Σαν το αλάτι κι ακόμα παραπάνω

ΣΑΝ ΤΟ ΑΛΑΤΙ ΚΙ ΑΚΟΜΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ

(Μια διαφορετική εκδοχή της γνωστής ιστορίας)

Θεατρικό έργο για παιδιά

Πρόσωπα του έργου (12):

Βασιλιάς                                            Λύδια (κόρη του βασιλιά)

Αρχιμάγειρας                                    Μέγας Λογοθέτης

Μάγιστρος                                         Κουροπαλάτης

Πρωτοσπαθάριος                              Σακελλάριος

Βιβλιοθηκάριος                                Φρουρός – Αφηγητής 1

Φρουρός – Αφηγητής 2                   Φρουρός – Αφηγητής 3


Η υπόθεση του έργου:

Ο βασιλιάς θύμωσε με την κόρη του γιατί του είπε πως τον αγαπάει σαν το αλάτι και την έδιωξε από το παλάτι.
Έξι χρόνια αργότερα αποφασίζει να τη συγχωρέσει όχι όμως για το λόγο που νομίζει η κόρη του αλλά γιατί έχει κάτι άλλο στο μυαλό του…

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Άσπαρτο κι αφύτευτο στο σακί δεμένο, τι είναι;

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Το αλάτι.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Σε κήπο δε φυτεύεται, σε περιβόλι όχι, κι ο βασιλιάς το γεύεται κι όλος ο κόσμος τόχει, τι είναι;

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Το αλάτι ξανά.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Ο ήλιος το κάνει, ο ήλιος το θρέφει κι όταν σμίξει με τη μάνα του πεθαίνει, τι είναι.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Το αλάτι και πάλι. Ας πούμε και λίγες παροιμίες. Αλάτι πάει στην αλυκή και ξύλα πάει στο λόγγο.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Όποιος κατουράει στη θάλασσα, το βρίσκει στο αλάτι.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Αλήθεια, χωρίς ψέματα, φαΐ χωρίς αλάτι.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Κι ιστορία χωρίς αλάτι, άνοστη και βαρετή.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Γι’ αυτό την ιστορία που σήμερα θα πούμε, μ’ αλάτι μπόλικο θα τη διηγηθούμε.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Συνέβη κάποτε στα χρόνια τα παλιά, σε μια χώρα που είχε βασιλιά.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Την ξέρετε όλοι την ιστορία αυτή, μια βασιλοπούλα όμορφη πολύ…

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: …είπε στον μπαμπά της στο παλάτι, πως τον αγαπάει σαν το αλάτι.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Εκείνος θύμωσε κι οργίστηκε πολύ και την εξόρισε σε χώρα μακρινή.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Κι ύστερα διέταξε όλους στο παλάτι, να μαγειρεύουν πάντοτε χωρίς αλάτι.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Σ’ ολόκληρη τη χώρα του απ’ άκρη σ’ άκρη, το αλάτι εξαφανίστηκε ακόμα κι απ’ το δάκρυ.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Κι όποιος να βάλει αλάτι στο φαγητό τολμούσε, ο βασιλιάς ο ίδιος τον τιμωρούσε.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Χρόνια περάσαν, κοντεύουν έξι, κανείς δεν μπόρεσε τέτοιο κακό ν’ αντέξει.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Να μαγειρεύουν όλοι χωρίς αλάτι, απ’ τις καλύβες ως το παλάτι.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Η ιστορία μας αυτή δεν έγινε στ’ αλήθεια, στη φαντασία ανήκει, στα παραμύθια.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Μα θυμηθείτε, τα παραμύθια κάνουνε καλό, διδάσκουν στα παιδιά ποιο είναι το σωστό.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Και πως στον κόσμο αυτό σαν το αλάτι, αξία έχει και παραπάνω μόνο η αγάπη.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Ας δούμε τώρα τι τρέχει στο παλάτι, και τι τραβάν οι άνθρωποι χωρίς αλάτι.

ΦΡΟΥΡΟΣ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Δυο ανθρώπους βλέπω, συνομιλούνε, την ιστορία αυτή θα μας την πούνε.

ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Δεν μπορώ άλλο, βιβλιοθηκάριε. Αυτό δεν είναι επάγγελμα. Είναι μαρτύριο! Ακούς εκεί, να είσαι μάγειρας και να μην μπορείς να χρησιμοποιήσεις αλάτι! Πού ξανακούστηκε αυτό; Όχι, πες μου, πού ξανακούστηκε;

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Πουθενά. Έχεις όλα τα δίκια του κόσμου.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Εγώ φταίω που βρέθηκε αυτή η ανάποδη κόρη του βασιλιά και του είπε πως τον αγαπάει σαν το αλάτι;

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Όχι, βέβαια.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Ναι, αλλά εγώ τραβάω το ζόρι. Πώς να φτιάξω νόστιμα φαγητά χωρίς αλάτι; Όλοι γκρινιάζουν πως ο προηγούμενος μάγειρας μαγείρευε τάχα καλύτερα. Αλλά πες μου, σε παρακαλώ, γιατί έφυγε τότε απ’ το παλάτι;

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Αν θυμάμαι καλά, γιατί δεν μπορούσε να μαγειρεύει χωρίς αλάτι.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Ακριβώς. Την κοπάνησε ο κύριος κι ύστερα έφεραν εμένα να βγάλω τα κάστανα απ’ τη φωτιά. Κατάλαβες αδικία;

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Κατάλαβα. Αλήθεια, εσύ, πώς τα καταφέρνεις και μαγειρεύεις χωρίς αλάτι;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Ένας θεός ξέρει τι σκαρφίζομαι. Πότε βάζω μπόλικο λεμόνι, πότε μπόλικο ξύδι, κάτι τέλος πάντων να ξεγελαστεί ο ουρανίσκος να μην καταλάβει την έλλειψη του αλατιού.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Και αρκεί αυτό;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Έχω κι άλλες τεχνικές. Για παράδειγμα στη σάλτσα ρίχνω μέσα και λίγο αλεσμένο ψάρι, καμιά σαρδέλα, κανένα σκουμπρί, νόστιμα, λιπαρά ψάρια. Εννοείται, τα ρίχνω χωρίς να τα πλύνω πρώτα για να μείνει όσο γίνεται περισσότερο αλάτι.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Και δε σε καταλαβαίνουν;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Ρίχνω τόσο λίγο που κανείς δεν παίρνει χαμπάρι. Γιατί αν με καταλάβουν, αλίμονό μου. Ξέρεις πόσο αυστηρή είναι η νομοθεσία; Μέχρι και το θαλασσινό νερό απαγορεύουν στους πολίτες.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Το ξέρω, πώς δεν το ξέρω, για μια στάμνα θαλασσινό νερό έφαγα 15 ξυλιές στην πλάτη.

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Ε, αφού ξέρουν πως όποιος μαζεύει θαλασσινό νερό, το κάνει για να εξοικονομήσει το αλάτι του. Ξέρεις τι σκέφτονται μερικοί; Μαζεύουν τον ιδρώτα τους και τον ιδρώτα των παιδιών τους που έχει αλάτι!

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Ωραία ιδέα! Πώς δεν το είχα σκεφτεί;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Μόνο που τον τελευταίο καιρό το αλάτι έχει εξαφανιστεί ακόμη κι απ’ τον ιδρώτα.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Κρίμα. Δε μου λες πώς αντέχεις; Γιατί δεν παραιτείσαι από την κουζίνα;

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Ούτε εγώ ξέρω γιατί δεν παραιτούμαι. Τώρα που είπες κουζίνα, θυμήθηκα πως έχω να ετοιμάσω μια σάλτσα αντσούγιας για τον βασιλιά. Γεια σου, βιβλιοθηκάριε, θα τα πούμε το απόγευμα.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ: Γεια σου Αρχιμάγειρα. Κι εγώ έχω να τακτοποιήσω τη βιβλιοθήκη μου.

(Ο βιβλιοθηκάριος φεύγει)

ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ: Έλα ντε, γιατί δεν παραιτούμαι; Μωρέ θα το είχα ήδη κάνει, αλλά δεν μπορώ να ζήσω χωρίς να εργάζομαι στην κουζίνα μου. Είναι η γυναίκα μου, η οικογένειά μου, τα πάντα. Ναι, αυτή είναι η αλήθεια, δεν έχω παντρευτεί ποτέ και ούτε πρόκειται να παντρευτώ, η κουζίνα είναι για μένα η γυναίκα μου. Αν την αποχωριστώ, θα πεθάνω. Η αγάπη μου για την κουζίνα και το μαγείρεμα με κρατάει εδώ στο παλάτι, τίποτε άλλο, ούτε τα λεφτά ούτε τα αξιώματα.

(τέλος πρώτης σκηνής)

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΕΔΩ

Posted in Χωρίς κατηγορία | Γράψτε ένα σχόλιο

Ένας χαμογελαστός άνθρωπος

Ένας χαμογελαστός άνθρωπος

 

Το μαγαζί της κυρα-Σοφίας ήταν χρόνια κλειστό. Από τότε που πέθανε ο συγχωρεμένος ο άντρας της, ο μαραγκός, κανείς δεν είχε ενδιαφερθεί να το νοικιάσει. Μόνο μια φορά ο Απόστολος, ο ανηψιός της κυρα-Γιώργαινας, είχε τολμήσει να το ζητήσει για κρεοπωλείο, μα μόλις άκουσε την τιμή, σταυροκοπήθηκε τρεις φορές κι έφυγε γρήγορα χωρίς να τολμήσει ούτε παζάρια να κάνει. Όχι πως νοιαζόταν και πολύ η κυρα-Σοφία. Τα παιδιά της ήταν φτασμένοι έμποροι στην πρωτεύουσα, η ίδια είχε τον μπαξέ της, τις κότες της, τα γουρουνάκια της, κανέναν δεν είχε ανάγκη. Γιατί να βάλει κάποιον στο μαγαζί, να τον κάνει νοικοκύρη και να τον παρακαλάει κάθε πρώτη του μηνός να της δώσει το νοίκι; Μήπως η γειτόνισσά της, η Μαριγώ, που νοίκιαζε χρόνια στην πλατεία το δικό της μαγαζί είχε δει προκοπή; Όλο στο “περίμενε, θα δούμε αύριο” την είχε ο νοικάρης της.

Όμως ο χαμογελαστός νέος άντρας, που εμφανίστηκε μια Κυριακή πρωί, μετά την εκκλησία, και της ζήτησε το μαγαζί ήταν ευγενικός, είχε τρόπους, δεν γκρίνιαξε καθόλου μόλις άκουσε την τιμή κι όχι μόνο αυτό μα της έδωσε και δυο νοίκια μπροστά. Τις επιδιορθώσεις υποσχέθηκε να τις κάνει μόνος του, έπιαναν τα χέρια του, δεν ήθελε βοήθεια από κανέναν, ούτε φυσικά είχε σκοπό να επιβαρύνει χήρα γυναίκα με τόσα προβλήματα.

Έτσι νοικιάστηκε, μετά από χρόνια, το μαγαζί της κυρα-Σοφίας. Ο χαμογελαστός άντρας έπιασε δουλειά την ίδια μέρα. Φαινόταν πολύ προκομένος, καθάρισε και πέταξε τα παλιά ξύλα, τα καδρόνια και ό,τι άλλο υπήρχε απ’ την εποχή του συγχωρεμένου του μαραγκού και μέσα σε μια ώρα έβαλε μπρος να βάφει. Το νέο διαδόθηκε γρήγορα, από στόμα σε στόμα, σ’ όλο το χωριό. Κόσμος πολύς μαζεύτηκε έξω απ’ την πόρτα του μαγαζιού. Τέτοιο σημαντικό γεγονός είχε να συμβεί από τότε που έχασε μια κατσίκα ο μπαρμπα-Θόδωρος και ξεχύθηκαν όλοι σε βουνά και λαγκάδια να την ψάχνουν. Δεν ήταν λίγες οι απορίες του κόσμου. Ποιος ήταν ο χαμογελαστός άντρας, από πού είχε έρθει, τι μαγαζί είχε σκοπό ν’ ανοίξει; Το χωριό τους ήταν μικρό. Λίγα μαγαζιά είχαν καταφέρει να στεριώσουν. Αν κάποιος είχε μεγάλη ανάγκη ν’ αγοράσει κάτι, πήγαινε στην πρωτεύουσα, δεν ήταν μακριά, τρεις ώρες δρόμος με τ’ αυτοκίνητο. Μόνο ένας τρελός θα σκεφτόταν ν’ ανοίξει μαγαζί εδώ στην άκρη του κόσμου.

Τα κάστανα απ’ τη φωτιά ανέλαβε να βγάλει ο Δημητρός, ο δάσκαλος του χωριού, που ήξερε να μιλάει ωραία κι είχε θάρρος. Στάθηκε στην πόρτα του μαγαζιού κι οι υπόλοιποι έστησαν αυτί από πίσω του.

Ολόκληρο το διήγημα μπορείτε να το διαβάσετε εδώ

Posted in Χωρίς κατηγορία | Γράψτε ένα σχόλιο

Ο ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ

Ο ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ
χιουμοριστικό νοσταλγικό θεατρικό
για το τέλος της χρονιάς

 

Ο ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ

Θεατρικό έργο για παιδιά του Δημοτικού και των πρώτων τάξεων του Γυμνασίου

Τα πρόσωπα:

Μεγάλοι:

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ

ΚΥΡΙΑ ΑΜΑΛΙΑ (η δασκάλα της τάξης)

ΤΡΟΜΑΡΑΣ (ο πιο αυστηρός δάσκαλος του σχολείου)

Οι μαθητές:

ΑΝΤΙΓΟΝΗ                                       ΜΑΡΚΟΣ

ΕΛΠΙΔΑ                                             ΑΛΕΞΗΣ

ΜΑΡΙΑΝΘΗ                                      ΑΝΔΡΕΑΣ

ΕΛΣΑ                                                 ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

ΜΑΓΔΑ                                              ΘΑΝΑΣΗΣ

ΕΛΕΝΗ

ΓΕΩΡΓΙΑ

Η υπόθεση του έργου:

Το έργο εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς 1968-69. Ένα παιδί λερώνει κατά λάθος με πορτοκαλάδα τον κατάλογο της κυρίας Αμαλίας. Όμως γι’ αυτή τη ζημιά κατηγορείται άδικα μια άλλη μαθήτρια, η Αντιγόνη. Μάλιστα ο Διευθυντής απειλεί ότι θα την αποβάλει απ’ το σχολείο. Μια συμμαθήτρια της Αντιγόνης θα προσπαθήσει να τη βοηθήσει. Όμως τα πράγματα εξελίσσονται κάπως διαφορετικά…


ΣΚΗΝΗ 1η

(Όλο το έργο εκτυλίσσεται σε μια σχολική τάξη της δεκαετίας του ’60. Έτσι το σκηνικό αποτελείται από θρανία, πίνακα, την έδρα της δασκάλας και οτιδήποτε εποπτικό υλικό ταιριάζει με εκείνη την εποχή. Οι μαθητές και οι μαθήτριες είναι φυσικά ντυμένοι με ποδιές)

(Στην πρώτη σκηνή εμφανίζονται τα αγόρια, τα οποία συνομιλούν για το επικείμενο τέλος της σχολικής χρονιάς)

ΑΛΕΞΗΣ: Άντε, λίγες μέρες έμειναν ακόμα. Πάει κι αυτή η σχολική χρονιά. Τέρμα τα βάσανα.

ΑΝΔΡΕΑΣ: Πώς περνάει όμως ο καιρός! Πότε ήταν Σεπτέμβριος, πότε έφτασε ο Ιούνιος, δεν κατάλαβα τίποτα.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Γιατί, κατάλαβες πώς πέρασαν τόσα χρόνια στο σχολείο;

ΘΑΝΑΣΗΣ: Έχεις δίκιο! Φτάσαμε πια στα 1969 και είμαστε έτοιμοι να πάμε στο Γυμνάσιο. Δεν μπορώ να το πιστέψω.

ΜΑΡΚΟΣ: Ελπίζω μόνο να μη δέρνουν στο Γυμνάσιο. Γιατί άμα κι εκεί οι καθηγητές βαράνε καρπαζιές σαν τον Τρομάρα τότε…καήκαμε…

ΑΝΔΡΕΑΣ: Λέτε να φτάσει μια εποχή που θα καταργηθεί το ξύλο στα σχολεία;

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Μπα, μην το σκέφτεσαι. Αυτό δεν πρόκειται να γίνει ούτε το 2015.

ΑΛΕΞΗΣ: Να δεις που θα γίνει! Είμαι σίγουρος. Μέχρι το 2015 όλα τα κακά του πλανήτη μας θα έχουν σταματήσει: πόλεμοι, αδικία, φτώχεια και φυσικά το ξύλο στα σχολεία!

ΑΝΔΡΕΑΣ: Πώς είσαι τόσο βέβαιος γι’ αυτό;

ΑΛΕΞΗΣ: Μα ο κόσμος προοδεύει. Δεν το καταλάβατε ακόμα; Εδώ, σε λίγο θα πατήσουμε στο φεγγάρι! Τίποτε δε μένει ίδιο. Όλα αλλάζουν.

ΑΝΔΡΕΑΣ: Κι άμα αλλάξουν προς το χειρότερο;

ΑΛΕΞΗΣ: Καλύτερα θα γίνουν τα πράγματα, όχι χειρότερα.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Λέτε να έχουμε και δημοκρατία;

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Σσσσσσ!!!!! Σταμάτα! Μη μιλάς! Θα σ’ ακούσει κανείς!

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Ποιος να μ’ ακούσει, ρε παιδιά;

ΘΑΝΑΣΗΣ: Παναγιώτη, ξέρεις τι λέει ο πατέρας μου; Ότι και οι τοίχοι έχουν αυτιά!

ΑΛΕΞΗΣ: Ε, ναι λοιπόν! Και δημοκρατία θα έχουμε στα σχολεία! Φοβάστε να το πείτε;

ΜΑΡΚΟΣ: Τι εννοείς δημοκρατία στο σχολείο; Να διαλέγουμε εμείς τους δασκάλους και τους καθηγητές;

ΑΛΕΞΗΣ: Γιατί όχι; Δεν είμαστε ικανοί να αντιληφθούμε ποιος δάσκαλος είναι σωστός και ποιος άχρηστος;

ΜΑΡΚΟΣ:  Ωραία ιδέα. Έλα εδώ κύριε Τρομάρα, τι σ’ αρέσει; να βαράς τα παιδιά;

Εντωμεταξύ μπαίνει στη σκηνή ο κύριος Τρομάρας. Οι υπόλοιποι μαθητές τον βλέπουν και υποχωρούν. Όμως ο Μάρκος  δεν τον έχει αντιληφτεί και συνεχίζει.

ΜΑΡΚΟΣ: Ξέρεις, κύριε Τρομάρα, έχουμε δημοκρατία στο σχολείο. Και στις εκλογές που έγιναν ανακηρύχτηκες ο χειρότερος δάσκαλος. Λυπάμαι πολύ, πρέπει να φύγεις. (Ο Τρομάρας έχει φτάσει πίσω του και κουνάει το κεφάλι του – Ο Μάρκος όμως συνεχίζει) Α, μη το ξεχάσω, και φεύγοντας, μάζεψε αυτά τα σκουπίδια απ’ το πάτωμα. Άντε παιδί μου, τι στέκεσαι; Γρήγορα, δεν καταλαβαίνεις ελληνικά; Τι θέλεις; να σου ρίξω καμιά σφαλιάρα, σαν αυτές που μας έριχνες εσύ τόσα χρόνια;

(Ο Τρομάρας του χτυπάει την πλάτη)

ΤΡΟΜΑΡΑΣ: Τι συμβαίνει Γεωργιάδη;

ΜΑΡΚΟΣ: (Γυρίζει και αντικρίζει μπροστά του τον Τρομάρα) Ε, κύριε Τρομάρα, εγώ, δηλαδή…δεν εννοούσα …

ΤΡΟΜΑΡΑΣ: Ξέρω τι εννοούσες. Κατάλαβα πολύ καλά, δεν είμαι βλάκας.

ΜΑΡΚΟΣ: Όχι, κύριε Τρομάρα, συγγνώμη, άλλο ήθελα να πω.

ΤΡΟΜΑΡΑΣ: Γεωργιάδη, βάλε μυαλό γιατί δεν θα τα πάμε καλά…Λοιπόν, λέγε, τι προτιμάς. Να σε μελανιάσω στο ξύλο ή να γράψεις 100 φορές «είμαι ένας γάιδαρος και δε θα κοροϊδέψω ξανά τον κύριο Τρομάρα»;

ΜΑΡΚΟΣ: Προτιμώ κύριε Τρομάρα την τιμωρία. Θα γράψω 100 φορές αυτό που είπατε.

ΤΡΟΜΑΡΑΣ: Τι θα γράψεις δηλαδή;

ΜΑΡΚΟΣ: (τα έχει χάσει) Εεεε, «δε θα κοροϊδέψω ξανά τον κύριο Τρομάρα …»

ΤΡΟΜΑΡΑΣ: Και κάτι άλλο θα γράψεις Γεωργιάδη: «είμαι γάιδαρος».

ΜΑΡΚΟΣ: Εεεε, ναι κύριε Τρομάρα, είστε γάιδαρος …

ΤΡΟΜΑΡΑΣ: Τι είπες ρε παλιόπαιδο, θα σε σκοτώσω!! Κρατάτε με!

ΜΑΡΚΟΣ: Όχι, κύριε Τρομάρα δεν ήθελα να πω αυτό που είπα. Συγγνώμη, μπερδεύτηκα.

ΤΡΟΜΑΡΑΣ: Λοιπόν η τιμωρία σου έγινε 200 φορές. Και μην τολμήσεις να κάνεις έστω κι ένα λάθος. Κατάλαβες; Θα σε μάθω εγώ να κάνεις τον έξυπνο. Αφού δεν μπορεί να σε στρώσει η κυρία σου, θα σε στρώσω εγώ! (Γυρίζοντας προς τους υπόλοιπους) Κι ακούστε, εσείς. Κάτι πήρε το αυτί μου για δημοκρατία. Μη ξανακούσω τέτοια λέξη. Εδώ είμαστε σοβαρό σχολείο. Το καταλάβατε; Άντε δρόμο τώρα. Διάλειμμα είναι, έπρεπε να είστε όλοι έξω. (Φεύγουν όλοι – Μένει ο Τρομάρας μόνος του) Αμάν πια αυτά τα παλιόπαιδα της σημερινής εποχής. Μόνο από ξύλο καταλαβαίνουν. Δεν παίρνουν από λόγια… (Κουνάει το κεφάλι του) Χάλασε η σημερινή νεολαία. Δεν είναι σαν κι εμάς. (Αποχωρεί μονολογώντας) Βρε καλά κάνω εγώ και τα δέρνω τα παλιόπαιδα, καλά κάνω και τα δέρνω!

Ολόκληρο το έργο μπορείτε να το διαβάσετε εδώ


Posted in Χωρίς κατηγορία | Γράψτε ένα σχόλιο

Μια ανάποδη μέρα

Διήγημα για την υγιεινή διατροφή:

ΜΙΑ ΑΝΑΠΟΔΗ ΜΕΡΑ

 

Τη Δευτέρα το πρωί ξύπνησα στην ώρα μου, αλλά δε σηκώθηκα αμέσως για να μη φωνάζει η μητέρα μου. Έκανα για δέκα λεπτά τον κοιμισμένο κι ύστερα πετάχτηκα απ’ το κρεβάτι και πήγα στην τουαλέτα. Φυσικά δεν πλύθηκα, έριξα από μια σταγόνα νερό σε κάθε μάτι κι ύστερα, άπλυτος κι αχτένιστος κάθισα στο τραπέζι να φάω το πρωινό μου, φρέσκα γαριδάκια κατευθείαν απ’ το σακουλάκι. Μόλις είδα τη μητέρα μου έκανα το λάθος να της πω καλημέρα. Μου ξέφυγε, δεν το ήθελα, κι αυτή άρχισε να φωνάζει πως δεν έχω τρόπους και επιτέλους θα έπρεπε κάποτε να γίνω σαν την αδελφή μου που το πρωί δε μιλάει σε κανέναν και σκουντάει όποιον βρει στο δρόμο της.

“Με συγχωρείς”, είπα. “Δε θα το ξανακάνω. Έχει κάτι άλλο να φάω εκτός από γαριδάκια;”

“Έχει δυο κομμάτια πίτσα στο ψυγείο. Θέλεις να σου τα ζεστάνω;”

Στο άκουσμα της πίτσας ένιωσα το στομάχι μου να ανακατεύεται.

“Μήπως υπάρχει καθόλου γάλα;”

Το βλέμμα της αγρίεψε.

“Ξέρεις πολύ καλά πως δεν κάνει να πίνεις γάλα κάθε μέρα. Είναι υγιεινό κι όλα τα παιδιά πρέπει να αποφεύγουν τις υγιεινές τροφές. Να σου βάλω να φας μια πάστα;”

“Δε θέλω πάστα”, είπα γκρινιάζοντας. “Θέλω γάλα”.

“Ααα! Μη με νευριάζεις. Όλοι οι συμμαθητές σου έχουν χαλασμένα δόντια. Μόνο τα δικά σου είναι γερά. Ξέρεις γιατί; Γιατί δεν τρως καθόλου καραμέλες και ζαχαρωτά”.

“Δε μ’ αρέσουν οι καραμέλες και τα ζαχαρωτά”.

“Να μάθεις να σ’ αρέσουν!” είπε θυμωμένη κι ύστερα με κοίταξε καχύποπτα. “Δε μου λες, έπλυνες τα δόντια σου;”

Δεν απάντησα. Μόνο χαμήλωσα το βλέμμα μου κι έβαλα ένα γαριδάκι στο στόμα. Η μητέρα μου σηκώθηκε εκνευρισμένη.

“Δε σου ’χω πει να μην πλένεις τα δόντια σου; Τι θέλεις επιτέλους; Να με τρελάνεις; Πότε θα γίνεις σαν τα υπόλοιπα φυσιολογικά παιδιά;”

Είχε δίκιο, αλλά αυτή η καινούρια οδοντόκρεμα ήταν τόσο νόστιμη που δεν μπορούσα ν’ αντισταθώ στη γεύση της. Έκανα μια κίνηση να σηκωθώ.

“Περίμενε λίγο”, είπε η μητέρα μου. “Μη πας πάλι στην ώρα σου στο σχολείο και φωνάζει η δασκάλα”.

Σε λίγο μπήκε στην κουζίνα ο πατέρας μου.

“Μη φοβάσαι, θα τον πάρω μαζί μου”, είπε. “Θα κάνουμε πρώτα μια στάση στη θεία Αγγέλα κι έτσι θ’ αργήσει σίγουρα στο σχολείο”.

Σηκώθηκα γιατί δεν άντεχα να φάω άλλα γαριδάκια και πήγα στο δωμάτιο να ετοιμάσω την τσάντα μου. Δεν έβαλα μέσα όλα τα βιβλία, μη νομίσει η δασκάλα πως είμαι επιμελής κι έτρεξα στο αυτοκίνητο του πατέρα μου. Κάθισα στο μπροστινό κάθισμα, χωρίς ζώνη ασφαλείας και κόλλησα το πρόσωπό μου στο μπροστινό τζάμι για να βλέπω καλύτερα. Η διαδρομή ήταν υπέροχη. Ο πατέρας μου έκανε όσες παραβάσεις μπορούσε. Πέρασε τρία κόκκινα, έκανε δύο επικίνδυνες προσπεράσεις και κόντεψε να πατήσει ένα πεζό που περνούσε από διάβαση. Φτάσαμε στο σχολείο με μεγάλη καθυστέρηση. Πετάχτηκα έξω απ’ τη μεριά του δρόμου, χωρίς να ελέγξω αν έρχεται αυτοκίνητο, χαιρέτισα τον πατέρα μου -ευτυχώς αυτός δε φωνάζει όταν τον χαιρετάω- κι έτρεξα για το σχολείο.

“Κάτι ξέχασες”, με μάλωσε. “Δε θα βγάλεις το πανωφόρι σου;”

“Μα κάνει κρύο”.

“Αν θέλεις ν’ αρρωστήσεις πρέπει να πηγαίνεις στο σχολείο χωρίς πανωφόρι”.

Έβγαλα δυσαρεστημένος το πανωφόρι και το άφησα στο πίσω κάθισμα. Ο πατέρας μου πάτησε γκάζι και ξεκίνησε βιαστικά χωρίς να δώσει σημασία σε ένα αυτοκίνητο που ερχόταν απ’ την αντίθετη κατεύθυνση. Ευτυχώς ο άλλος οδηγός φρέναρε απότομα κι έτσι δεν έγινε σύγκρουση.

Μπήκα γρήγορα στο σχολείο, τρέμοντας απ’ το κρύο. Η κυρία είχε πάλι τα νεύρα της γιατί κάποιοι μαθητές είχαν διαβάσει το μάθημα κι είχαν κάνει όλες τις ασκήσεις. Μας είπε πως αν θέλουμε κάποτε να πουλάμε χαρτομάντιλα στο δρόμο, θα πρέπει να σταματήσουμε να διαβάζουμε στο σπίτι και για να μας κάνει να την πιστέψουμε άρχισε να διηγείται μια θλιβερή ιστορία για ένα παλιό της μαθητή, ο οποίος ήταν μελετηρός κι έκανε πάντα τις ασκήσεις του βιβλίου κι όταν μεγάλωσε κατάντησε να γίνει δικηγόρος κι ένας άλλος ακόμα χειρότερος που έλυνε όλα τα προβλήματα και σήκωνε πάντα το χέρι του να πει μάθημα, πήρε το στραβό δρόμο κι έγινε γιατρός.

Στενάχωρες οι ιστορίες της, μας μαύρισαν την ψυχή, ευτυχώς την επόμενη ώρα είχαμε γυμναστική και ξεχαστήκαμε. Η γυμνάστρια ενθουσιάστηκε μαζί μας, γιατί προσπαθούσαμε μισή ώρα να κάνουμε γραμμές χωρίς αποτέλεσμα. Ύστερα μας έβαλε να τρέξουμε δυο φορές το γύρο του γηπέδου. Λίγοι μόνο τα κατάφεραν, οι περισσότεροι έμειναν στο δρόμο, έτσι υπέρβαροι και δυσκίνητοι που είναι πώς να τα καταφέρουν; Ανάμεσα στους λίγους που τερμάτισαν ήμουν κι εγώ, ντρέπομαι που το λέω, στεναχώρησα τη γυμνάστρια, αλλά της υποσχέθηκα πως δε θα το ξανακάνω. Η γυμνάστρια μάς έδειξε το Στέφανο που είχε πέσει στα γόνατα και προσπαθούσε απελπισμένος να ανασάνει και μας είπε πως πρέπει να του μοιάσουμε αν θέλουμε να έχουμε χαμηλούς βαθμούς στη Γυμναστική.

Την τρίτη ώρα είχαμε Μουσική. Τραγούδησαμε όλοι τόσο παράφωνα που η κυρία δάκρυσε από συγκίνηση. Την ώρα των Μαθηματικών σηκώθηκα στον πίνακα να λύσω ένα πρόβλημα κι ευτυχώς είπα ψέματα πως δεν μπορούσα να το λύσω, όμως στη Γεωγραφία τα έκανα κυριολεκτικά μούσκεμα. Προσπάθησα να εξηγήσω στην κυρία πως δεν είχα διαβάσει τις χώρες της ευρωπαϊκής ένωσης, απλώς τις ήξερα απ’ έξω. Δε με πίστεψε. Άρχισε μάλιστα να με κατηγορεί πως ήμουν ο πιο επιμελής μαθητής της τάξης και ο πιο συνεπής στις υποχρεώσεις του. Βαριά κουβέντα. Κοκκίνισα ολόκληρος. Οι συμμαθητές μου με κοίταξαν με συμπονετικό ύφος. Τι ανάποδη μέρα, Θεέ μου! Καλύτερα να μην είχε ξημερώσει ποτέ!

Το μεσημέρι η μητέρα μου μαγείρεψε μπιφτέκια με τηγανητές πατάτες.

“Πάλι τηγανητές πατάτες;” είπα με παράπονο. “Γιατί δεν κάνεις πια σπανακόρυζο;”

“Το σπανακόρυζο είναι υγιεινό φαγητό. Δεν πρέπει να το τρως κάθε μέρα. Συνεννοηθήκαμε;”

Δεν είχα κουράγιο ν’ αντιμιλήσω. Έφαγα βιαστικά και κλείστηκα στο δωμάτιο να παίξω υποτίθεται με το ηλεκτρονικό μου όμως προτίμησα ν’ ανοίξω κρυφά ένα λογοτεχνικό βιβλίο. Αλίμονό μου αν μ’ έπιανε η μητέρα μου. Τα λογοτεχνικά βιβλία απαγορεύονται στο σπίτι μας, όμως καμιά φορά αξίζει τον κόπο να διακινδυνεύεις κάνοντας πράγματα που σ’ αρέσουν. Το απόγευμα κάθισα να δω στην τηλεόραση “Κλωνοποιημένοι αστρομαχητές”, ένα διασκεδαστικό πρόγραμμα με εξωγήινους που σκοτώνουν τους εχθρούς τους και τους κόβουν κομματάκια. Δεν άντεξα πολλή ώρα κι άλλαξα κανάλι να δω ένα ντοκιμαντέρ για τις φώκιες. Όμως η μέρα ήταν ανάποδη και σε μια ανάποδη μέρα συμβαίνουν όλα τα στραβά. Έτυχε να μπει στο δωμάτιο η μητέρα μου και μόλις με είδε άρχισε να φωνάζει πως πρέπει να απαγορευτούν κάτι τέτοιες εκπομπές που σκοπό έχουν να μορφώσουν και να ψυχαγωγήσουν τα παιδιά.

Κάπου διάβασα, δεν ξέρω αν είναι αλήθεια, πως υπήρχε μια εποχή που τα παιδιά έτρωγαν μόνο υγιεινές τροφές όπως γάλα, δημητριακά, γιαούρτι με μέλι, αυγοφέτες, φρούτα, ξηρούς καρπούς, κουλούρια, χωριάτικες τυρόπιτες και έπιναν φυσικούς χυμούς. Τα παιδιά τότε ήταν αδύνατα, γεροδεμένα, ευκίνητα, με όμορφα και γερά δόντια, με όρεξη για δουλειά και διαθέση για παιχνίδι. Έτρωγαν βέβαια και τότε βλαβερά φαγητά, όχι όμως κάθε μέρα όπως τρώμε εμείς. Δεν ξέρω για τους άλλους, εγώ πάντως βαρέθηκα να τρώω τροφές γεμάτες συντηρητικά, βλαβερά λίπη και άχρηστες θερμίδες. Βαρέθηκα τις πίτσες, τα χάμπουργκερ, τις προτηγανισμένες πατάτες, τα μπέικον, τις ζαμπονοκασερόπιτες και τα αναψυκτικά. Πεθύμησα, έτσι για αλλαγή, ένα σπανακόρυζο, μια φασολάδα, έστω ένα κρέας αλλά όχι πάλι με πατάτες. Θα το προτιμούσα με αρακά, φασολάκια ή ακόμα καλύτερα με πράσα. Το ξέρω, δεν είναι σωστό να τρώω τέτοια φαγητά γιατί κάνουν καλό στην υγεία μου όμως δεν αντέχω πια! Η ζωή μου έχει καταντήσει μαρτύριο. Πρέπει να με πιστέψετε…

Posted in Χωρίς κατηγορία | 1 σχόλιο

Γλώσσα Α΄ δημοτικού: κουκλοθέατρο (Ι)

Το κουκλοθέατρο το ξεκίνησα την πρώτη εβδομάδα διδασκαλίας στην Α΄ δημοτικού με ένα αυτοσχέδιο σενάριο. Βλέποντας όμως πως αρέσει στα παιδιά, το συνέχισα και σε επόμενα μαθήματα.
Ήρωες είναι η πάπια:

και το παπάκι:

ΜΑΘΗΜΑ (Ι): πα, πι, παπί

ΠΑΠΑΚΙ: Μαμά, μαμά, σήμερα στο σχολείο μάθαμε λέξεις από πα.
ΠΑΠΙΑ: Μπράβο, παπάκι μου. Πες μου μια λέξη από πα.
ΠΑΠΑΚΙ: Πέτρα.
ΠΑΠΙΑ: Τι λες παπάκι μου; Η πέτρα δεν αρχίζει από πα.
ΠΑΠΑΚΙ: Κι από τι αρχίζει;
ΠΑΠΙΑ: Αρχίζει από πε. Όπως το περίφημος ή η πένσα ή το πετάω.
ΠΑΠΑΚΙ: Κατάλαβα.
ΠΑΠΙΑ: Αφού κατάλαβες, πες μου μια λέξη από πα.
ΠΑΠΑΚΙ: Ποδήλατο!
ΠΑΠΙΑ: Τι λες, βρε; Το ποδήλατο δεν αρχίζει από πα, αρχίζει από πο. Όπως το πόδι ή το ποτέ ή το πονάω.
ΠΑΠΑΚΙ: Εμένα μ’ αρέσει να κάνω ποδήλατο!
ΠΑΠΙΑ: Και μένα μ’ αρέσει αλλά δεν αρχίζει από πα!
ΠΑΠΑΚΙ: Μάλιστα.
ΠΑΠΙΑ: Τι μάλιστα; Θα μου πεις μια λέξη επιτέλους που να αρχίζει από πα;
ΠΑΠΑΚΙ: Θα σου πω.
ΠΑΠΙΑ: Άντε, ακούω.
ΠΑΠΑΚΙ: Πορτοκαλάδα!
ΠΑΠΙΑ: Βρε, θα με τρελάνεις; Η πορτοκαλάδα δεν αρχίζει από πα. Πόσες φορές θα στο πω;
ΠΑΠΑΚΙ: Κάνεις λάθος. Η πορτοκαλάδα αρχίζει από πα.
ΠΑΠΙΑ: Μα δεν αρχίζει.
ΠΑΠΑΚΙ: Αρχίζει. Γιατί είναι παγωμένη πορτοκαλάδα!
ΠΑΠΙΑ: Αααα, τώρα μάλιστα. Μπράβο, παπάκι μου. Τώρα είμαι σίγουρη πως κατάλαβες το μάθημά σου. Συγχαρητήρια.

ΤΕΛΟΣ

ΜΑΘΗΜΑ (2): πα, πι, πίτα

ΠΑΠΑΚΙ: Μαμά, ήρθε η Μαρίνα και μας τάισε.
ΠΑΠΙΑ: Τι σας τάισε;
ΠΑΠΑΚΙ: Πίτα!
ΠΑΠΙΑ: Πίτα;
ΠΑΠΑΚΙ: Ναι, πίτα.
ΠΑΠΙΑ: Μα οι πάπιες δεν τρώνε πίτα.
ΠΑΠΑΚΙ: Εγώ δεν είμαι πάπια.
ΠΑΠΙΑ: Και τι είσαι;
ΠΑΠΑΚΙ: Παπάκι!
ΠΑΠΙΑ: Πα, πα, πα! Μα πάπια είσαι. Όταν μεγαλώσεις, πάπια θα γίνεις!
ΠΑΠΑΚΙ: Δε θα γίνω. Και δε θα λέω πα πα πα.
ΠΑΠΙΑ: Τι θα λες;
ΠΑΠΑΚΙ: Τα, τα, τα.
ΠΑΠΙΑ: Γιατί;
ΠΑΠΑΚΙ: Γιατί έτσι μ’ αρέσει! Τα, τα, τα! Κι ούτε θέλω να με φωνάζεις παπάκι!
ΠΑΠΙΑ: Και πώς να σε φωνάζω;
ΠΑΠΑΚΙ: Πατάκι!
ΠΑΠΙΑ: Πατάκι;
ΠΑΠΑΚΙ: Ναι, πατάκι!
ΠΑΠΙΑ: Καλά, πατάκι μου. Πες μου, τώρα, τι πίτα σας έφερε η Μαρίνα;
ΠΑΠΑΚΙ: Χορτόπιτα. Υπάρχει και άλλη πίτα;
ΠΑΠΙΑ: Βεβαίως. Υπάρχει η τυρόπιτα, η κρεατόπιτα, η κολοκυθόπιτα, η κοτόπιτα…
ΠΑΠΑΚΙ: (φοβισμένο) Κοτόπιτα;;;; Δηλαδή από …κότα;
ΠΑΠΙΑ: Ναι, γιατί τρόμαξες;
ΠΑΠΑΚΙ: Μαμά μου! Αφού υπάρχει κοτόπιτα, μήπως υπάρχει και …παπιόπιτα;
ΠΑΠΙΑ: Όχι, παπάκι μου, μη φοβάσαι. Παπιόπιτα δεν υπάρχει.
ΠΑΠΑΚΙ: Λες αλήθεια;
ΠΑΠΙΑ: Ναι, παπάκι μου. Πόσες φορές θα στο πω; Παπιόπιτα δεν υπάρχει.
ΠΑΠΑΚΙ: Ουφ, ευτυχώς. Σ’ ευχαριστώ, μαμά. Με ησύχασες.

ΤΕΛΟΣ

ΜΑΘΗΜΑ (3): πα, πι, τα, πατάτα

ΠΑΠΑΚΙ: Μαμά, μαμά, μάθαμε σήμερα στο σχολείο μια καινούρια λέξη.
ΠΑΠΙΑ: Ποια λέξη;
ΠΑΠΑΚΙ: Ταπάτα.
ΠΑΠΙΑ: Τι είπες;
ΠΑΠΑΚΙ: Ταπάτα.
ΠΑΠΙΑ: Μα δεν υπάρχει τέτοια λέξη.
ΠΑΠΑΚΙ: Πώς δεν υπάρχει.
ΠΑΠΙΑ: Σου λέω, δεν υπάρχει!
ΠΑΠΑΚΙ: Και γω σου λέω πως υπάρχει! Και την τρώμε.
ΠΑΠΙΑ: Την ταπάτα;
ΠΑΠΑΚΙ: Ναι, την ταπάτα.
ΠΑΠΙΑ: Πώς την τρώμε;
ΠΑΠΑΚΙ: Τηγανητή, βραστή…
ΠΑΠΙΑ: (Κοιτάζει τα παιδιά) Παιδιά, καταλάβατε ποια λέξη εννοεί το παπάκι;
Παιδιά: Πατάτααα!
ΠΑΠΙΑ: Πώς;
Παιδιά: Πατάταααα!
ΠΑΠΙΑ: Ααα, πατάτα, τώρα κατάλαβα. Παπάκι μου, την πατάτα λες τόση ώρα;

ΠΑΠΑΚΙ: Ναι, την ταπάτα.
ΠΑΠΙΑ: Πατάτα, βρε, θα με τρελάνεις!
ΠΑΠΑΚΙ: Ταπάτα, πατάτα, το ίδιο δεν είναι;
ΠΑΠΙΑ: Καθόλου το ίδιο. Η πατάτα αρχίζει από πα – τα. Δε μου λες, ξέρεις άλλη λέξη που αρχίζει από πα – τα;
ΠΑΠΑΚΙ: Πατάκι!
ΠΑΠΙΑ: Μπράβο! Άλλη λέξη;
ΠΑΠΑΚΙ: Πατάρι!
ΠΑΠΙΑ: Μπράβο, κι αυτή ωραία λέξη.
ΠΑΠΑΚΙ: Πατάω.
ΠΑΠΙΑ: Πολύ ωραία (η πάπια πλησιάζει το παπάκι και το πατάει στο πόδι).
ΠΑΠΑΚΙ: Ωχ, με πατάς.
ΠΑΠΙΑ: Μπράβο. Πατάς. Ωραία λέξη.
ΠΑΠΑΚΙ: Με παταααάς!!
ΠΑΠΙΑ: Άλλη λέξη;
ΠΑΠΑΚΙ: Μαμά, με πατααααάς!!!
ΠΑΠΙΑ: Αχ, παιδάκι μου, σε πατάω; Συγνώμη. Κι εγώ νόμιζα πως μου έλεγες λέξη.

ΤΕΛΟΣ

Posted in Χωρίς κατηγορία | 1 σχόλιο

Ευέλικτη ζώνη: Ψηλά τα χέρια Χίτλερ

Το φύλλο εργασίας σε μορφή word εδώ:
ΨΗΛΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΧΙΤΛΕΡ

 

ΨΗΛΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΧΙΤΛΕΡ (1962)

Σκηνοθεσία: Ροβήρος Μανθούλης, Σενάριο: Διονύσης Μήλας
Πρωταγωνιστούν: Θανάσης Βέγγος, Βασίλης Διαμαντόπουλος

 

Η ταινία εκτυλίσσεται στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Ελλάδα σ’ εκείνο τον πόλεμο τάχθηκε με το μέρος των Συμμάχων και εναντίον των δυνάμεων του Άξονα. Βάλτε (Σ) στις χώρες που ήταν Σύμμαχοί μας και (Ε) στις χώρες που ήταν εχθροί μας:
…ΓΕΡΜΑΝΙΑ                                        …Η.Π.Α.                                   …ΙΑΠΩΝΙΑ

…ΙΤΑΛΙΑ (ως το 1943)                         …ΑΓΓΛΙΑ                                  …ΡΩΣΙΑ

Παρά τη νίκη μας εναντίον των Ιταλών, τελικά η Ελλάδα κατακτήθηκε από τους Γερμανούς. Στα χρόνια της γερμανικής κατοχής (1941-1944) αναφέρεται η ταινία. Τι από τα παρακάτω μπορούσαν να τρώνε οι Έλληνες εκείνη την περίοδο;

λαχανίδες                    ρεβίθια                        παστίτσιο                    ελιές
στραγάλια                   μαγιονέζα                    μπούτι                         χαρούπια
αρνιά                           σταφίδες                     τυρί                             χόρτα

Μπορείτε να περιγράψετε μερικές από τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι Έλληνες κατά τη διάρκεια της κατοχής;

Γιατί οι δύο πρωταγωνιστές ήθελαν να φύγουν από την Ελλάδα;

Τι εννοεί ο Βέγγος με τη φράση «Ανέστη, μαζί με τη δική σου τη γιορτή να αναστηθεί και η Ελλάδα»; 

Τι εννοεί ο Γρηγόρης όταν λέει πως στη διαδήλωση οι Γερμανοί «θα χτυπήσουν στο ψαχνό»;

Πώς αντιδρούν στα λόγια του οι δύο φίλοι;

Συμφωνείτε με την άποψη ότι οι δύο πρωταγωνιστές υποδύονται δύο αντιήρωες; Πώς καταλαβαίνετε τη λέξη «αντιήρωες»;

Υπάρχει κάποια σκηνή που και οι δυο τους αντιδρούν με γενναιότητα;

Με τι είναι οπλισμένος ο Βέγγος όταν λέει τη φράση «Ψηλά τα χέρια, Χίτλερ!»;   

Γιατί ο Βέγγος παραγγέλνει στο καφενείο ούζο;

Αν έχετε στην οικογένειά σας παππούδες ή γιαγιάδες που έζησαν τα χρόνια 1941-1944 μπορείτε να τους ρωτήσετε να σας πουν τι θυμούνται από εκείνη την εποχή;

Περιγράψτε δύο σκηνές από την ταινία. Μία αστεία και μία δραματική σκηνή.

Posted in Χωρίς κατηγορία | Γράψτε ένα σχόλιο

Το σωφεράκι: ευέλικτη ζώνη

Φύλλο εργασίας σε μορφή word εδώ:

ΤΟ ΣΩΦΕΡΑΚΙ

ΤΟ ΣΩΦΕΡΑΚΙ (1953)

Σενάριο, Σκηνοθεσία: Γιώργος Τζαβέλλας
Πρωταγωνιστούν: Μίμης Φωτόπουλος, Σμαρούλα Γιούλη, Νίκος Ρίζος

 

 ΦΥΛΛΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Ποιο είναι το επάγγελμα του πρωταγωνιστή της ταινίας; Πώς λέγεται σήμερα αυτό το επάγγελμα; 

Το έργο γυρίστηκε το 1953. Τι δε διέθεταν τα αυτοκίνητα εκείνη την εποχή, ενώ σήμερα το διαθέτουν; (βάλε σε κύκλο τις σωστές απαντήσεις)
μανιβέλα                            αερόσακο                           μαξιλαράκια
                                                                                                για τα κεφάλια των επιβατών

ρόδες                                    ζώνες ασφαλείας            ρεζέρβα

συναγερμό                         κόρνα                                   λουκούμι συριανό

Το γλωσσάρι του σωφέρ (κάνε την αντιστοίχιση):

σωφέρ                                                  τιμόνι
βολάν                                                   ακριβό και μεγάλο αυτοκίνητο
πόλιτσμαν                                          αυτοκίνητο με σχήμα που μειώνει την αντίσταση του αέρα
αεροδυναμικό                                  οδηγός
λιμουζίνα                                            εξάρτημα του αυτοκινήτου
καρμπιρατέρ                                     τροχονόμος

 

 

Ποια παράβαση κάνει συχνά στο έργο ο Μίμης Φωτόπουλος;

Γνωρίζετε άλλες παραβάσεις που κάνουν συχνά οι οδηγοί;
Ποιες από τις παραπάνω παραβάσεις νομίζετε  ότι είναι οι πιο επικίνδυνες;

Τι λάθος έκανε η κοπέλα περνώντας το δρόμο και την πάτησε το σαραβαλάκι;

 

Τι άλλο πρέπει να κάνουν οι πεζοί για να περπατούν με ασφάλεια στο δρόμο;

Μπορείτε να βρείτε στο διαδίκτυο φωτογραφίες παλιών αυτοκινήτων;


Το πρώτο αυτοκίνητο που κατασκεύασε ο Χένρι Φορντ το 1896

Ποια σκηνή σας άρεσε από την ταινία;

Posted in Χωρίς κατηγορία | Γράψτε ένα σχόλιο