεις

Στο λέω εγώ ο Γιαννακός ο ψυχοπαραγιός σου

Σε παραδόσεις σαν κι αυτές κάλλιο να μην πιστεύεις

Είναι σκληρές και άδικες γεμάτες με κακία

Φρόντισε τη γυναίκα σου, σπείρε παιδιά να κάνει

Κι άσε τις σκέψεις τις κακές, δεν είν’ αυτές για σένα

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ

Αυτό θα κάνω το λοιπόν, το ίδιο έχω στο νου μου

Τούτη εδώ τη γέφυρα ας χτίσει κάποιος άλλος

Εγώ δεν τα κατάφερα, θα φύγω για τα ξένα

Κι εκεί γεφύρια χτίζονται, χρειάζονται μαστόρους.

ΓΙΑΝΝΑΚΟΣ

Μα είσ’ ο πρωτομάστορας, ο πρώτος από όλους

Ο πιο καλός, ο πιο τρανός απ’ όλους τους μαστόρους

Ποιος σαν και σένα έχει το νου να φτιάξει ένα γεφύρι;

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ

Κάν’ ό,τι σου ‘πα Γιαννακό και άσε τις κουβέντες

Τρέχα στους άλλους μάστορες να πεις τις διαταγές μου

ΓΙΑΝΝΑΚΟΣ

Μετά χαράς, αφεντικό, θα κάνω όπως προστάζεις

Τα λόγια μου αν σε θλίβουνε γω παύω να μιλάω

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1

Κι έγινε αϊτός ο Γιαννακός, γεράκι και εχάθη

Πήγε ευθύς σε μάστορες, χτιστάδες και τσιράκια

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2

Τους μήνυσε όλους να ‘ρθουνε γοργά εις το γεφύρι

Γιατί ο Πρωτομάστορας θέλει να τους μιλήσει.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3

Μα ο Γιαννακός δε γύρισε αμέσως όπως είπε

Πήρε άλλο δρόμο πιο μακρύ και πήγε απ’ το Κοτρώνι

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1

Ένα βουνό γειτονικό μ’ ένα μικρό ξωκλήσι

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2

Εμπήκε μέσα ο Γιαννακός, στα γόνατά του πέφτει

Κι άρχίζει να προσεύχεται, με δάκρυα στα μάτια

ΓΙΑΝΝΑΚΟΣ

Θεέ μου, φώτισέ τονα απόφαση να πάρει

Τη γέφυρα του ποταμού να φτιάξει όπως ξέρει

Και να μη φύγει για μακριά, να μη χαθεί στα ξένα

Γεφύρια σε βαθιούς γκρεμούς κι απάτητα ποτάμια

Μόνο ο πρωτομάστορας μπορεί να τα στεριώσει.

Μ’ αυτός πήρε απόφαση να φύγει σ’ άλλους τόπους

Μη τύχει κι η γυναίκα του στοιχειώσει το γεφύρι

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1

Και βγήκε πάλι  ο Γιαννακός γοργά απ’ το ξωκλήσι

Φτερά στα πόδια έβαλε μην τύχει και αργήσει

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2

Κι ο πρωτομάστορας φωνή τού βάλει και κατσάδα

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3

Στη στράτα που εδιάβαινε πουλάκια κελαηδούσαν

Ο Γιαννακός σταμάτησε θωρώντας τα και λέει

ΓΙΑΝΝΑΚΟΣ

Πουλάκια που θα φύγετε σε λίγο για τα ξένα

Αν τύχει κι ανταμώσετε τον πρωτομάστορά μου

Να μη λαλήσετε σιγά μα ούτε και θλιμμένα

Γιατί θα του μαυρίσετε τη δόλια τη ψυχή του

Μον’ θέλω να λαλήσετε χαρούμενα κι ωραία

Μήπως και το μαράζι του ξεχάσει μια για πάντα

Άσχημο πράμα η ξενιτιά, το ξέρω και το λέω

Έχω αδερφό στη Βενετιά κι άλλο ένα εις την Πόλη

Και γω ο πιο μικρότερος έμεινα στους γονείς μου

Δώδεκα χρόνους λείπουνε πώς ήταν δεν θυμούμαι

Τι να τους στείλω άραγε να τους ευχαριστήσω;

Μήλο αν στείλω σέπεται, τριαντάφυλλο μαδιέται

Σταφύλι ξερογιάζεται, κυδώνι μαραγκιάζει

Η μάνα μου τους έστειλε μαντήλι μουσκεμένο

Απ’ τα καυτά της δάκρυα απ’ το κρυφό μαράζι

Η ξενιτιά είναι κακό, το λέει και το τραγούδι

Την ξενιτιά, την ορφανιά, την πίκρα την αγάπη

Τα τέσσερα τα ζύγιασαν βαρύτερα είν’ τα ξένα

(Ο Γιαννακός αποχωρεί)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 4

Κι ενώ όλοι μαζεύονταν σιγά εις το γεφύρι

Η νια πρωτομαστόρισσα εβγήκε απ’ την αυλή της

Στον πρωτομάστορα να πει τι σκέφτεται κι εκείνη

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΙΣΣΑ

Άντρα μου, πρωτομάστορα, αυτό πρέπει να γίνει

Όσο κι αν φαίνεται σκληρό κι απάνθρωπο συνάμα

Τίποτε άλλο δεν βοηθά γεφύρι να στεριώσει

Παρά εμέ να χτίσουνε μες στα θεμέλιά του

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ

Γυναίκα μου τι σκέφτεσαι, τι λόγια ξεστομίζεις;

Κανείς δε θα πειράξει εσέ, ούτε θα σ’ ακουμπήσει.

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΙΣΣΑ

Αυτή ‘ναι η παράδοση, αυτό πάντα συμβαίνει

Λεν η πρωτομαστόρισσα πρέπει και να πεθάνει

Γι’ αυτό και ‘γω εφόρεσα τα ρούχα τα καλά μου

Και μια και δυο στη γέφυρα θα πάω για να πέσω

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ

Αν είναι κάποιος να ριχτεί απ’ το γεφύρι απάνω

Καλύτερα να είμ’ εγώ που έκανα το λάθος

Εσύ κάτσε στο σπίτι σου και μη ξανακίνησεις

Υπακοή στο λόγο μου δείξε και μείνε μέσα.

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΙΣΣΑ

Σε λίγο θα ‘ρθουν όλοι εδώ, θα δεις τι θα σου πούνε

Πως πρέπει στο γεφύρι αυτό εμένα να στοιχειώσεις

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ

Γυναίκα μου, ησύχασε και μπες στο σπιτικό σου

Η μάζωξη είναι των αντρών κι αυτοί θα αποφασίσουν

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 5

Σε λίγο εμαζεύτηκαν πολλοί εις το γεφύρι

Μαστόροι κι αρχιμάστορες, χτιστάδες και πετράδες

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 4

Κι άρχισε θόρυβος πολύς, αχός απ’ τις φωνές τους

Όλοι τους συζητούσανε τι έμελλε να γίνει

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 5

Μέχρι και τα τσιράκια τους είχαν κι εκείνα γνώμη

Ο θόρυβος απ’ τις φωνές ως το χωριό ακουγόταν

(Εμφανίζονται στην άκρη της σκηνής 3 γυναίκες)

ΓΥΝΑΙΚΑ 1

Αχός βαρύς ακούγεται φωνές πολλές ακούω

Για πόλεμο μη συζητούν, για μάχες μη μιλάνε;

ΓΥΝΑΙΚΑ 2

Για πόλεμο δε συζητούν, για μάχες δεν μιλάνε

Οι άντρες κάνουν μάζωξη απόφαση να πάρουν

Αν θα στοιχειώσουν άνθρωπο μέσα εις στο γεφύρι

ΓΥΝΑΙΚΑ 3

Την πήραν την απόφαση τη βγάλαν τη βουλή τους

Και την πρωτομαστόρισσα θα χτίσουν μέσα εκείθε

 

ΓΥΝΑΙΚΑ 1

Ω, Θε μου, πώς σκεφτήκανε να κάνουν τέτοιο πράμα

Και πού να πω τον πόνο μου σε ποιον να τον ξηγήσω;

Στ’ απάτητα ψηλά βουνά; Ψηλά είναι δε μ’ ακούνε

Στ’ αγέρωχα ψηλά δεντρά; Φυσά βοριάς τον παίρνει

ΓΥΝΑΙΚΑ 2

Φτωχή πρωτομαστόρισσα, άτυχη, αδικημένη

Τρεις αδερφάδες ήσασταν κι οι τρεις κακογραμμένες

Η μια έχτισε τον Δούναβη η άλλη τον Ευφράτη

Κι η τρίτη η ομορφότερη ετούτο το γεφύρι.

ΓΥΝΑΙΚΑ 3

Μα είναι κρίμα κι άδικο, παραλογιά μεγάλη

Να στέκουν τα παλιόδεντρα και τα σαρακιασμένα

Να πέφτουνε τα νιόδεντρα με τ’ άνθη φορτωμένα…

ΓΙΑΝΝΑΚΟΣ

Γυναίκες μη δακρύζετε και μη μοιρολογάτε

Τέτοια απόφαση εγώ δεν πρόκειται να αφήσω

ΓΥΝΑΙΚΑ 1

Και τι μπορείς, ρε Γιαννακό, να κάνεις για ν’ αλλάξει;

ΓΥΝΑΙΚΑ 2

Εσύ τσιράκι ήσουνα, τσιράκι θε να μείνεις

ΓΥΝΑΙΚΑ 3

Αν και μυαλό δε σου λειψε αυτή είναι η αλήθεια.

ΓΙΑΝΝΑΚΟΣ

Έννοια σας και παράγγειλα του μπαρμπα Ζιώγα να ρθει

Αυτόν μωρέ τον σέβονται μαστόρια και τσιράκια

Ό,τι κι αν πει θα κάνουνε ευθύς όλοι οι άνδρες

Και την πρωτομαστόρισσα το ξέρω θα την σώσει.

(Φεύγουν από τη σκηνή οι γυναίκες και ο Γιαννακός)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1

Και ήρθανε στη μάζωξη μαστόροι και τσιράκια

Να δουν τον πρωτομάστορα, τα λόγια του ν’ ακούσουν.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2

Δυο μέρες επρωτύτερα και λίγο πριν τη φέξη

Κι ενώ η γέφυρα γερή έδειχνε και στεκόταν

Το κουρασάνι σκόρπισε και πέσαν οι αρμοί του

(Το κουρασάνι ήταν το συνδετικό υλικό με το οποίο κολλούσαν οι πέτρες της γέφυρας. Αποτελείτο από τριμμένα κεραμίδια, ασβέστη, ελαφρόπετρες, νερό, χώμα. Πολλές φορές πρόσθεταν ασπράδια αυγών ή μαλλί ζώων.)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3

Οι πέτρες εγκρεμίστηκαν χυθήκαν στο ποτάμι

Κι ο κόπος τους τόσων μηνών επήγε στράφι όλος.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1

Οι μάστοροι φοβήθηκαν και κλαίγαν τα τσιράκια

Τι να συμβαίνει άραγε ποιος έκανε το λάθος;

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2

Όλοι τον πρωτομάστορα περίμεναν ν’ ακούσουν

 

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ

Ακούτε οι μαστόροι μου, ακούτε μαθητάδες

Εγώ ο πρωτομάστορας ο πρώτος από όλους

Βλέπω πως το γεφύρι αυτό δε θέλει να στεριώσει

Είναι η μοίρα φαίνεται που έχει άλλα στο νου της

Ή φταίω εγώ μονάχος μου που κάνω κάτι λάθος.

Γι’ αυτό σας φώναξα εδώ να δούμε τι θα γίνει

Εγώ πήρα απόφαση να φύγω για τα ξένα

Ορίστε άλλον καλύτερο, πιο γνωστικό από μένα

 ΜΑΣΤΡΟ ΓΙΩΡΓΗΣ

Τι ακούω μαστρο-Στέφανε; Τι λόγια ξεστομίζεις;

Εσύ ο πρωτομάστορας κιοτεύεις και λυγίζεις;

ΜΑΣΤΡΟ ΜΗΤΣΟΣ

Εσύ είσαι ο καλύτερος με διαφορά από όλους.

Ποιος σαν κι εσέ κατέχει το, γεφύρια να στεριώνει;

ΜΑΣΤΡΟ ΝΙΚΟΛΑΣ

Σκέψου το μαστρο-Στέφανε, σκέψου το πριν δειλιάσεις

Μάστορας σαν κι εσένανε δε βρέθηκε ακόμα

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ

Μαστρο Νικόλα οι άνθρωποι αλλάζουν με τα χρόνια

Τσιράκια που εγνώριζα γινήκανε μαστόροι

Και πιστικοί που ‘ταν φτωχοί γινήκαν τσελιγκάδες

Ο χρόνος φεύγει τρέχοντας και δε μας περιμένει

Να χτίσει το γεφύρι αυτό ορίστε κάποιον άλλο

Πιο νέο και πιο σίγουρο τις πέτρες να δαμάζει.

ΜΑΣΤΡΟ ΓΙΑΝΝΗΣ

Για μια στιγμή ακούστε με και κάτι δε μ’ αρέσει

Το ξέρω, είναι δύσκολο να χτίσουμε γεφύρι

Το ξέρω ο πρωτομάστορας σηκώνει πια τα χέρια

Αλλά σε χρόνια πιο παλιά, σε χρόνια αντρειωμένα

Κάτι άλλο αποφασίζανε κι ορίζανε να γίνει…

(Όλοι αρχίζουν και μουρμουρίζουν)

ΜΠΑΡΜΠΑ ΖΙΩΓΑΣ
(υπαρκτό πρόσωπο: ο πυρσογιαννίτης μάστορας Ζιώγας Φρόντζος που κατασκεύασε το γεφύρι της Κόνιτσας, το δεύτερο μεγαλύτερο μονότοξο γεφύρι στην Ήπειρο).

Να μην το ξαναπείς αυτό ποτέ σου Μαστρο-Γιάννη

Ογδόντα χρόνους έζησα ογδόντα καλοκαίρια

Φαίνεται στ’ άσπρα μου μαλλιά και στην κυρτή μου ράχη

Να ΄ξερες πόσες γέφυρες χτιστήκαν από μένα

Η γέφυρα της Κόνιτσας η χιλιοπαινεμένη

Που ‘χει καμπάνα στα πλευρά να σώζει τους διαβάτες

(το γεφύρι της Κόνιτσας, όπως και πολλά άλλα, είχε καμπάνα κάτω από την καμάρα του ώστε να προειδοποιεί τους διαβάτες όταν φυσούσε δυνατός άνεμος πως είναι επικίνδυνη η διέλευσή του)

Και του Μανώλη η γέφυρα στον ποταμό Αγραφιώτη

Με τα πετροχελίδονα που στέκουν από κάτω

Δε φτιάχνονται έτσι οι γέφυρες στοιχειώνοντας γυναίκες

Αυτά είναι θρύλοι ψεύτικοι, λόγια και παραδόσεις

ΜΑΣΤΡΟ ΝΙΚΟΛΑΣ

Ξέχασες, μπαρμπα-Ζιώγα μου, τι λένε οι διαβάτες

Γι’ αυτήν εδώ τη γέφυρα που είπες, του Μανώλη

Και την πρωτομαστόρισσα που κλαίει κάθε βράδυ

ΜΑΣΤΡΟ ΓΙΩΡΓΗΣ

Τα κλάματα και οι κραυγές μέχρι το χάνι φτάνουν

Την στοίχιωσαν λεν οι παλιοί χτίζοντας το γεφύρι

ΜΠΑΡΜΠΑ ΖΙΩΓΑΣ

Κανένας δεν την στοίχιωσε ήμουν εκεί και ξέρω

Βόηθησα με τα χέρια μου, πελέκησα τις πέτρες

Τ’ αυγά που εχαλάσαμε στο λέω δε μετριούνται

Στο χάνι ό,τι ακούγεται δεν είν’ ανθρώπου κλάμα

Είναι οι αγριόγατες που ορμούν στα χελιδόνια

Πράγματι το  γεφύρι του Μανώλη στον Αγραφιώτη ποταμό, ένα θαύμα λαϊκής αρχιτεκτονικής, ήταν γεμάτο από φωλιές πετροχελιδονιών. Το βράδυ στο διπλανό χάνι ακούγονταν κλάματα που η λαϊκή φαντασία έλεγε πως ήταν της πρωτομαστόρισσας. Ωστόσο ο λογοτέχνης Στέφανος Γρανίτσας εξήγησε το φαινόμενο γράφοντας πως πρόκειται για αγριόγατες που εφορμούν να πιάσουν και να φάνε τα πετροχελιδόνια.

ΜΑΣΤΡΟ ΜΗΤΣΟΣ

Κι αν είν’ του πρωτομάστορα η όμορφη γυναίκα;

Που λένε πως τη χτίσανε κάτω απ’ το γεφύρι;

ΜΠΑΡΜΠΑ ΖΙΩΓΑΣ

Δεν είν’ του πρωτομάστορα η όμορφη γυναίκα

Αυτή ποτέ δεν πέθανε όπως πιστεύουν κάποιοι

Αχ πότε θα ξυπνήσετε, ο κόσμος προχωράει

 

ΜΑΣΤΡΟ ΓΙΑΝΝΗΣ

Εμείς αυτά πιστεύουμε χρόνια και χρόνια τώρα

Το λέγαν οι παππούδες μας κι αυτών οι πατεράδες

Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο γιοφύρι δε στεριώνει

Και μη στοιχιώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη

Παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα

Που έρχεται αργά το αποταχύ και πάρωρα το γιόμα

ΜΑΣΤΡΟ ΝΙΚΟΛΑΣ, ΜΑΣΤΡΟ ΜΗΤΣΟΣ, ΜΑΣΤΡΟ ΓΙΩΡΓΗΣ

Αυτό πρέπει να κάνουμε, δεν είναι άλλος τρόπος.

ΜΠΑΡΜΠΑ ΖΙΩΓΑΣ

Τι λέτε, ωρέ μάστορες, τι λέτε βρε γερόντια

Που φάγατε τα νιάτα σας επάνω στα γεφύρια

Κι εσείς γεφύρια χτίζατε, που κάθε τόσο πέφταν

Όμως τα ξαναφτιάχνατε με ζήλο και μεράκι

Ξανά τις πέτρες βάζατε, ξανά το κουρασάνι

Ξανά ιδρώτα χύνατε και αίμα αν χρειαζόταν

Και τώρα που γεράσατε και πέρασαν τα χρόνια

Θέλετε να στοιχειώσετε μία φτωχή γυναίκα;

ΜΑΣΤΡΟ ΝΙΚΟΛΑΣ

Δίκιο βουνό μου φαίνεται πως έχει ο μπαρμπα-Ζιώγας.

ΜΑΣΤΡΟ ΓΙΩΡΓΗΣ

Στραβή ήταν η απόφαση, το κρίμα στο λαιμό μας

ΜΑΣΤΡΟ ΓΙΑΝΝΗΣ

Στραβή ήταν άλλη απόφαση, για δε το ομολογάτε;

Τον μαστρο Στέφανο κανείς δεν έπρεπε να ορίσει

να γίνει πρωτομάστορας χωρίς να το αξίζει.

Κι όσο για τη γυναίκα του ό,τι ήθελε θα πάθει.

Εμέν’ ας παντρευότανε τότε που τη ζητούσα

Ο κύρης της σε μένανε το λόγο του είχε δώσει.

Μα αυτή του φάγε τα μυαλά τον λόγο πήρε πίσω!

ΜΑΣΤΡΟ ΜΗΤΣΟΣ

Δεν έχει σχέση αυτό που λες διόλου με το γεφύρι!

ΜΑΣΤΡΟ ΓΙΑΝΝΗΣ

Το λόγο αν δεν σέβεσαι, γεφύρι πώς θα φτιάξεις;

ΜΑΣΤΡΟ ΝΙΚΟΛΑΣ

Κι εσύ βουνό το δίκιο σου, καλά τα λες ως τώρα.

ΜΑΣΤΡΟ ΓΙΩΡΓΗΣ

Μαστρο-Νικόλα, πρόσεχε, δίκιο βουνό σε όλους

Δε γίνεται να δίνουμε, σκέψου πριν να μιλήσεις.

ΜΠΑΡΜΠΑ ΖΙΩΓΑΣ

Πότε μωρέ θα βάλετε λίγο μυαλό στο νου σας;

Ο κόσμος πάει μόνο μπρος δεν πάει διόλου πίσω

Εδώ μέχρι και άμαξες κυλάνε από μόνες

Έχουνε λέει μηχανές, αλόγατα δεν έχουν

Κι εσείς πάτε να χτίσετε μέσα εις το γεφύρι

Γυναίκα που δεν έκανε ούτε παιδιά ακόμα;

ΜΑΣΤΡΟ ΜΗΤΣΟΣ

Δίκιο χεις μπαρμπα-Ζιώγα μου, καλά τα λέγεις τώρα

Μου φαίνεται βιαστήκαμε απόφαση να βρούμε

ΜΑΣΤΡΟ ΝΙΚΟΛΑΣ

Μα η γέφυρα του ποταμιού δε λέει να στεριώσει

Και πρέπει να τη φτιάξουμε προτού να χειμωνιάσει

ΜΑΣΤΡΟ ΓΙΩΡΓΗΣ (προς τον μπαρμπα-Ζιώγα)

Έχεις εσύ που σαι σοφός κάτι άλλο να προτείνεις;

ΜΠΑΡΜΠΑ ΖΙΩΓΑΣ

Επήγα εις τη γέφυρα τώρα που φύγατ’ όλοι

Το κουρασάνι είν’ γερό με μπόλικο ασβέστη

Ρίξαν μαλλί απ’ τα πρόβατα και τρίψαν κεραμίδια

Μαζί και αλαφρόπετρες τι άλλο πια να γίνει;

Σας λέω και ακούστε με η γέφυρα δεν πέφτει

ΜΑΣΤΡΟ ΓΙΑΝΝΗΣ

Έτσι μας είπες κι άλλοτε και είδες τι εγίνη

ΜΠΑΡΜΠΑ ΖΙΩΓΑΣ

Αν ξαναπέσει η γέφυρα εγώ πρώτος θα πάω

Κι ένα μοσχάρι σιτευτό θα φέρω για να σφάξω

ΜΑΣΤΡΟ-ΓΙΑΝΝΗΣ

Όχι μοσχάρι άνθρωπο η γέφυρα ζητάει

ΜΠΑΡΜΠΑ-ΖΙΩΓΑΣ

Και πού το ξέρεις, ωρέ συ, η γέφυρα τι θέλει;

ΜΑΣΤΡΟ-ΓΙΑΝΝΗΣ

Έτσι είναι πάντοτε σωστό να κάνουν στα γεφύρια

Όταν αυτά δε στέκονται και πέφτουν κάθε τόσο

ΜΠΑΡΜΠΑ ΖΙΩΓΑΣ

Αν πέσει πάλι η γέφυρα, που εγώ δεν το πιστεύω

Μάζωξη θε να κάνουμε, ξανά στον ίδιο τόπο

Κι αν όλοι συμφωνήσουνε κι ούτε ένας δεν τσινήσει

Άνθρωπο θα στοιχειώσουμε κάτω απ’ το γεφύρι.

Κάποιον που μόλις πέθανε και δεν ετάφη ακόμα

Αν όμως επιμένετε να θάψουμε από κάτω

Τη νια πρωτομαστόρισσα το κρίμα στο λαιμό σας

Εγώ δε θα μιλήσω πια, δε θα παρακαλέσω

Μα μέχρι τότε πάψετε, γκρίνιες να μην ακούσω

Η γέφυρα θα στέκει ορθή στο τέλος του Σεπτέμβρη

Άιντ’ όλοι εμπρός να φύγετε και πίσω στις δουλειές σας

(Όλοι οι μάστορες φεύγουν)

ΜΑΣΤΡΟ ΓΙΑΝΝΗΣ

Μαστρο-Μανώλη, δυο λεπτά, σε θέλω πριν να φύγεις

ΜΑΣΤΡΟ ΜΑΝΩΛΗΣ

Σ’ ακούω Μαστρο Γιάννη μου, τι θέλεις  να ζητήσεις;

ΜΑΣΤΡΟ ΓΙΑΝΝΗΣ

Θέλω το κάρο το καλό με τις γερές τις ρόδες

Και τις φοράδες τις τρανές τις καλοταϊσμένες

ΜΑΣΤΡΟ ΜΑΝΩΛΗΣ

Τώρα τις θέλεις, μάστορα, ή αύριο το γιόμα;

ΜΑΣΤΡΟ ΓΙΑΝΝΗΣ

Απόψε αργά, πολύ αργά που όλοι θα κοιμούνται

ΜΑΣΤΡΟ ΜΑΝΩΛΗΣ

Τι να το κάνεις πες το μου, το κάρο μαστρο-Γιάννη

Στα μαύρα τα μεσάνυχτα μέσ’ στο κακό σκοτάδι;

ΜΑΣΤΡΟ ΓΙΑΝΝΗΣ

Την ώρα που στο διάσελο φωτίζει το φεγγάρι

Κι η κουκουβάγια η χλωμή βγαίνει απ’ τη φωλιά της

Θα βάλω μες στην άμαξα δύο βαρέλια ξύδι

Και πάνω εις τη γέφυρα θα πάω να τα ρίξω.

ΜΑΣΤΡΟ ΜΑΝΩΛΗΣ

Μα αν κάνεις όπως σκέφτεσαι η γέφυρα θα λιώσει

Οι αρμοί της θα διαλυθούν και οι πέτρες θα γκρεμίσουν

ΜΑΣΤΡΟ ΓΙΑΝΝΗΣ

Και έτσι ο πρωτομάστορας θα φύγει μια για πάντα

Ή την πρωτομαστόρισσα θα θάψουν από κάτω

ΜΑΣΤΡΟ ΜΑΝΩΛΗΣ

Δεν είναι λόγια συνετά αυτά που ακούω τώρα

Εκδίκηση είν’ αυτό που θες και δε μ’ αρέσει διόλου

ΜΑΣΤΡΟ ΓΙΑΝΝΗΣ

Μα την πρωτομαστόρισσα εγώ θα παντρευόμουν

Με πρόδωσε μ’ αρνήθηκε, το λόγο πήρε πίσω

ΜΑΣΤΡΟ ΜΑΝΩΛΗΣ

Τέτοια συμβαίνουνε συχνά, στον κόσμο αυτό που ζούμε

Ξέχαστο μαστρο-Γιάννη μου, περάσαν τόσα χρόνια.

ΜΑΣΤΡΟ ΓΙΑΝΝΗΣ

Ο μαστρο-Γιάννης δεν ξεχνά κι αλί και τρισαλί του

Σε όποιον τον αρνήθηκε και δεν τον εφοβάται

Μαστρο-Μανώλη, πρόσεχε μη πεις καμιά κουβέντα

Απόψε αυτή η γέφυρα θα πάψει να υπάρχει

Και τότε πρωτομάστορα εσένανε θα κάμουν

Μετά τον μαστρο-Στέφανο εσύ έχεις αράδα

ΜΑΣΤΡΟ ΜΑΝΩΛΗΣ

Εμένα πρωτομάστορα; Αλήθεια μαστρο-Γιάννη;

ΜΑΣΤΡΟ ΓΙΑΝΝΗΣ

Αυτό πάντα επίστευα για σένα βρε Μανώλη

Σαράντα πέντε μάστορες όλους τους βάνεις κάτω.

ΜΑΣΤΡΟ ΜΑΝΩΛΗΣ

Πράγματι, μαστρο-Γιάννη μου, αλήθεια λέγεις τώρα

Εγώ είμ’ ο καλύτερος με διαφορά απ’ όλους

ΜΑΣΤΡΟ ΓΙΑΝΝΗΣ

Γι αυτό κλείσε το στόμα σου και βόηθα να πετύχω.

ΜΑΣΤΡΟ ΜΑΝΩΛΗΣ

Εγώ δεν ξέρω τίποτα, δεν άκουσα δεν είδα

Κάν’ ό,τι θες μα μόνος σου, βοήθεια μη ζητήσεις

Αφού το αποφάσισες, εγώ δε σ’ εμποδίζω.

(Ο μαστρο-Γιάννης και ο μαστρο-Μανώλης αποχωρούν. Εμφανίζεται ο Γιαννακός που τους παρακολουθούσε κρυμμένος)

ΓΙΑΝΝΑΚΟΣ

Απ’ την αρχή κατάλαβα πως κάτι άλλο θέλει

Ο μαστρο-Γιάννης που ζητά άνθρωπο να στοιχειώσει

Γι΄ αυτό και τους κρυφάκουσα πίσω απ’ αυτό το δέντρο

Και έμαθα τι σκέφτεται και τι έχει στο μυαλό του

Απόψε τα μεσάνυχτα και κάτω απ’ το φεγγάρι

Θα πάει εις τη γέφυρα και ξύδι θε να ρίξει

Ώστε το κουρασάνι της να λιώσει και να πέσει

Όμως εγώ θα είμαι κει το σχέδιο να χαλάσω

Και την πρωτομαστόρισσα να σώσω θα προκάμω

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 4

Την ώρα εκείνη της νυχτιάς που όλα ησυχάζουν

Που τα θεριά λουφάζουνε και τα δεντρά κοιμούνται

Ο Γιαννακός περίμενε στη γέφυρα απάνω

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 5

Και μόλις φτάνει στα κρυφά με δυο βαρέλια ξύδι

Ο μαστρο-Γιάννης θέλοντας τη γέφυρα να ρίξει

Επάνω του εχύνεται ο Γιαννακός σαν τράγος

Που απ’ το μαντρί του το ‘σκασε και στα βουνά ανεβαίνει

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 4

Ο μαστρο-Γιάννης τα ‘χασε, θολώνει το μυαλό του

Ζαλίζεται, παραπατά κι απ’ το γεφύρι πέφτει

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 5

Τον βρήκανε τ’ άλλο πρωί ανάμεσα στα βράχια

Οι βάτραχοι τον κλαίγανε και τον μοιρολογούσαν

Κι οι πέστροφες εγύρευαν  στεφάνι να του κάνουν

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 4

Σαν μάθαν όλοι τι έφτιαχνε και τι ‘χε στο μυαλό του

Το πτώμα του συμφώνησαν να χτίσουν στο γεφύρι.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 5

Του μαστρο-Γιάννη έγινε στο τέλος το χατήρι

Άνθρωπο εστοιχειώσανε στη γέφυρα από κάτω

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1

Και δε στοιχειώσανε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη

Παρά τον πιο χειρότερο τον πιο κακό απ’ όλους

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2

Τον μαστρο-Γιάννη που ‘θελε εκδίκηση να πάρει

Αλλά στο λάκκο έπεσε που έσκαβε ο ίδιος

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3

Περάσαν χρόνια αμέτρητα και σήμερα ακόμα

Η γέφυρα στέκει  γερή και την περνούν διαβάτες

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1

Το βράδυ μόνο σαν περνάς, τρέξε και μη γυρίσεις

Γιατί εκεί ακούγεται βαριά φωνή αντρίκια

Που λέει με παράπονο τα ίδια πάντα λόγια:

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2

Γιατί πρωτομαστόρισσα το λόγο πήρες πίσω;

Γιατί δε με αγάπησες όπως σε αγαπούσα;

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3

Αχ, μαστρο-Γιάννη, δύσμοιρε και κακοχρονισμένε,

Με βια η αγάπη δε βαστά, με ζόρι δε στεριώνει

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1

Θέλει η αγάπη φρόνηση, θέλει ταπεινοσύνη

Θέλει λαγού περπατησιά, αϊτού γληγοροσύνη

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2

Κορμιά να είναι λυγερά, μάτια να βγάζουν φλόγα

Κορίτσια σαν κρύα νερά, αγόρια κυπαρίσσια

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3

Μα πιο πολύ απ’ όλα αυτά θέλει και καλοσύνη

Θέλει να βάζεις την καρδιά πιο πάνω απ’ το συφέρον.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 4

Από γεφύρι άρχισε ετούτη η ιστορία

Και στην αγάπη έληξε που τόση δύναμη έχει

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 5

Κι όποιος ρωτάει αν ποτέ υπήρξε το γεφύρι

Να πούμε πως στη χώρα μας πολλά τέτοια γεφύρια…

…χτιστήκανε σε δύσκολους καιρούς σε άλλα χρόνια

Από μαστόρους ικανούς, χτιστάδες και πετράδες

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 4

Τον ίδρωτα και  το αίμα τους εχύσαν προσπαθώντας

Την πέτρα να δαμάσουνε τη φύση να υποτάξουν

Τ’ αδιάβατα ποτάμια τους στο τέλος να περάσουν.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 5

Έτσι είναι πάντα ο άνθρωπος δε σκύβει το κεφάλι

Δε σταματά σ’ εμπόδια τα σίδερα λυγάει

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 4

Αρκεί να έχει πάντοτε στο νου και στην καρδιά του

Αγάπη για το έργο του, πίστη και καλοσύνη

Αυτά τα τρία πάντοτε τον άνθρωπο βοηθήσαν

Κάστρα να φτιάχνει ειρηνικά, γεφύρια να στεριώνει

Ποτάμια σαν της άγνοιας, της έχθρας, της κακίας

Με πείσμα να τα προσπερνά με θάρρος να διαβαίνει

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 5

Μα όταν λείπουνε αυτά ο άνθρωπος βαλτώνει

Χωρίς την πίστη γέφυρες δε φτιάχνει δε στεριώνει

Χωρίς αγάπη στο έργο του οι πέτρες του γκρεμίζουν

Χωρίς την καλοσύνη του στις όχθες πάντα μένει

Και φταίχτες πάντα ψάχνει αλλού εκτός τον εαυτό του.

ΤΕΛΟΣ

Το θεατρικό αυτό γράφτηκε από τον Θωμά Μενεξέ τον Ιούνιο του 2014

Η ιδέα πως το ξύδι μπορεί να καταστρέψει ένα γεφύρι προήλθε από μια διήγηση που αναφέρεται στο Κομμένο γεφύρι του κάμπου της Κερπινής στην Αρκαδία. Σύμφωνα με αυτή τη διήγηση ένας Τούρκος αγάς για να εμποδίσει κλέφτες που μέσω της γέφυρας έκλεβαν το καλαμπόκι του κάμπου έδωσε διαταγή να ρίξουν σαράντα φορτώματα ξύδι ώστε να μαλακώσει το κουρασάνι και να καταστραφεί το γεφύρι. Η διήγηση αναφέρεται στο βιβλίο του Π. Σαραντάκη «Περί Πετρογέφυρων» και αντλήθηκε από την εργασία της Κ. Σπανοπούλου «Γεφύρια και ποτάμια: παραδόσεις και αφηγήσεις» που υπάρχει στο διαδίκτυο στο:

http://kpe-makrin.mag.sch.gr/smnrgefyr13/erg1213/GEF.%20RINER.pdf

Άλλες χρήσιμες πληροφορίες για την ολοκλήρωση του θεατρικού αντλήθηκαν από τις ιστοσελίδες:

http://ofisofi.blogspot.gr/2012/04/1.html

http://www.ntua.gr/MIRC/db/epirus_db/ARXITEKTONIKH/Gefuria.htm

http://www.about-ioannina.gr/Zagori_gr/the_bridges.htm

http://www.petrinagefiria.com/

http://repository.edulll.gr/edulll/retrieve/4047/1228.pdf

http://www.agrafiotis.gr/content/view/113/121/

 

 

 

 

Advertisements

3 Responses to ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ: (θεατρικό) αν δεν στοιχειώσετε άνθρωπο, γεφύρι δε στεριώνει…

  1. Παράθεμα: ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ: αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γεφύρι δε στεριώνει | όταν ήμουν δάσκαλος

  2. Ο/Η Γιάννα λέει:

    Συγχαρητήρια για ό,τι αναρτάτε εδώ και μοιράζεστε με όλους. Στο συγκεκριμένο θεατρικό » το γεφύρι «, θα ήθελα να πω ότι ο στίχος ´ αν δε στοιχείωσετε άνθρωπο γεφύρι δε στεριώνει ´ παραπέμπει στην αριστουργηματική κωμωδία του Καζαντζάκη ´ Καποδίστριας ´ .Απόσπασμά της έχω ανεβάσει στη σχολική εορτή της 25ης Μαρτίου, διασκευασμενο-απλοποιημενο από εμενα λογω της δυσκολίας της γλώσσας, το συστήσω ανεπιφύλακτα σε όλους τους συναδέλφους.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s